Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απέναντι όχθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απέναντι όχθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Φεβ 2020

Το όνειρο της Εύας



Παιδική ζωγραφιά αγνώστου καλλιτέχνη

Μετεωριζόταν, ανάμεσα στο δείλι και τη χαραυγή. Λικνιζόταν απαλά ξαπλωμένη σε μια κούνια από δίχτυ, διαπερατή στη δροσιά και τους ανέμους, κρεμασμένη σε ένα οριζόντιο δοκάρι της σκεπαστής αυλής. Προσπαθούσε να είναι χαλαρή και ανάλαφρη, όσο της επέτρεπε η δυνατότητα της φαντασίας. 
Ο δέσποτας ήταν επιβλητικός και ψηλός. Παρά τα ξανθά μαλλιά του και τα γυάλινα ψυχρά γαλάζια μάτια του, φαινόταν σκοτεινός μες στα μαύρα του ρούχα και φάνταζε ιδιαίτερα δυσοίωνος από πάνω της.
“Αν είσαι ορθόδοξη,” της είπε, “θα υπακούς. Αν δεν υπακούς δεν είσαι ορθόδοξη.”
Η Εύα αναδεύτηκε αθέλητα, και το βαρύ σώμα της θεωρίας που από χρόνια είχε συλληφθεί και κουλουριαστεί μέσα της, λες και ξεκουραζόταν, αναδεύτηκε κι αυτό, λες και ετοιμαζόταν να ξεχυθεί σαν λάσο. Μα δεν ήταν η ώρα της θεωρίας. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να κουράζεται κάνεις με θεωρίες στο πεδίο του παραλογισμού και του ονείρου, και η Εύα βαριόταν ασφυκτικά τις ανούσιες διατυπώσεις και επιχειρηματολογίες.
«Ναι, είμαι ορθόδοξη», απάντησε σθεναρά. «Είναι σημαντικό πράγμα η υπακοή», συνέχισε, «αλλά εσείς είστε μητροπολίτης στη Σελήνη, εγώ υπάγομαι εδώ στη Μητρόπολη των Αθηνών· εκεί θα κάνω υπακοή».
Ο δέσποτας αλάφιασε με την αδιόρατη ειρωνεία της ελαφριά ανασηκωμένης, σαν σε ανάκλιντρο συνομιλήτριας, αλλά γνωρίζοντας καλά την ανθρωπογεωγραφία και τις συντεταγμένες της μάχης αποφάσισε να αφεθεί στη χαρά της νίκης μιαν άλλη φορά.
«Ωραία, λοιπόν», της είπε, «μένει να το δούμε αυτό ανήμερα του Αγίου Φωτίου».
Τότε θα βρισκόταν κατά το έθος η Θεολογική σχολή μαζί με την Ιερά Σύνοδο, όπως γινόταν δεκαετίες και δεκαετίες, όσο θυμόταν τον εαυτό της.
Η Εύα ήταν βαρυφορτωμένη από ένα πλήθος ειδήσεις και ανακοινώσεις, όλες κανονιστικές όλες περιοριστικές, τις οποίες δεν κατόρθωνε να σκορπίσει στον άνεμο, όσο κι αν λικνιζόταν σε μια διάτρητη κούνια από το δείλι ως τη χαραυγή. Και ενώ ήθελε η εκκλησία να είναι μια αγκαλιά να χωράει τον κόσμο, έβλεπε πως ήταν μια αγκαλιά που έσφιγγε ασφυκτικά τον κόσμο, ή έδιωχνε όποιον στενευόταν σ’ αυτή την αγκαλιά και όποιον δεν ήθελε τις εκδηλώσεις μιας τέτοιας στοργής.
