Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Μαρ 2014

Ἄνομο Μυστικό



Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα, Άνθρωπος Στοχαστικός
Ακουαρέλα 15,2 x 10,2 εκ.



Κύκλος στενὸς γνωρίζει
Τὸ μυστικὸ ποὺ ἡ πόλη εἰκάζει, ψιθυρίζει
Σὲ γωνίες σκοτεινὲς καὶ σὲ ὑπόγεια

Φλοῖσβος ποὺ χαϊδεύει πληκτρολόγια
Κρυφὸς κυματισμὸς ποὺ
Μεταδίδεται σὲ δίκτυα ἀσύρματα
Καὶ σὲ τηλέφωνα

Δὲν λείπουν οἱ δεκάδες τὰ φερέφωνα

Καὶ σὰ σκυλεύουν μὲ τὰ λόγια
Τὰ σπλάχνα τοῦ φιλιοῦ
Ὁ ἥλιος τοῦ μεσημεριοῦ
Ἀναπάντεχα κονταίνει τὶς σκιές

Ποῦ νὰ σταθεῖς;
Ἐχάθηκε τὸ χθές...

Καὶ λόγω μειωμένης προσοχῆς
Σὰ σκόνες αἰωροῦνται
Οἱ πηγές        τὰ συντριβάνια         τὰ συντρίμια
Τῆς ἀσίγαστης φλυαρίας

Ὅλοι τινάζουν τὸν κονιορτὸ
Καὶ ταραχὴ ξεσπᾶ
Στὴν ἀγορὰ καὶ στὴν πλατεία

Ὅλοι κοιτιοῦνται
– Ὄχι ἐγὼ      λένε τὰ μάτια
Μὲ τὰ χείλη σφαλιστά

Ὤ! σᾶς πιστεύω ἀναμφίβολα
Λέει κι αὐτὸς
Τὸ ψέμα ποὺ δικαιοῦται
Μὰ ἡ ζωὴ δὲν εὐοδοῦται ἐδῶ

Φεύγει καὶ παίρνει τὰ βουνὰ
Καὶ τὸ μυστικὸ
Ξανὰ μαζί του παίρνει
Κατάσαρκα

Γυμνὸ ἄνθρωπος δὲν τὸν βλέπει πιὰ
Παρὰ μὲ τὴ θανή
Ἡ ἱστορία ἄλλο δὲν ἔχει ἡδονὴ
Τὴν πρώτη τὴν ἀνέμελη

Κυκλώνει καὶ τελειώνει.


------------------------------------------------------

Σήμερα συναντιέται η ποίηση με τον αγώνα κατά του ρατσισμού. Κι εμείς συναντιόμαστε σε διιστολογικό αφιέρωμα:


8 Φεβ 2014

Χάρες και Χαρές της Νύχτας


 Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα, Δέντρα στο Φεγγαρόφως
Μεικτή τεχνική (ακρυλικό και μολύβια) σε χαρτί Modigliani,
Candido, 320 gr. Διαστάσεις 72 x 51 cm. 2010-12.


