Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διιστολογικό αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διιστολογικό αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Ιουν 2014

Άνθρωποι Διαβατάρικα Πουλιά...



ΕΥΗ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ-ΠΙΣΙΝΑ, Αγναντεύοντας. Τοπίο του νου.
Ακρυλικό σε χαρτί Modigliani, Candido, 320 gr.
Διαστάσεις 35 x 25 cm. Μάιος 2012.


Ανέμελα πετάνε τα πουλιά διασχίζοντας ωκεανούς και θάλασσες, κυνηγώντας το γλαυκό και το κίτρινο του καλοκαιριού. Τα ζώα τα άγρια δεν κουράζονται να ακολουθούνε τους καιρούς, τον ήχο του νερού, τα άλλα ζώα, το χορτάρι.

Κι ο άνθρωπος, στον πιο βαθύ πυρήνα του είναι τροφοσυλλέκτης, και κατόπιν κυνηγός τροφής. Κι ας έφτιαξε οικισμούς και μονιμότερες εγκαταστάσεις φιλιώνοντας με τη γη, δαμάζοντάς τη, πάντα ήταν έτοιμος να μεταχειριστεί τα δυο του πόδια, ή τα πρώτα εργαλεία που φτιάχνουν ταπεινά τα δυο του χέρια, για να μετακινηθεί, να ξεφύγει τον κίνδυνο, να αναζητήσει καλύτερη τύχη. Αν δεν μπορεί να το κάνει είναι άνθρωπος δεμένος με αλυσίδες, άνθρωπος δέντρο...

Κι εγώ δεν είμαι έτοιμη... Δεν είμαι έτοιμη για τη γιορτή, ο νους μου δεμένος με αλυσίδες, με σκοινιά, αγκυροβολημένος γύρω από το εγώ...

Οι μεγάλοι πολιτισμοί σχηματίστηκαν δίπλα στο νερό, το πλούσιο και πλωτό, γλυκό ή αλμυρό. Οι μεγάλες αφηγήσεις που ορίζουν τη ζωή, τον πολιτισμό, την πίστη συνδέονται συχνά με μια μετακίνηση.

Ο Άβραμ καλείται να φύγει από την πατρογονική γη Χαρράν στη Μεσοποταμία, να περιπλανηθεί, προτού καταλαγιάσει στη γη Χαναάν, γενεί Αβραάμ και άξιος της Διαθήκης. Η Γη της Επαγγελίας, λύτρωση από τη χώρα της σκλαβιάς είναι στην πραγματικότητα ένα ταξίδι των Εβραίων, διαμέσου της θαλάσσης, μέσα στην έρημο, μια περιπλάνηση 40 χρόνων. Η γυναίκα του Λωτ, πάλι, γίνεται στήλη άλατος, γιατί δεν μπορεί να αποχωριστεί τις γεωγραφικές συντεταγμένες ενός παρελθόντος που σκορπά το θάνατο.

Στα καθ’ ημάς, η σοφία του Οδυσσέα συνδέεται με τις περιπλανήσεις του στο μεγάλο ταξίδι επιστροφής προς την Ιθάκη. Η ανάπτυξη ενός πολιτισμού, αρχαίου, με το πέρασμα στ’ αντίπερα του Αιγαίου.

Κι εγώ δεν είμαι έτοιμη... Η βαθύτερη έγνοια της ζωής μου συνδέεται με την έννοια της ξενιτείας, αλλά η ξενιτειά είναι φαρμάκι και καημός.

Το βρέφος Ιησούς έφυγε κυνηγημένο και κατέφυγε στην Αίγυπτο για να γλιτώσει από τον βρεφοκτόνο Ηρώδη. Κινδύνευε τον έσχατο κίνδυνο.

Ο προαιώνιος Λόγος κένωσε εαυτόν, ξενιτεύτηκε από τον ουρανό, ώστε να αναδεχθεί εκουσίως την ανθρώπινη κατάσταση και να υποστεί εκουσίως τον έσχατο κίνδυνο.

Ναι αλλά εγώ δεν είμαι Αυτός... Και δεν μπορώ να παραιτηθώ από τη ζώνη της δικής μου ασφάλειας.

Οι λαοί πάντα μετακινούνταν. Και η ιστορία γνωρίζει πλήθος μεγάλες μετακινήσεις των λαών. Η κατάληξη αυτών των μετακινήσεων ήταν άλλοτε σφροδρή σύγκρουση πολεμική, άλλοτε ειρηνική διείσδυση και συνύπαρξη. Συχνά οι μετακινήσεις των λαών έθεταν σε μια οριακή κρίση όχι μόνο το επίπεδο πολιτισμού αλλά και την πνευματική, ηθική και φυσική ικμάδα ενός λαού.

Ζώντας σε μια τεχνολογική ασφάλεια, πιστεύουμε (θέλουμε να πιστεύουμε) ότι η φύση και η ιστορία μπορεί να δαμαστούν. Ότι τα προϊόντα αντιγήρανσης θα εμποδίσουν τα γηρατειά, ότι η ιατρική και η βιοτεχνολογία θα νικήσει ίσως ακόμα και το θάνατο. Μια γραμμική αντίληψη της ιστορίας γεννάει μέσα μας την ψευδαίσθηση της συνεχούς προόδου. Η γενιά μας μην έχοντας γνωρίσει πολέμους, παρά τους λεγόμενους περιφερειακούς, έχοντας μεριμνήσει για παιδιά και εγγόνια, διασφαλίσει τα γηρατειά, δυσκολεύεται πολύ με τις απροσδόκητες αλλά και αναπόδραστες ανατροπές των συνθηκών ή και της ίδιας της ζωής της.