Προσπαθούσε να καθησυχάσει τις ανησυχίες της. Τι θα μπορούσε άραγε κακό να συμβεί αν απλώς παρακολουθούσε σιωπηλή, όπως είχε αποφασίσει;
Μα να που ένας συγκεκριμένος δεσπότης Προαστίων, εκείνος ο ίδιος που είχε κάποτε δώσει επίσημη διάλεξη για την κατωτερότητα των γυναικών και για το πως δεν πρέπει να μιλάνε στην εκκλησία, την φώναξε στο βήμα να έρθει, παρουσιάζοντάς την στην κατάμεστη αίθουσα, με μια περίλαμπρη εισαγωγή: «Να, κυρίες και κύριοι, εδώ η Εύα είναι πολύ αντιδραστική».
Τι να κάνει η Εύα, μια και δυο πήρε τα πόδια της, θέλοντας και μη, και πήγε στο βήμα, γνωρίζοντας ότι δεν θα της έβγαινε σε καλό.
Ο μητροπολίτης Σελήνης παρακολουθούσε κάτω από το ακροατήριο προσεκτικά, και ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φώτιζε το πυρόξανθο μαλλί του και φανέρωνε ότι ήδη προγευόταν τους καρπούς που θα μπορούσε σε λίγο να δρέψει από την περίτρανη νίκη.
«Σας κάλεσα εδώ κυρία μου», συνέχισε ο δεσπότης Προαστίων, «γιατί είστε πνεύμα αντιλογίας, και όλο διαμαρτύρεστε. Τι είναι αυτό που σας ενοχλεί, παρακαλώ εξηγήστε μας!»
«Με ενοχλεί», απάντησε εκείνη, όσο μπορούσε πιο διακριτικά, όσο μπορούσε πιο σιγά, «ότι η γλώσσα με την οποία μιλάτε ενώ έχει καλή πρόθεση δεν φθάνει όπως πρέπει στα αυτιά των ανθρώπων».
«Χαχαχά», απάντησε ο δεσπότης Προαστίων με βροντόγελο, «ισχυρίζεστε δηλαδή εσείς ότι ξέρετε καλύτερα τη γλώσσα;»
«Αφήστε την», φώναξε άλλος από την άλλη γωνία, «αυτή είναι πνεύμα ανυπακοής!»
«Αλήθεια μπορείτε να κάνετε υπακοή;» ρώτησε φωναχτά με διακριτή φωνή ο μητροπολίτης Σελήνης.
«Εύα», μίλησε τότε ο αρχιεπίσκοπος, «μπορείς να κάνεις υπακοή;»
«Τι θα θέλατε μακαριώτατε», ρώτησε η Εύα, περιμένοντας να δεχτεί τη διαταγή…
«Να είσαι ευτυχισμένη, Εύα, αυτό θα ήθελα».
Ξαφνιάστηκε η Εύα, κοίταξε ερωτηματικά τον μακαριώτατο, τον κοίταξε θαυμαστικά, έπνιξε μέσα της τα χίλια ερωτήματα, έπνιξε μέσα της την αιχμηρή παράκληση ‘βοηθήστε όμως και εσείς’, του χαμογέλασε με πλατιά ευγνωμοσύνη, και είπε:
«Είναι δύσκολη αυτή η εντολή, είναι πολύ δύσκολη, αλλά θα προσπαθήσω».
Και έφυγε από εκείνη τη συνάντηση πιο ελεύθερη και πιο ευτυχισμένη από ποτέ.