Η νύχτα έχει τις χάρες της. Μια από αυτές είναι η ησυχία... Οι ήχοι της φύσης ακούγονται μονάχα, ο φλοίσβος της θάλασσας της αενάως καταφιλούσας την ακτή, το τρίξιμο των φύλλων, ο άνεμος, τα νυχτοπούλια, τα τριζόνια.
Μες στη σιγαλιά, λέει, ακούει ο Θεός καλύτερα τις προσευχές των ανθρώπων. Γι' αυτό κι οι μοναχοί συνδέουν προσευχή κι αγρύπνια, ματώνοντας το κορμί τους κάθε νύχτα.
Ήθελα να πω λίγες κουβέντες για τους αγίους, αυτούς που διακριτικά μας συντροφεύουν, μα δεν πρόλαβα, δεν αξιώθηκα. Μέρες όμως σαν σήμερα, ο ύπνος δεν κολλάει.
Γιατί γνωρίζεις καλά -στο είπαν τα πουλιά- ότι από ετούτη την πανώλη θα επιβιώσουν μόνο οι πιο ισχυροί οργανισμοί, οι πιο ισχυροί και προσαρμοστικοί χαρακτήρες. Θα επιβιώσουν επίσης όσοι βρουν σταθερό σημείο να πιαστούν, στήριγμα απ' έξω.
Οι άλλοι θα χαθούν, ακόμα κι αν περάσουν κάποτε οι μέρες οι πιο βαριές της επιδημίας.
Κοιτάς τον τόπο σου, που γίνεται αβίωτος. Καμιά φορά προβληματίζεσαι με τη βαθύτατη απιστία, και σε πληγώνει ιδίως εκείνη όσων μιλούν για πίστη ολημερίς. Νομίζουν κάποιοι ότι η αθεΐα εντοπίζεται εδώ ή εκεί. Κι όμως, η αθεΐα εντοπίζεται στις καρδιές των χριστιανών που αναρωτιούνται και λένε: αφού σηκωθούμε, μετά τι; ποιος είναι ο δρόμος, ποιο είναι το σχέδιο;
Όσο κι αν αυτές μοιάζουν νουνεχείς ερωτήσεις, και περιβάλλονται από ένα περιτύλιγμα σοφίας και σύνεσης, είναι στη βάση τους βαθύτατα αθεϊστικές ερωτήσεις.
Τις είχε αρχικά και ο Μωυσής. Αν έμενε όμως σ' αυτές, ποτέ δεν θα οδηγούσε το λαό του από τη γη των Αιγυπτίων, τη χώρα της σκλαβιάς, στη γη της επαγγελίας και της ελευθερίας. Ποιος είναι ο δρόμος; Δεν του έδωσε οδικό χάρτη ο Θεός. Του είπε όμως να πορευτεί, και θα είναι μαζί του. Κακοπάθισαν στην έρημο σαράντα χρόνια, αλλά έφτασαν...
Πότε θα σε συναντήσουμε, Ιεριχώ; Πότε θα ξεκινήσουμε αυτή την πορεία;
Δεν ξέρω, και αυτά που δεν ξέρω είναι πολλά.
Η ξαγρύπνια σβήνει και παρηγοριέται με τις προσευχές, αυτές που χρωστούμε οι ξυπνητοί σε όσους αναπαύονται. Αυτές που σμίγουν με των άλλων, εκείνων που κάθε νύχτα μιλούν με τον Θεό μες στη σιωπή, και είναι η ραχοκοκαλιά του θάρρους μας. Ερχόμαστε και σμίγουμε την προσευχή μας και οι σποραδικοί, ακούς τη μουσική;
Και είναι η προσευχή, απ' τις χαρές του έρωτα, κι απ' τις χαρές της νύχτας, η πιο ερωτική...

17 Ιαν 2014

Σταυροπόδι





Γκάνλοφ Χόουπ, Ζευγάρι.

Καθόταν σταυροπόδι, αναπαυτικά στην πολυθρόνα του, και κάπνιζε την πίπα του. Επιζητούσε την ησυχία, ήθελε θαρρείς να επιβάλει την ησυχία στο κορμί του, να θυμιατίσει το νου του και το γύρω χώρο παίζοντας με τα κατευναστικά δαχτυλίδια του καπνού. Του ήταν αναγκαίο, μετά τη θύελλα. Πίστευε ότι αν χαμογελάς κάποια στιγμή, πού θα πάει, θα το νιώσεις το χαμόγελο. Απολάμβανε τη μικρή του σκηνοθεσία όχι δίχως κάποια μνησικακία. Όσο αμέριμνος, τόσο την εξόργιζε...

– Μ’ αγαπάς; τον ρώτησε εκείνη αναπάντεχα.

Μα δεν θυμόταν μια τέτοια ερώτηση να είχε έρθει ποτέ, ούτε σε στιγμές προσέγγισης, ούτε σε στιγμές κορύφωσης... Το δεξί του πόδι, που λικνιζόταν ανάλαφρα πάνω στο αριστερό, έμεινε για κλάσματα του δευτερολέπτου μετέωρο. Μπορεί σήμερα να τον εκνεύριζε αφόρητα, αλλά δεν θα μπορούσε να αρνηθεί το αντισυμβατικό της γέλιο, τον αστόχαστο, ανέμελο και σχεδόν απερίσκεπτο τρόπο που του παραδινόταν, αυτό που έμοιαζε με αχαλίνωτη ελευθερία, που τη συγκρατούσε μόνο μια εσωτερική αυτοδέσμευση, μια στιγμιαία αυτοδέσμευση που επαναλαμβανόταν στιγμή τη στιγμή τη στιγμή.

Ένιωσε άβολα και για την ερώτηση και για την ώρα που επέλεξε, η άτιμη...

Αλλά η Μυρτώ έβγαζε κιόλας τα κλειδιά της από την τσάντα και κατευθυνόταν προς την εξώπορτα.

Δεν περιμένει απάντηση, ησύχασε ο Λευτέρης.

Εκείνη όμως κοντοστάθηκε, για ένα λεπτό πριν βγει, και συνέχισε:

– Θα έκανες κάτι που λίγο να σε ξεβόλευε, που κάπου να σου στοίχιζε, έστω ελάχιστα;

Περάσαμε στο μηδενισμό, σκέφτηκε ο Λευτέρης, φυσώντας δαχτυλίδια μέχρι να κλείσει η πόρτα οριστικά.

Αποφάσισε να μαγειρέψει για βράδυ, χωρίς όμως να γνωρίζει αν αυτή ήταν η ενδεδειγμένη απάντηση.