Χτίζουμε τείχη. Κάνουμε την Ευρώπη φρούριο, να την προασπίσουμε έναντι των εξωτερικών εχθρών. Κάνουμε την Ευρώπη φυλακή, που τη μαστίζει η κλεισούρα, η αλληλοεκμετάλλευση και η χολέρα.

Ίσως έτσι να είναι... Ίσως ο ανοιχτός αέρας είναι υγεία.

Οι ‘εχθροί’ δεν είναι οπλισμένοι. Έρχονται όμως αδιάκοπα. Και μια ρητορική που αρέσκεται να θρέφει το φόβο, αυτή η ίδια που θέλει να καθυποτάξει εμάς, μας κάνει να ζούμε με φόβο και να βλέπουμε εχθρό εκεί που απλώς είναι ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος άοπλος, ένας άνθρωπος σε κίνδυνο.

Και εκθρέφοντας τα πιο φονικά μας ένστιχτα μας κάνει να στρεφόμαστε εναντίον του αδυνάτου, αντί να στραφούμε εναντίον του δυνατού. Δεν αφήνει να δούμε στον άλλο τη δυνατότητα μιας σχέσης που μπορεί να χτιστεί σε πολλά επίπεδα.

Η Χίβα. Η Χίβα... Έφυγε κυνηγημένη από τα κουρδικά εδάφη του Ιράν, διωγμένη ως φεμινίστρια επειδή υποστήριζε το δικαίωμα των γυναικών στη μόρφωση –και ενώ η δασκάλα της δολοφονήθηκε–, πέρασε στο Ιράκ, από εκεί στην Τουρκία... και με τα χίλια βάσανα κατόρθωσε να φτάσει ώς εδώ. Μια νύχτα μου είπε την ιστορία της.

Τη δυνατότητα μιας σχέσης διέκρινα όταν μια πολύ ευγενική κυρία με πήρε στο τηλέφωνο, ρωτώντας με αν εκδίδουμε ποίηση. «΄Οχι», απάντησα στερεότυπα και κάπως σκαιά, «μόνο δίγλωσσες μεταφράσεις έργων μεγάλων ποιητών έχουμε μέχρι τώρα εκδώσει». Αντί στη στερότυπή μου απάντηση να αισθανθώ τη με χίλιους τρόπους εκφρασμένη ανταπάντηση «μα κι εγώ, παραγνωρισμένος μεγάλος ποιητής είμαι», κάτι διαφορετικό μου είπε η Χίβα. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς, θυμάμαι όμως ότι η πολύ μεγάλη της ευγένεια με οδήγησε να της κλείσω ραντεβού. Ραντεβού που κατέληξε στην έκδοση ενός ποιητικού βιβλίου, για το οποίο είμαι περήφανη.

Η Χίβα και σήμερα περνάει πολύ μεγάλες δυσκολίες σε αυτή τη χώρα, έχει όμως μεταφράσει Αισχύλο και πολλούς Έλληνες συγγραφείς και ποιητές στα κουρδικά, πονάει τη πατρίδα μας περισσότερο από εμάς τους ίδιους.

Δεν είμαι έτοιμη να αντέξω άλλο πόνο, θλίψη, κλάμα. Και οι πιο ευαίσθητοι από εμάς φτάνουμε να κλείνουμε τα αυτιά στη θλίψη και τον πόνο των μεταναστών, αυτών που καταλήγουν στα βαθιά μπλε νερά του Αιγαίου, αυτών που σαπίζουν στο λασπερότατο βούρκο τούτης της κοινωνίας μας. Μοιρολόι, τραγούδι, ποίηση.

Ο Ρόνι είναι ο δάσκαλός μου των αραβικών. Πριν γίνει δάσκαλός μου, ήρθε μια μέρα για να προτείνει συνεργασία με τον εκδοτικό μας οίκο. Η σπίθα του συνάντησε την τρέλα μας, και η συνεργασία άρχισε. Η συνεργασία αυτή προχώρησε σε πολλά επίπεδα και θα είχε προχωρήσει περισσότερο αν δεν ήταν τόσο δύσκολοι οι καιροί. Ο Ρόνι είναι καλός δάσκαλος. Με μαθαίνει συνέχεια πράγματα που δεν γνωρίζω, μου απαντά σε βάθος που δεν θα έφθανα ποτέ χωρίς οδηγό, με βοηθάει να κατανοήσω έναν πολιτισμό. Είμαστε φίλοι. Η παρουσία του είναι στη ζωή μου πλούτος.

Χαρά. Η παρουσία των μεταναστών είναι χαρά, και τη χαρά σπεύδει να τη συναντήσει κανείς. Ω ναι, ποτέ δεν είμαι ανέτοιμη για τη χαρά.

Χθες βράδυ ένας αγαπημένος φίλος με έκανε κοινωνό της δικής του πραγματικότητας. Τα μαζεύει με τη γυναίκα, τα παιδάκια του, και φεύγει, γι’ άλλη γη γι’ άλλα μέρη... Η χώρα μας, πατρίδα μας, μάνα μας, ήταν πολύ αφιλόξενη γι’ αυτόν.

Το είπα στην κόρη μου και κούνησε απλά, στοχαστικά το κεφάλι. Οι περισσότεροι φίλοι της, και ιδίως οι λίγο μεγαλύτεροι φίλοι της φεύγουν, σε πορεία για το άγνωστο...

Πουλάκια διαβατάρικα, πουλάκια ξενιτεμένα...

Τι κι αν φεύγεις ή αν έρχεσαι, πουλάκι, ελπίζω να δώσει ο Θεός να φας απ’ το χεράκι μου, ή να βρεθεί για σένα ψιχουλάκι και φύλλο μαντζουράνας και βασιλικού.