2 Απρ 2018

Οι κυρίες



[Ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε, 
μα η αγάπη βοά και η χαρά ξεχειλίζει.]


Ξύπνησα, και το σώμα μου ήταν γεμάτο χυμούς. Από τους ηδείς χυμούς, τους ζωτικούς, τους χυμούς της άνοιξης. Είχα δει όνειρα γλυκά, ξεκούραστα, ανέμελα. Δεν υπάρχει λόγος να κόψω τη ροή της αφήγησης για να πω πόσο σπάνιο είναι αυτό τα τελευταία χρόνια, που ο ύπνος δεν ξεκουράζει, μόνο βασανίζει καθώς αναμηρυκάζει τα άγχη της μέρας. Όχι δεν θα σταθώ σ’ αυτό.

Αλλά μόνο στο κατάστρωμα του πλοίου όπου βρέθηκα χθες, στη Φλόριντα, στο Μαϊάμι. Σε πρώτο πλάνο ο αυτοκινητόδρομος. Στο βάθος υψώνονταν οι πολυκατοικίες και τα ψηλά εκείνα κτίρια που μήτε πολυκατοικίες ακριβώς, μήτε ακόμα ουρανοξύστες τα λες. Όμως ανάμεσα στα δυο, στην άσφαλτο και το υαλομπετόν που μας ορίζουν αναπόδραστα μέσα στον τεχνικό πολιτισμό, απλωνόταν μια απέραντη παραλία και μια άοκνα κινούμενη, σχεδόν ακύμαντη θάλασσα. Το μάτι αφέθηκε στην ευτυχία της λάμψης του νερού, στον παρηγορητικό σπόγγο της άμμου, που θαρρείς σφούγγιζε κάθε δάκρυ, σίγαζε κάθε αναστεναγμό, στο γεμάτο χάρη λίκνισμα των συστάδων του φοίνικα, στα ξάρτια που υψώνονταν πυκνά και γεμάτα υποσχέσεις στα αριστερά, στο μικρολίμανο. Ενώ δεξιά μας εκτεινόταν θαρρείς προς άπειρο η παραλία, ένα άπειρο βαλμένο από κόσμο παραμυθένιο όσο και παραμυθητικό. Η ζωή και η κίνηση των ανθρώπων που είχαν βγει για βόλτα συμπλήρωνε την εικόνα, τη μετάλλασσε, τη μεταμόρφωνε συνεχώς, και ακούραστα παρατηρούσες, μέσα από τα τεράστια διακριτικά κουφώματα με τον ανύπαρκτο σκελετό και τη διάφανη τζαμαρία.

Λίγο να άνοιγες ένα φινιστρίνι, βούιζε ο αέρας και σε σήκωνε. Το κατάστρωμα, πάτωμα σανίδι, σε χρώμα φυσικό, βαθυκόκκινο καστανό, έκανε το καράβι μας να μοιάζει κότερο πολυτελούς κατασκευής σε vintage διάθεση, με φυσικά υλικά. Όμως τα πάντα ήταν λιτά και εξαιρετικά μοντέρνα στο κατάστρωμα. Οι καναπέδες και τα σκαμπώ σε χρώμα βαθυκόκκινο και μπλε βαθύ, σε τετράγωνες γραμμές, bauhaous, γεφύρωναν το χθες με το αύριο και έστρεφαν το βλέμμα προς τα εμπρός, σε μια γεμάτη πίστη και αυτοπεποίθηση αισιοδοξία. Η ζωή είναι εδώ, η ζωή είναι μπροστά.

Το καράβι ήταν από την πλευρά της στεριάς. Περίεργη τοποθέτηση για καράβι, αλλά ήταν κι αυτό στοιχείο ενός τοπίου μαγικού. Στον έβδομο όροφο, ρετιρέ μιας μοντέρνας πολυκατοικίας, ακριβώς αντικρύ στη θάλασσα και στις όχθες του μεγάλου παραλιακού αυτοκινητόδρομου, σ’ αυτή την άλλη ήπειρο, του Παλαιού Φαλήρου, όλες πιστέψαμε πως ήμασταν στο κατάστρωμα – αποφασισμένες να ταξιδέψουμε για τα καλά.

Το πρώτο ταξίδι το έκανα με την Αλέκα. Δυο αντίθετα. Εκείνη ψηλή, σωματώδης, εγώ μικρόσωμη, αεικίνητη, σκέτο σαμιαμίδι. Εκείνη προτιμούσε το σχολείο έξω από το σχολείο, εγώ πάλι αρκετά περιορισμένη εκτός σ’ έναν κόσμο που ζούσε κυρίως με τα γράμματα, ρουφούσα διψασμένη ό,τι μπορούσε να μου δώσει το σχολείο. Κατέβηκα από Πεντέλη, βρεθήκαμε στην Κηφισιά. Το ορεινό μου προάστιο, χωριό σχεδόν, μας τύλιγε με την ομίχλη του όλο το τελευταίο διάστημα. Κάποτε ξέσπασε σε βροχή. Μια σιγανή, σταλαγματώδης, ήσυχη, λαμπερή και χρυσή βροχή. Γοητευτική στο μάτι, ο νους όμως υπαγόρευε τη γνώμη πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός, είναι μάλλον αφρικανική σκόνη και γύρη από τα πεύκα, και απαγόρευε κάθε σκέψη να βγει κανείς έξω, να λουστεί στο χρυσάφι. Όπως και να έχει η βροχή ξέπλυνε τα πάντα και ο τόπος μοσχομύριζε. Έτσι μοσχοβολούσε και η Κηφισιά, που στο κέντρο της είχε βγει η μισή Αθήνα, αργόσχολη, φιλοπερίεργη, Κυριακή Βαΐων απόγευμα. Βρήκα να παρκάρω – οριακά.