10 Ιαν 2014

Rough Mind


Pablo Picasso, The Kiss



Sunny morning in a rough mind
You kiss me tender you kiss me kind
The day goes on
Again alone

Full midday working like a fool
Smiling all over pretending cool
Tiresome job
Dealing with mud

Third millenium the world falls appart
Hit by austerity struggling so hard
Time to rest
Let’s meet in the nest

Tonight

30 Δεκ 2013

Θεωρία του Έρωτα



Μαρκ Σαγκάλ, Οι Μπλε Εραστές


Ριγούσαν τ’ ακροδάχτυλα από το βάρος της ερωτικής έντασης των δυο. Τα μάτια κοιτούσαν σε απόσταση, λες κι ένας αδιόρατος φόβος τα οδηγούσε σε ξάγναντα. Γωνίες σε απόκλιση, οι αμβλείες γωνίες τού βλέμματος. Αν και τα μάτια τυχόν έσμιγαν καθώς τα χέρια, ίσως να μην άντεχαν την πίεση οι ψυχές.

Η έλξη κρατούσε τα δάχτυλα ενωμένα ώρα ασυνήθιστα πολλή. Πρώτος εκείνος αποτράβηξε το χέρι. Κι εκείνη μίσησε την πρόφαση: ήθελε να στρίψει τσιγάρο. Όσο έστριβε ο Παύλος, η Ειρήνη παρατηρούσε τα δάχτυλά του. Πολύ απαλά και επιδέξια για το μέγεθος και τη δύναμή τους! Άπλωσε το δικό της χέρι στους ξηρούς καρπούς, ακολουθώντας ελεύθερα το ρυθμό, σε έναν ελάχιστα ετεροχρονισμένο μουσικό κανόνα, και ρούφηξε το ουίσκι της. Σκέτο. Τότε, συναντήθηκαν ξανά τα μάτια τους.

«Θα το ξεπεράσουμε», της είπε αόριστα, καθησυχαστικά και ελαφρώς προστατευτικά, παίρνοντας έναν τόνο αδελφικό και συνάμα κάπως δασκαλίστικο.

Το αλάτι από τους ξηρούς καρπούς είχε ήδη εγγράψει στην παλάμη της μια νέα αίσθηση αφής, αλμυρή και λίγο λαδερή. Ήδη μετάνιωνε για την κίνησή της να δρέψει τους ξηρούς καρπούς. Ήθελε να επαναφέρει την πρότερη μνήμη, τη μνήμη της αφής των ακροδάχτυλων, εκείνη που την αναρριγούσε ώς τα τρίσβαθα τού είναι.

Πιο χαλαρή και διαθέσιμη από όταν φορούσε το εργασιακό ταγιεράκι της και το επιβεβλημένο, συρματόπλεγμα χαμόγελό της, η Ειρήνη έριξε πίσω ανέμελα με νάζι το μαλλί κι έριξε το κεφάλι της νωχελικά στο πλάι. Μισόκλεισε τα μάτια... Έπαιζε με το κερί πάνω στο τραπέζι και ξαφνικά ανατινάχτηκε, σαν να την καψάλισε μια στάλα καυτού υγρού. Με προσποιητή μα πειστική αυστηρότητα του τόνισε:

«Δεν σου έχω πει να μη μου πεις ποτέ ψέματα;»

Ο Παύλος ταράχτηκε. Δεν υπήρχε κατά βάση λόγος, αλλά βαθιά μέσα του ταράχτηκε. Προσπάθησε να μην το δείξει. Από τη μια δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να διατηρήσει τη σχέση τους εντός του ορίου της σύμβασής της, καθώς το ερωτικό στοιχείο ήταν αδύνατο να μείνει στο ημίφως μιας διακριτικής σκιάς – διεκδικούσε ανελέητα το χώρο του. Από την άλλη, τον τάραζε η ίδια η διεισδυτικότητα της ερώτησης: Ούτε η πραγματικότητα μπορούσε να συγκαλυφθεί, ούτε να την κοιτάξεις κατάματα μπορούσες. Τίναξε τη στάχτη. Φύσηξε δύο, τρία, πέντε δαχτυλίδια καπνού... Παράγγειλε μια δεύτερη μπύρα. Σαν να του αρκούσε αυτός ο χρόνος να προετοιμαστεί για μια μεγάλη μάχη, την κοίταξε ολόισια μέσα στις κόρες των ματιών. Εκείνη δεν χαμήλωσε το βλέμμα. Άρχισε να της ιστορεί τις τύχες των παλιών τους συναδέλφων, των γειτόνων, των συμμαθητών. Κι εκείνη την πραγματική κατάσταση της νέας της δουλειάς. Ασφαλώς, πάλι καλά που υπήρχε...