Το κείμενο αυτό είναι συμμετοχή σε δι-ιστολογικό αφιέρωμα με θέμα «Σύνορα- πρόσφυγες – αλληλεγγύη», με την ευκαιρία του 4ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Χίου, το οποίο οργανώνεται από τη «Λάθρα;» – Επιτροπή Αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες Χίου.

13 & 14 ΙΟΥΝΙΟΥ

“....να σπάσουμε τα σύνορα που μας χωρίζουν.” 

 


Συμμετέχουν οι:

6οΣύνταγμα Πεζικού, Βιβλιοθηκάριος

Δυοπαιδιά κυνηγούν την ευτυχία, Rubies and Clouds – Nefosis

Άβυσσος, Ερυθρό Καγκουρό.

Κοινωνία μου, την εικόνα σου βλέπω και ΔΕΝ σουμοιάζω, Rubies and Clouds – RubiRoubinakiM


Άμμος Χαλάσσης, Τσαλαπετεινός 


Είτε το γράφουν ορθά, είτε με γιώτα, Κυνοκέφαλοι

Η μετανάστευση μέσα στα θρησκευτικά κείμενα: Θρήσκευε και επαναστάτησε

30 Ιαν 2014

Στα 21 καίγεσαι!





Όταν μου ζητούν μια λίστα με τα 20 σημαντικότερα βιβλία που διάβασα, ένα άγχος με περιλούζει. Ίσως να μη χρειαστεί να καλέσω τον ψυχολόγο μου και να ξοδευτώ, ίσως θα μπορούσα και μόνη μου να διαγνώσω («στο βάθος κήπος») την ανάγκη μου να δείξω πως είμαι κορίτσι από σπίτι.

Παρακολουθώ συγγραφείς και συναδέλφους να συνοδεύουν υποβοηθητικά την κριτική επιτροπή των Νομπέλ, να συμβουλιάζονται για να επικαθορίσουν στα social media όλο τον Δυτικό Κανόνα, και... και... λυγίζω κάτω από το βάρος της ευθύνης. Της ευθύνης για το κοινό, της ευθύνης επίσης προς το πρόσωπό μου, να υποβάλλω (επιβάλλω;) σε δημόσια κρίση (χλεύη;) την ημετέρα ελλογιμότητα, ή τουλάχιστον να μην ξεφτιλιστώ.

Δεν έχω προλάβει και πολύ να το σκεφτώ, αποβραδίς, και έτσι είναι ένα ποστ μισοέτοιμο. Ας πούμε, μια εμφάνιση με κομπινεζόν. Ξέρω, κάποιοι θα το θεωρήσουν μεγίστη απρέπεια, κάποιοι άλλοι θα κάνουν πανηγύρι...

Αλλά τι νόημα μπορεί να έχει η λίστα ανάγνωσης της μαθήτριας του πρώτου θρανίου; Μάλλον η μαθήτρια του τελευταίου θρανίου θα είναι πιο προχωρημένη...



  • Και μιας και ξεκινώ από το τελευταίο θρανίο, εκεί ακριβώς βρισκόμουν, τελευταίο θρανίο και παράθυρο γωνία, όταν διάβαζα –τη μονότονη ώρα των αρχαίων–, την Ελευθερία του Ήθους (β΄ [αναθεωρημένη] έκδοση, τότε εκδόσεις Γρηγόρη) του Χρήστου Γιανναρά. Ακόμα και σήμερα θεωρώ ότι χάραξε καινούργιους δρόμους στην αυτοσυνειδησία μας, ήρθε σε χρόνο κατάλληλο και είναι γενικότερα κατά τη γνώμη μου η σημαντικότερη συμβολή του Χ.Γ. Στα ανέμελα 17 μου χρόνια συμβάδιζε απόλυτα με τις προσωπικές μου αναζητήσεις. Δραπέτευσα τότε οριστικά από τα στενά καλούπια μιας νομικιστικής και εν πολλοίς υποκριτικής μικροαστικής ηθικής και άνοιξα πανιά στην αναζήτηση της ελευθερίας του προσωπικού ήθους.

  • Την ίδια χρονική περίοδο, και πάλι την ώρα των αρχαίων, στην Γ΄ Λυκείου, η αλλεργία μου για το σχολείο είχε χτυπήσει κόκκινο. Έχοντας γερές βάσεις στη γλώσσα από τα προηγούμενα χρόνια, είχα την πολυτέλεια να αρρωσταίνω με την ιδεοληπτική αρχαιοπληξία της καθηγήτριάς μου και την εξιδανίκευση της αρχαιότητας. Αναζητούσα τα στοιχεία της νεοελληνικής μου ταυτότητας, και μάλιστα δίχως καμία εξιδανίκευση. Στην ανάγκη αυτή απάντησε ο Μακρυγιάννης με τα Απομνημονεύματά του, αξέχαστο για μένα πεδίο αυτογνωσίας για τη νεοελληνική μας ιστορία και όχι μόνο. [Μόλις το φωτογράφισα έχυσα επάνω του μισή κούπα καφέ – δυστυχία μου!]