Η Αλέκα με συνάντησε, ανεβαίνοντας κι αυτή από τις νότιες παρυφές της Κηφισιάς, λιγότερο glamour, περισσότερη λάσπη, όπου ζούσε με τις γάτες της σε σπίτι με κήπο όλα τα τελευταία χρόνια. Κατεβήκαμε το ποτάμι. Και παρά τις αντιθέσεις μας, κάποια υπόγεια ρεύματα, κάποια ποτάμια της σκέψης μας συνέδεσαν άρρηκτα σε πείσμα των αποστάσεων και μ' όλο το διάβα του χρόνου. Επιδέξια η Αλέκα, και πολύ μελετημένη, οδήγησε δίχως δισταγμούς από αυτοκινητοδρόμους και γέφυρες και φτάσαμε με σιγουριά στο Παλαιό Φάληρο, όπου παρκάραμε σε πάροδο του παραλιακού. Με τα κρασιά μας και τους χαλβάδες μας ανεβήκαμε στη μοντέρνα, τύπου loft πολυκατοικία.

Μας υποδέχτηκε η Γαλάτεια και μια ζεστή μυρωδιά ψημένης ζύμης, γαρνιρισμένης με κάθε λογής αρώματα. Ήταν ώρα για καφέ, αλλά βγήκε μια μιμόζα, σε στενό, κολωνάτο ποτήρι, με αφρώδη οίνο και φυσικό χυμό πορτοκαλιού, που σημάδεψε εξαρχής το απόγευμα: Θα ήταν πολύ ιδιαίτερο. Φυσικό μακρύ μαλλί με ανάλαφρη μπούκλα, καλλίγραμμα φρύδια και έντονα χαρακτηριστικά, και μια ακάματη δραστηριότητα από το κορμί της Γαλάτειας, ένα άοκνο σύρε κι έλα στην υπηρεσία της φιλοξενίας φωνάζουν φρεσκάδα και νιότη.

Μία μία ή σε ομάδες άρχισαν να καταφθάνουν οι παλιές συμμαθήτριες. Κάπως μπερδεύτηκα με την αδυναμία της μνήμης. Σχεδόν σαράντα χρόνια, γεμάτα τριανταπέντε μας χωρίζουν από τις τελευταίες μας συναντήσεις. Κάπως αγχώθηκα, καθώς δεν θα μπορούσα να γκουγκλάρω την πληροφορία που μου έλλειπε. Όμως, λίγο λίγο βρεθήκαν τα κλειδιά και όλα άρχισαν να παίρνουν τη θέση τους.

Δεν ήταν ταξίδι στο χρόνο. Αν και ο χρόνος, το κοινό παρελθόν και κάποιες κοινές ή αλληλοσυμπληρούμενες αναμνήσεις, πολύχρωμο μωσαϊκό, ανέσυραν αισθήματα αγάπης, έγιναν κόλλα για ό,τι συντελέστηκε στο παρόν.