Όλο και περισσότερο πλησίαζαν ο ένας προς το μέρος του άλλου, πλην χωρίς ένταση ερωτική πια. Σαν δυο άνθρωποι που τους ένωναν διαφορετικές, μα στο βάθος ίδιες ιστορίες, δυο άνθρωποι που αναζητούν αποκούμπι. Πλήρωσαν, μισά μισά δίχως άλλη συζήτηση. Τον αγκάλιασε από τη μέση, κι εκείνος ακούμπησε το χέρι του στην ωμοπλάτη της, καθώς προχωρούσαν προς το μετρό.

Δεχόταν ευχάριστα τη ζέστη του. «Θα το ξεπεράσουμε», του είπε τώρα εκείνη, γέρνοντας και το κεφάλι στον ώμο του. Δεν της αποκρίθηκε κάτι, μόνο αχνογέλασε αόριστα.

«Δεν ήξερα», συνέχισε εκείνη περνώντας αβίαστα σε άλλο θέμα, «πόσο ερωτισμό μπορεί να κρύβουν τα ακροδάχτυλα». Η φωνή της μόλις που ακουγόταν. «Ω, μα ναι», συμφώνησε γενναιόψυχα ο Παύλος, με βέβαιο ύφος, σα να εκστόμιζε μια φιλοσοφική γενικολογία, μια απαραβίαστη θεωρητική αρχή. «Είναι όντως θαυμαστό! Λοιπόν...», την έπιασε από τους ώμους να καληνυχτίσει.

«Αυτό που λες», πρόφτασε η Ειρήνη να σπρώξει άλλη μια κουβέντα ανάμεσά τους, «αυτό που μόλις είπαμε, με τα ακροδάχτυλα, δεν το λες “λογοτεχνία”...».

«Πώς το λες;», τη ρώτησε πειραχτικά και έτοιμος να ξιφουλκήσει στο άκουσμα της καμπύλης λέξης που αρχίζει από ε-, και των όποιων συνωνύμων ή μετωνυμιών προέκρινε η ευφάνταστη συνομιλήτρια.

«Το λες μάλλον “θεωρία λογοτεχνίας”», είπε εκείνη, με όλο το κύρος που απέπνεε όταν φορούσε το ταγιέρ.

Ο Παύλος δεν δίστασε να καρφώσει το βλέμμα του στο ανοιχτό ντεκολτέ, να ακολουθήσει τις γλυκιές καμπύλες του κορμιού της, να παρατηρήσει την έξαψη κάτω από το ολάνοιχτο παλτό. Είχε κερδηθεί από την έξυπνή της στροφή, από την απρόσμενη θεωρητικοποίηση της συζήτησης. Ήταν τσαχπινιά. Παρέβλεψε το πείραγμα που έκρυβαν τα λόγια της, τον έμμεσο ψόγο.

«Σου έχω πει ότι μου αρέσουν οι έξυπνες γυναίκες;», τη ρώτησε και τη βεβαίωσε ότι γι’ αυτό ακριβώς την κάνει παρέα. Το βλέμμα του στάθηκε στο κάπως στραβό μα πλέριο κι ανεπιτήδευτο χαμόγελό της. Τη φίλησε στ’ ακρόχειλα και έφυγε με βήμα, αν όχι ταχύ, πάντως ρυθμικό.

Σε λίγο ήρθε το μετρό κι η Ειρήνη ένιωσε κάπως στενάχωρα που έπρεπε να περάσει αμέσως σε μια φωτεινότερη ζώνη, ενόσω από πάνω της έσταζαν ακόμα γλυκά σιρόπια μα και νοήματα σκιερά, ιδέες του μισοσκόταδου. Κάθισε δίπλα στο παράθυρο. Το μετρό άρχισε να λικνίζεται, μαζί κι οι σκέψεις της. Κανείς πάντως δεν έβαλε τούτη τη σκέψη στο τραπέζι: «Να προχωρούσαν παραπέρα εκείνο το βράδυ». Κι είχε το πράγμα απορία κι αμηχανία μα και πόνο βουβό.

25 Νοε 2013

Βαρκούλες του Ονείρου




Η άρμη στο δέρμα ως η θάλασσα στεγνώνει
Τα βότσαλα που ρίχνεις στ’ ανοιχτά
Ένα απλός χορός στην αμμουδιά
Ή ένας ψίθυρος που βγαίνει μυστικά

Το κύμα σε αέναη μουσική ροή
Νοτίζει τις βαρκούλες του ονείρου
Κι όταν η τελευταία βυθιστεί
Αναδιπλώνομαι απ’ τη χώρα του απείρου

Μα τη στερνή ετούτη παιδικότητα
Που κέρδισα ως έρχεται το δείλι
Πανηγυρίζω με κάθε εκλαμπρότητα
Στο αμμόκαστρο ή στο ταπεινό κοχύλι