  • Αν κάνω ένα flashback σε μικρότερα ακόμα χρόνια, τα γυμνασιακά, θυμάμαι την αμήχανη ώρα, πρώτη ώρα των Νέων Ελληνικών στην α’ γυμνασίου, πού η εξαίρετη φιλόλογός μας μάς ρωτούσε για τα μέχρι τότε διαβάσματά μας. Η σημαντικότατη αυτή γυναίκα για τη μεταγενέστερη αγάπη μου στη φιλολογία, αφού άκουσε, υπομόνεψε, χαμογέλασε, κατόπιν μας έδωσε πολύ απαλά οδηγίες για να προχωρήσουμε σε μια πιο συστηματική ανάγνωση της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από τα πρώτα ονόματα που μας συνέστησε ήταν και ο Ηλίας Βενέζης, ο οποίος ήταν σε κάθε επίπεδο προσπελάσιμος σ’ εμάς. Διάβασα όλο το έργο του στο διάστημα των γυμνασιακών χρόνων και ιδίως καλοκαιριών, αυτών των υπέροχα παραγωγικών καλοκαιριών που διαρκούσαν τρεισήμισι μήνες. Ίσως, αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα βιβλίο του Ηλία Βενέζη, θα έλεγα: Το Νούμερο 31328 [στη biblionet.gr είναι μόνο καταχωρημένο σε έκδοση του συγκροτήματος - ε, όχι!] . Αυτό μου γέννησε μια παρόμοια αγάπη για άλλες ανάλογες βιογραφικές αφηγήσεις, π.χ. Τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, Τα Τετράδια της Ανζέλ Κουρτιάν, ή μυθιστορήματα όπως του Φραντς Βέρφελ (μτφρ. Α. Παρθένης), Οι Σαράντα Μέρες του Μουζά Ντάγκ: Όλεθρος, Σωτηρία, Όλεθρος. Ή ακόμα ακόμα σε άλλες γεωγραφικές συντεταγμένες, όπως Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, που απολάμβανα με χαμόγελο και δάκρυ, παντελώς ανυποψίαστη σχετικά με τις μεταγενέστερες ανακαλύψεις για την κάποια λογοκρισία επί του κειμένου από τον πατέρα της συγγραφέως... Ιστορίες κατατρεγμού μέχρι θανάτου απετέλεσαν έκτοτε μια από τις πάγιες προτιμήσεις των αναγνωσμάτων μου.

  • Την ίδια περίπου εποχή, γύρω στα δεκατρία, εγώ ένα κορίτσι σε αθηναϊκό διαμέρισμα δίχως τηλεόραση, με υπέροχες προϋποθέσεις ησυχίας και περισυλλογής, είχα εξαντλήσει όλη την παιδική και εφηβική μου βιβλιοθήκη, και όλα τα βιβλία που παράγγελνα και αγόραζα κατά καιρούς. Άρχισα λοιπόν τις εξερευνήσεις, αφενός στη θεολογική/φιλοσοφική και επιστημονική βιβλιοθήκη του πατέρα μου, αλλά και στη σχεδόν απαγορευμένη μικρή λογοτεχνική βιβλιοθήκη της μητέρας μου. Έτσι κάπως, έκανα την πρώτη μου επαφή με τους Ρώσους, μια επαφή που με τάραξε αρκετά, αλλά και με σημάδεψε. Το μικρό βιβλιαράκι που έπιασα στα χέρια μου, με διάθεση να το ξεπετάξω σε μια σύντομη και ανέμελη μεσημεριανή ανάπαυλα ήταν Η Σονάτα του Κρόιτσερ του Λέοντος Τολστόι. Δεν είναι το σημαντικότερο έργο του Τολστόι, αλλά τότε με αναστάτωσε μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής μου, διότι γκρέμιζε όλες τις ρομαντικές μου ιδέες περί έρωτα, που μόλις άνθιζαν μέσα μου. Αρχικά η νουβέλα μού φαινόταν αποτρόπαιη, αλλά η πρόκληση που μου παρείχε, να περάσω σε ένα χάος άγνωστων σε μένα καταβυθίσεων στα ερωτικά ανικανοποίητα, στην εναλλαγή πλήξης, πολέμου και σφοδρών ερωτικών αισθημάτων, με έσπρωξε (κανονικά με έσπρωξε βιαίως και παρά τη σθεναρή μου αντίσταση) πολλά βήματα παραπέρα στην πορεία της ενηλικίωσης. Η πρόκληση ήταν πρόσκληση, και το ανυποψίαστο για το δώρο που του τύχαινε θύμα της ερωτεύτηκε τους Ρώσους διά παντός. Και τους ξεκοκάλιζε όλες τις επόμενες δεκαετίες, με πάθος ακατασίγαστο, ας περνούσε στάδια πλήξης, πολέμου και ερωτικού πάθους: το τελευταίο σκίαζε τα πάντα.

  • Η ρώσικη λογοτεχνία. Ένα εντελώς ιδιαίτερο στη ζωή μου κεφάλαιο... Εκτάθηκε σε πλάτος και σε βάθος, σε ελληνικά και ξένες μεταφράσεις κάθε λογής, σε απόπειρες εκμάθησης της Ρωσικής που δεν ολοκληρώθηκαν, και ως ανολοκλήρωτος ίσως πόθος ακόμα με σιγοκαίει. Μιλώντας όμως για Ρώσους, θα βάλουμε από τη μία όλους τους άλλους, εκλεκτούς και αγαπημένους στην ποικιλία τους, και από την άλλη τον ισοβαρή όλων στη δική μου συνείδηση Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Αν ήμουν ίσως πιο ειλικρινής και δεν με απασχολούσε καθόλου η ανάγκη μιας ισορροπίας, θα έκανα έναν κατάλογο 20 βιβλίων από τα έργα του Ντοστογιέφσκι. Παρά την τρέλα μου με το Υπόγειο, που άφησε τα χνάρια της στο ένα και μοναδικό μέχρι τώρα δικό μου λογοτεχνικό βιβλίο, αν ήθελα να λειτουργήσω πιο ακαδημαϊκά, μέσα από διλήμματα επί διλημμάτων θα κατέληγα μάλλον στους Αδελφούς Καραμαζόβ, (μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου) ένα βιβλίο που το έχω διαβάσει πάνω από 5 φορές σε διαφορετικές ηλικίες, και δεν το έχω χορτάσει. Κάθε φορά που ρωτώ μαθητές ή φοιτητές αν έχουν διαβάσει Ντοστογιέφσκι, και σπανιότατα κάποιος έχει διαβάσει π.χ. τον Έφηβο, μετά κόπου συγκρατούμαι να μην τους πω: «πετάξτε όλα τα άχρηστα μαθήματα, μην ξαναπάτε ποτέ σε φροντιστήριο, ανοίξτε τα μάτια σας στη λογοτεχνία και κυνηγήστε το νόημα της ζωής!» (Αλλά σωπαίνω καθώς ξέρω πως δεν είμαι παρά μια τρελόγρια...)
 