Το ταξίδι ήταν στο παρόν. Ήταν ταξίδι ακρογιάλι ακρογιάλι, καθώς μετά την αρχική κοσμοχαλασιά σχηματίστηκαν μικρότερες παρέες και η κουβέντα ήταν πιο χαμηλόφωνη, αφηγηματική, εμπιστευτική. Μια μια ξεδιπλώθηκαν διάφορες ζωές, έγνοιες και όνειρα της κάθε μιας. Με μια κοινή δομή της αφήγησης, πώς ξεκινήσαμε, πώς οικοδομήσαμε πάνω σε όνειρα, τι ανατροπές ήρθαν στη ζωή, πώς είναι σήμερα η οικογένεια και η δουλειά της καθεμιάς, τι σημάδια άφησαν τα μνημονιακά χρόνια. Τι παλεύουμε σήμερα, πώς φανταζόμαστε το αύριο. Θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί ένα μυθιστόρημα με ιστορίες σπονδυλωτές – αλλά ήδη η μέρα με καλεί και η ανάγκες της, μέρα Δευτέρα.

Είχε μια ευγένεια η συνάντηση αυτή. Μια αποδοχή, γεμάτη αγάπη. Είχε χώρο πολύ ο ένας για τον άλλο, χώρο για την έκπληξη, χώρο και την ιδιαιτερότητα του καθενός και πολύ σεβασμό. Πόσο εκτίμησα το επίπεδο, την ελαφριά διάθεση, το γέλιο, την καλοσύνη. Πράγματα που συχνά τόσο λείπουν από την καθημερινότητα. Σήμερα ο γελαστός άνθρωπος δεν είναι ο χάχας που με φόβιζε παλιότερα. Η ψηλή είναι ο αγαθός γίγαντας. Το πειραχτήρι είναι καλοκάγαθο και αυτή που νοιάζεται είναι η καρδιά της παρέας. Όλες έχουν παιδεία, ορίζοντες. Όλες είναι κυρίες. Όλες έχουμε ωριμάσει, δημιουργήσει, πονέσει, αποτύχει, επιτύχει, ξανασηκωθεί, συνεχίσει. Και αν είμαστε τόσο συμφιλιωμένες η μια με την πραγματικότητα της άλλης, είναι γιατί είμαστε μάλλον σε πλήρη συμφιλίωση η καθεμιά με τον εαυτό της.

Το φως που έπεφτε πλάγιο στη θάλασσα τη μεταμόρφωνε, σε χρώματα ασημί, όπως κι εμείς βλέπαμε η μια την άλλη μεταμορφωμένη. Ανακαλύψαμε στα γνώριμα βλέμματα καινούργιους ανθρώπους, όλους όμως δεμένους με μια αγάπη παιδική και ανεμελιά.

Μείναμε μέχρι τη βαθιά νύχτα. Θα λαχταρούσαμε ακόμα και να κοιμηθούμε στο κατάστρωμα. Κάναμε σχέδια για καινούργιες συναντήσεις, για ανέμελους χορούς, για ταξίδια με νόημα ή και για διακοπές σε σπίτια, ξενοδοχεία ή σκηνές.

Παλιές μου συμμαθήτριες, ξέρω από χθες ότι μάλλον σημαδέψατε περισσότερο τη ζωή μου από όσο είχα φανταστεί. Και η συνάντηση μαζί σας δεν ήταν μια συνάντηση με το παρελθόν. Ήταν μια συνάντηση με τη νιότη στο παρόν. Και με γλυκούς του σώματος χυμούς, με ελάχιστα ζάκχαρα και χοληστερίνες, με μηδαμινή μυική και σκελετική κόπωση, με ανανέωση του καρδιαγγειακού και του αναπνευστικού, με την υγεία που φέρνει η βαθιά χαρά θα συντροφέψουμε η μια την άλλη ανοίγοντας πανιά σε όλους τους καιρούς.

Γιατί αν οι χρόνοι μικραίνουν, η πείρα σε βοηθά να αντλείς τα πάντα απ’ τη ζωή με μια απλή κίνηση, ένα χαμόγελο.


ΥΓ. Ευχαριστώ όλες, ιδίως την Έφη, την Αλέκα, την Έλενα, την Έλενα που επίμονα όσο και υπέροχα διακριτικά με κάλεσαν. Η δε αγάπη έξω βάλλει τον φόβον. Καλή Ανάσταση!

31 Ιουλ 2014

Είτε



Έρημη Χώρα, του Loccus



Είτε ηχούν οβίδες
Είτε συρίζουν τα καλάσνικοφ
Καθώς τις σφαίρες τους βυθίζουν
Σε μελαμψό κορμί

Είτε στη σιγή
Με έναν τελευταίο παφλασμό
Χάνεσαι, ψυχή μου,
Στο αχερούσιο νερό

Είτε με εκκωφαντική αλαζονεία
Οι δράστες αθωώνονται
Είτε στη σιωπή
Τα θύματα τυλίγονται

Θ’ αναζητώ
Τον ήχο του τζιτζικιού
Που με ησυχάζει κάθε μεσημέρι
Της θάλασσας το φλοίσβο
Που διατρανώνει
Πειστικά πως είναι καλοκαίρι

Τον άνεμο
Που περνά γλυκά μες στις πευκοβελόνες
Τα καρφιά στο ηδύτατο κορμί σου
Που βάφουν παπαρούνες
Σσσσ...
Τζιτζίκι απλώς να ξάπλωνα
Να σε υμνούσα ζαλισμένη από τη ζέστη
Με ένα τραγούδι αδιάλειπτο
Ύμνος και κλαυθμός

Παραδίδομαι ολότελα
Σου παραδίδομαι
Το πηχτό σκοτάδι
Λαχταρά δυσωπώντας το ανέσπερο Φως.

(31 Ιουλίου 2014)

24 Απρ 2014

Χριστός Ανέστη!





Η εις Άδου Κάθοδος από τη Μονή της Χώρας (Καχριέ Τζαμί)



Χριστός Ανέστη!
Ιδού το χαρμόσυνο άγγελμα. Αυτό που όλα τα αλλάζει. Πάνω σ’ αυτό αναμετριούνται η διερώτηση, η δυσπιστία, η αμφιβολία και η πίστη.
 Χριστός Ανέστη! είναι η καρδιά του πρωτοχριστιανικού κηρύγματος. Ένα ρήμα, ένα ουσιαστικό, η άκρα λιτότητα ως ταιριάζει στην άκρα ταπείνωση. Δυο λέξεις, που εμπεριέχουν το σύνολο της χριστιανικής διδαχής.
Χριστός Ανέστη! είναι η καρδιά της πίστης μας – και όλα τα άλλα περιφράσεις και επεξηγήσεις.
Χριστός Ανέστη! γίνεται χαιρετισμός, γίνεται αγκαλιά, γίνεται τραγούδι, γίνεται φιλί.
Χριστός Ανέστη! και τι νόημα έχουν τα χρόνια πολλά, μια άνευ ουσία επένδυση στην αφθονία. Πόσο χλωμά μπορεί να μοιάζουν όλα μπροστά στο φως της Ανάστασής του.

[Χριστός Ανέστη! Και είχα την ευλογία και τη μεγάλη χαρά να περάσω μια βδομάδα ησυχίας, ανάμεσα σε ήσυχους ανθρώπους, σε ζώα και πουλιά, σε τραγούδια, φωνές, γέλια και κλάματα. Μακριά από όλα τα media που φιλοδοξούν διαμεσολαβώντας να επικαθορίζουν τη ζωή μας.
Χριστός Ανέστη! Και θυμήθηκα πόσο ωραία είναι η απλή ζωή, η φύση, το άρμεγμα, το περπάτημα, η φωτιά... Πόσο ωραίος ο κόσμος Του.  Πόσο ελεύθερος.
Χριστός Ανέστη! Και χάρηκα ευλογημένα διαβάσματα που έγιναν και από υποχρέωση αλλά κόμισαν βαθύτατη χαρά].

Ανέστη Χριστός! Κι ας έχουμε σακατευτεί, μπερδευτεί, αλλοτριωθεί, σκλαβωθεί.
Ανέστη Χριστός! Και βρίσκει πραγμάτωση το όραμα του Ιεζεκιήλ.
Ανέστη Χριστός! Και ζωή εκ του Άδου ανέτειλε.
Ανέστη Χριστός! Και ζωή πολιτεύεται.
Καθώς προσμένουμε και εργαζόμαστε για την κοινή μας ανάσταση, Χριστός Ανέστη!