  • Η βιβλιοθήκη του πατέρα μου με προμήθευσε νωρίς νωρίς με κείμενα που έβαζαν κάτι από την ομορφιά της αγιότητας στην καθημερινότητα. Από εκείνη την ηλικία μου άρεσε η πατερική γραμματεία, τα γεροντικά, οι φιλοκαλίες, τα αγιολογικά κείμενα – και βέβαια είχα την τύχη να συναντήσω τον αφρό. Ακόμα σήμερα τέτοια διαβάσματα συνοδεύουν πάντα τα άλλα. Δεν θα διαλέξω λοιπόν από τα παλαιότερα, αλλά από τα νεότερα: για την ακρίβεια έναν τόμο αρκετά βαρύ: Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, γραμμένο από τον ιερομόναχο Ισαάκ (Ψ; /– ένα πολύ αγαπητό μου Ψ;). Το διάβασα στις απαρχές της οικονομικής κρίσης, και ομολογώ ότι ήταν ένα βιβλίο που μου συγκράτησε την τρέλα και ανταποκρίθηκε στις εσώτατές μου ανάγκες εκείνης της περιόδου. Όταν το τέλειωσα, πραγματικά λυπήθηκα γιατί έχασα κάτι που μου έδινε στη μέρα μου ρυθμό. Όποιος θέλει να γνωρίσει τον πραγματικό Παΐσιο, δεν έχει παρά να το αναζητήσει. Αυτά τα βιβλία δεν περιλαμβάνονται ποτέ στους ούτως ή άλλως παραπλανητικούς καταλόγους των ευπώλητων, αλλά είναι ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 2004.

  • Ας γυρίσω όμως στα φοιτητικά μου χρόνια, τα γεμάτα διαβάσματα στο χώρο της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας, της παιδαγωγικής και της πολιτικής, της οικονομίας κλπ. μαζί με τη θεολογία. Κίρκεγκορ και Χάιντεγγερ, Σαρτρ [και Καμί], Καστοριάδης, η Σχολή της Φρανκφούρτης, και οτιδήποτε συναφές κυκλοφορούσε ελληνικά τη δεκαετία του 80-90. Η λίστα συμπληρωνόταν αδιάκοπα και τις επόμενες δεκαετίες. Πολύ δύσκολο, μάλλον αδύνατο, να ξεδιαλέξω κάτι, καθώς όλα ήταν σημαντικά για μένα, αλλά σε ένα διαρκή διάλογο το ένα με το άλλο. Αν αξίζει να ξεδιαλέξω κάτι από τα γενικότερα δοκιμιακά και επιστημονικά διαβάσματα των φοιτητικών μου χρόνων, θα επέλεγα ίσως το σημαδιακό και πολύ παρεξηγημένο έργο του Μαξ Βέμπερ (μτφρ. Δ. Κούρτοβικ), Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού [εδώ δεν μπορώ να αποφύγω το συγκρότημα]. Το έργο αυτό, ευστοχότατο στις παρατηρήσεις του, ατυχές στην απολυτότητα με την οποία εκλαϊκευτικά διερμηνεύτηκε αργότερα, ήταν για μένα σαν τα κουμπιά που συνδέουν μεταξύ τους ετερόκλητα υφάσματα της γνώσης σε ένα γεμάτο νόημα σύνολο.

  • Από τα διαβάσματά μου τα πιο κοντινά στις θεολογικές μου αναζητήσεις και συνάμα στις πολιτικές και φιλοσοφικές μου ανησυχίες θα όφειλα να αναφέρω ένα όνομα με ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο λόγος για τον Νικολάι Μπερντιάγεφ και το σύνολο έργο του. Αν πάλι έπρεπε να επιλέξω, θα επέλεγα το Χριστιανισμός και Κοινωνική Πραγματικότητα (μτφρ. Β. Γιούλτσης)...

  • Παρά τις βαθυστόχαστες και βαρύγδουπες αναλύσεις μας, δεν περιφρονούσαμε και άλλες αφηγήσεις, με κοινωνικοπολιτικό ενδιαφέρον, όπως π.χ. βιογραφίες. Από αυτή την κατηγορία και σε συνάρτηση με τα φοιτητικά μου χρόνια θα επέλεγα τη βιογραφία του Τσε Γκεβάρα από τον Ρόχο, μτφρ. Α. Γεωργούλη: Ricardo Rojo, Τσε Γκουεβάρα: Η Ζωή και ο Θάνατος ενός Φίλου. Το βιβλίο αυτό, που σήμερα βρίσκεται μόνο σε βιβλιοθήκες, άναψε μέσα μου μια σπίθα που μάλλον δεν έσβησε ποτέ.

  • Δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω από τη δυτικοευρωπαϊκή κλασική Λογοτεχνία. Πάντα διάβαζα λογοτεχνία και πάντα τέτοια έργα τα ξεκινούσα και ξεχνούσα να φάω, να κοιμηθώ, ν’ ανασάνω. Αγγλοσαξωνική, γαλλική, κεντροευρωπαϊκή, ισπανική, ιταλική... Ειδικά τη λογοτεχνία του 19ου τη διαβάζω και την ξαναδιαβάζω δίχως κορεσμό. Προκειμένου να βγω από τη δυσκολία μιας επιλογής που να ξεχωρίζει, θα πάω σε λίγο προγενέστερους αιώνες, στη Θεία Κωμωδία του Δάντη, σε μετάφραση Ν. Καζαντζάκη. Δεν το κάνω όμως από λαχτάρα για βελούδο και μετάξι. Είναι έργο που πραγματικά με σημάδεψε.

  • Από την πιο σύγχρονη ευρωπαϊκή και γενικότερα δυτική λογοτεχνία, με εκτίμηση στην αγγλική, οπωσδήποτε τη ρωσική, κάπως λιγότερο στην πνιγμένη σε αντικείμενα αμερικανική ή τη φορτωμένη σε τερτίπια του λόγου γαλλική, θα αναφερόμουν ιδιαίτερα στη γερμανική λογοτεχνία. Με μεγάλη παράδοση στο μυθιστόρημα, ανάμεσα σε πολλούς άξιους εκπροσώπους, μου έχει κλέψει την καρδιά ο Ρόμπερτ Μούζιλ (μτφρ. Τ. Σιετή) με τον Άνθρωπο χωρίς Ιδιότητες.

  • Στους Έλληνες, τώρα. Ο μεγαλύτερος Έλληνας μυθιστοριογράφος είναι με απόσταση ο Στρατής Τσίρκας. Την τριλογία του, Ακυβέρνητες Πολιτείες, τη διάβασα όταν εκδόθηκε ξανά από τον Κέδρο το 2002 (το link στον πρώτο τόμο). Με είχε συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό, που το έπαιρνα μαζί μου στο σχολείο, και το διάβαζα στα κενά, τρυπώνοντας σε μια γωνιά ή τη σχολική βιβλιοθήκη. Ο μεταμορφωτικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος ήταν τόσο ισχυρός που εγγραφόταν στο πρόσωπό μου και εντυπωσίαζε τρίτους ανεπίγνωστους παρατηρητές. "Τι σου συμβαίνει;" "Καλά είμαι", απαντούσα...

  • Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος. Ως διηγηματογράφος κατεξοχήν είναι άδικο να αντιπροσωπευθεί με ένα από τα λιγοστά του, εξαίρετα επίσης, έργα σε μεγαλύτερη φόρμα. Αλλά και από τα διηγήματα δεν ξέρεις πραγματικά ποιο να διαλέξεις. Είναι σαν ένα ασυνεχές συνεχές. Καθώς έχουν εκδοθεί σε τόμους, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τα Άπαντα, δηλαδή για το σύνολο έργο του ανεπιφύλακτα. Η διαφοροποίηση δεν χαλάει την αναλογία, είναι απλώς μια κόκκινη πινελιά σε φαιοπράσινο αγρό.

  • Από ποιητές δεν λείπουν. Μεγάλωσα με ποίηση, όλο κάτι σκαλίζω, όλο κάποια σελίδα διαβάζω – δίπλα σημειωματάριο με σημειώσεις, δοκιμές, ορνιθοσκαλίσματα. Πώς να ξεκινήσει κανείς από κάτι άλλο παρά τον Σολωμό; Αν και έχω αγαπήσει τα σχεδιάσματα, τον Ύμνο στην Ελευθερία κ.ά. ίσως, μιλώντας προσωπικά, έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στον Κρητικό.

  • Ο Καβάφης παραμένει αγαπημένος μου – το αντίστοιχο από κάποιες πλευρές του Τσίρκα σε ποίηση. Κι αυτά εκεί τα χώματα, στο σμίξιμο των ηπείρων και των πολιτισμών πάντα με μαγεύουν. (Την αγάπη μου στα πιο μαύρα ακόμα χώματα της Αφρικής δεν κατάφερα να την αποτυπώσω σε βιβλίο). Και πέρα από τα προφανή ονόματα που περιμένει κανείς να ακούσει γενικότερα, θα όφειλα να ετοιμάσω ένα ποστ για ελάσσονες και συχνά παραγνωρισμένους Έλληνες ποιητές του καιρού μας. Κλωτσήστε με καμιά φορά να το κάνω – για τέτοια χρειάζομαι κλωτσιές.

  • Η επαγγελματική ανάμειξή μου με τον χώρο του βιβλίου από τότε που ιδρύσαμε τις εκδόσεις Μαΐστρος, έχει λίγο αλλάξει τους αναγνωστικούς μου τρόπους. Η ανάγνωση συχνά πια δεν είναι τόσο απόλαυση, αλλά γίνεται υποχρέωση. Ξεκινώντας από τον κόσμο των χειρογράφων, δακτυλογράφων και κάθε λογής υποψηφίων προς έκδοση έργων, που πάντα πρέπει να τα διαβάζεις με κριτική εγρήγορση, σπάνια αφήνεσαι να νικηθείς από την αναγνωστική απόλαυση. Και ναι μεν διαβάζεις ως κριτικός λογοτεχνίας (στην οποία έχεις επίσης επίμοχθα μετεκπαιδευθεί – και είναι μόχθος και χαρά και πλησμονή ομορφιάς μαζί), αλλά οφείλεις να διατηρείς και ένα εμπορικό κριτήριο – κάτι στο οποίο έχω πολλές φορές αποδειχτεί μπόσικη. (Να μείνω στα χειρόγραφα, να μη μιλήσω για τα χρεώγραφα που στοιχειώνουν τη ζωή του επαγγελματία). Το ίδιο ισχύει και όταν επιμελείσαι την έκδοση, ελέγχεις ή κάνεις τις τυπογραφικές διορθώσεις, επιμελείσαι μια μετάφραση ή ό,τι άλλο. Ο κόπος και η επανάληψη σκοτώνει την απόλαυση. Κάποιες φορές, σπάνιες, ανταμείβεσαι. Έτσι, όταν γοητευμένοι από τη σπάνιά του αλήθεια και ομορφιά, γύρω από τον κόσμο της γραφής, αποφασίσαμε το 2006 να εκδώσουμε το Αρχιπέλαγος της Γραφής του Ηρακλή Λογοθέτη. Ένα έργο για πολύ επαρκείς αναγνώστες, έργο ζωής του ίδιου του συγγραφέα, ταξίδι μαγευτικό σε πλατιές θάλασσες και απόμερα ακρογιάλια, εξαίρετο δείγμα λογοτεχνικού δοκιμίου, γλώσσα πλανεύτρα και υπέροχη – μια από τις τρελίτσες που έκανα ως εκδότρια – και το λέω χωρίς διαφημιστική πρόθεση: είναι για λίγους.

  • Μια άλλη χαρά είχαμε όταν έφτασε στην πόρτα του εκδοτικού μια μετάφραση από τα ρουμανικά, που είχε ωραιότατη γλώσσα αλλά έχριζε μεγάλης επιμέλειας λόγω της συνθετότητας και γραμματολογικής πολυπλοκότητας με πλήθος υπόρρητων αναφορών, του σημαντικότερου έργου του (παντελώς άγνωστου στην Ελλάδα τότε) Νικολάε Στάινχαρτ. Ο λόγος για Το Ημερολόγιο της Ευτυχίας. Επίσης λογοτεχνικό δοκίμιο, αλλά και σημείο συνάντησης στοχαστικών και αφηγηματικών μερών, μια πραγματική τοπιογραφία της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένα σταυροδρόμι μεταξύ ανατολής και δύσης, αθεΐας και πίστης, ανθρωπιάς και ρουφιανιάς, όλα γραμμένα μέσα στις σκοτεινότερες φυλακές της Ρουμανίας των σκληρότερων ημερών του κομουνιστικού καθεστώτος. Αυτό είναι ένα βιβλίο στο οποίο επανέρχομαι ξανά και ξανά, διαβάζοντάς το τμηματικά, δίχως να το χορταίνω. Εξαντλημένο, δυστυχώς, χαρακτηρίστηκε το Βιβλίο των Βιβλίων της Ανατολής.

  • Την Ιλιάδα τη διάβασα σαν μυθιστόρημα και την απόλαυσα πολλαπλά μέσα από την πεζή μεταγραφή κάποιου πολύ σπουδαίου ανώνυμου εργάτη της γλώσσας. Ήρθε στα χέρια μας με μια διαδικασία σχεδόν μαγική. Ένα σημαντικότατο έργο, εξαντλημένο κι αυτό σήμερα, που επιτρέπει πάντως την απρόσκοπτη οικείωση του σύγχρονου αναγνώστη με το μείζον έργο της αρχαιοελληνικής γραμματείας μας.

  • Η Καινή Διαθήκη, το παγκόσμιο best seller όλων των εποχών, είναι πάνω στο γραφείο μου και δίπλα στο προσκεφάλι μου. Αν ήταν να διάλεγα ένα και μόνο, αυτό θα ήταν το βιβλίο των βιβλίων εν όλω. Την προτιμώ στο πρωτότυπο, αλλά εξαίρετες μεταφράσεις είναι και αυτή της Βιβλικής Εταιρείας και αυτή της Αποστολικής Διακονίας.

  • Αυτό τον καιρό με συνοδεύει αναγνωστικά Η Γραμματική των Πολιτισμών του Φερνάν Μπροντέλ (Fernard Braudel, μτφρ.: Α. Αλεξάκης). Ένα από τα σημαντικότατα επιστημονικά συγγράμματα, οδικός χάρτης στην Ιστορία, αλλά και μοναδικής ποιότητας αφηγηματική γραφή, όπως μόνο οι ιστορικοί –οι μεγάλοι ιστορικοί– ξέρουν να αφηγούνται. Είμαι καβάλα στην καμήλα και ταξιδεύω στις ερήμους και τις πολύβουες πόλεις της Ανατολής, στους δρόμους του Ισλάμ, προτού περάσω ανατολικότερα.


Ταξιδεύοντας χρόνια με τα βιβλία, όλο και περισσότερο συνειδητοποιώ πόσο απέραντος είναι ο κόσμος, πόσο ταξίδια ακόμα μας μένουνε.Οι κλειστές λίστες με βιβλία μου θυμίζουν κάπου την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Υπακούει στις ανάγκες για (απολύτως στενό) καθορισμό του μικρού εκείνου ποσοστού που θα περάσει στον επόμενο βαθμό, οι άλλοι μένουν στάσιμοι ή απολύονται. Αν αυτό επιμεριστεί και ανά υπηρεσία, αδικούνται καταφανώς οι υπηρεσίες εκείνες όπου η δουλειά γίνεται με χαρά. Τα ίδια αδυσώπητα ποσοστά ισχύουν για όλους.

Στα 21 λοιπόν καίγεσαι. Για αυτό το λόγο η έννοια του κανόνα στη λογοτεχνία είναι μια έννοια ανοιχτή. Αλλά και με τη σύνδεση των επιλογών με προσωπικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι προφανές ότι απλώς μια αφορμή δίνουμε, δεν διαμορφώνουμε κάποιον κανόνα. Πειθάρχησα λοιπόν και δεν πειθάρχησα στο ζητούμενο, κάποια βιβλία ονόμασα και πολύ περισσότερα δεν ονόμασα, κάποια τα ονομάτισα και δεν τα συμπεριέλαβα, κάποια έριξα μόλις επάνω τους έναν τρεμάμενο φακό... Υπάρχουν εκεί έξω.

Ψύχρα. Να ρίξω ένα μπλουζάκι επάνω μου και να μην ξεχάσω: έχω και μια αποσκευή ακόμα, ένα μικρό κείμενο για το τι είναι λογοτέχνης. Θα το δημοσιεύσω εδώ, προσεχώς, και το αναγγέλλω τώρα, από φόβο μη και στο μεταξύ δειλιάσω. Γιατί και οι μαθητές του τελευταίου θρανίου, καμιά φορά, μόνο φασαρία κάνουμε, αλλά στα δύσκολα τρέμει το φυλλοκάρδι μας.

***

Ανήμερα των Τριών Ιεραρχών, είναι ένας τρόπος να τιμήσουμε την Παιδεία και τα γράμματα, γιατί  μνήμη σημαίνει πάνω από όλα παρουσία στο παρόν.


Το κείμενο αυτό γράφτηκε στο πλαίσιο διιστολογικού αφιερώματος με θέμα: 

 «Η Ανάγνωση δεν χωράει σε Λίστες».



Συμμετέχουν οι:
(συμπληρώνεται με το ρυθμό που ανεβαίνουν τα κείμενα)



rubies & clouds, με τρεις συμμετοχές: …βγάζουν καπνόν ακόμη,… [ανωνύμου]
                                                      
                                                         7 τραγούδια (εχμ, 20 βιβλία) θα σας πω Nefosis Nefosis
                                                         Η ανάγνωση δεν χωρά σε λίστες (πόσο σίγουροι είστε;) roubinaki M.

kospanti: Ο αναγνώστης

Τσαλαπετεινός: Ρευστή Λίστα

Ο βιβλιοθηκάριος: Η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες

Κυνοκέφαλοι, με διπλή συμμετοχή: Η Λίστα του Γιώργου (Μπουλακάκη)

                                                   και ΑλαΛΙΣΤΑτα του οικοδεσπότη Γρηγόρη Στουρνάρα

... έρχονται λίγο λίγο

9 Ιουν 2013

Ο Βιβλιοθηκάριος



Η βιτρίνα είναι στην αίθουσα του αναγνωστηρίου. Τα ξύλινα έπιπλα, οι στέρεες ξύλινες σκάλες σε κάνουν ευθύς αμέσως να νιώθεις πως είσαι σε καράβι. Ταξιδεύεις αρχικά σε ήρεμα νερά και κατόπιν, περνώντας τα στενά του Γιβραλτάρ βρίσκεσαι σε άγνωστες θάλασσες γεμάτες υφάλους, τέρατα, δράκους, θεριά… Μα δεν είσαι παρά στη Βιβλιοθήκη, σε μια Κεντρική Βιβλιοθήκη. Και το ταξίδι σου είναι στα αδιάβατα μονοπάτια της έρευνας. Ποιος είπε ότι δεν κρύβει παγίδες και κινδύνους κυριολεκτικούς μια μεταφορά; Το γνωρίζεις καλά, εσύ ο ερευνητής – γιατί να μην το πούμε πιο παραμυθένια, ο εξερευνητής αδιάβατων διαδρομών, αχαρτογράφητων εδαφών;

Μόνος θα πορευτείς τη διαδρομή, αφού σε θέλγουν τα άγνωστα νερά, τα απροσπέλαστα απ’ τον ήλιο δάση… Αλλά θα έχεις πυξίδα, εξάντα και αστρολάβο, τον βιβλιοθηκάριο. Επάγγελμα παλιό όσο κι η γνώση. Αυτός γνωρίζει τι κρύβεται και πίσω απ’ τη βιτρίνα. Παλεύει με τη σκόνη, τους ατέλειωτους σωρούς, τις άθλιες στοιβαγμένες αποθήκες. Καταλογογραφεί ευσυνείδητα και σου βρίσκει εκείνο που (ω του θαύματος!) δεν υπάρχει στον ηλεκτρονικό κατάλογο. Κανονικά, είναι «εκτιμητής βιβλίων», επιλέγει και παραγγέλνει, προβλέπει για σένα τον ερευνητή. Δεν ανήκει στις επιστημονικές του αρμοδιότητες απολύτως, αλλά φροντίζει τα σπάνια βιβλία, ενδεχομένως τα χειρόγραφα και παλίμψηστα…

Αν εσύ φέρεις βαρέως την αθλιότητα της οργάνωσης των βιβλιοθηκών στη χώρα σου, αθλιότητα που αποτυπώνει ανάγλυφα το γενικότερο πνευματικό επίπεδο, ο βιβλιοθηκάριος τη ζει.

Αν εσύ θυμάσαι με νόστο πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες επαρχιακών κωμοπόλεων στην Εσπερία, με σύστημα οργάνωσης πολύ σημαντικότερο εκείνου της αθηναϊκής πρωτευούσης, με δίκτυο που εκτείνεται παντού και μπορεί να σου παραγγείλει σχεδόν οτιδήποτε από οπουδήποτε, ο βιβλιοθηκάριος κάθε μέρα το αντιπαλεύει.

Αν η ιατρική κοινότητα μένει βουβή ή χαμηλόφωνα μόλις και ψιθυρίζει γιατί απαξιώνεται η Ιατρική Βιβλιοθήκη του Ευαγγελισμού, ο βιβλιοθηκάριος υψώνει τη φωνή.

Αν ιστορικές βιβλιοθήκες όπως της Ανδρίτσαινας συγχωνεύονται, τουτέστιν κλείνουν, και χλιαρά αντιδρούν οι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου, ουδαμώς οι ντόπιοι που ίσως δεν γνωρίζουν την αξία μιας βιβλιοθήκης, ο βιβλιοθηκάριος υψώνει τη φωνή.

Αν στα σχολεία εισάγονται Ερευνητικά Προγράμματα, αλλά κλείνουν οι υπάρχουσες πολυδιαφημιζόμενες βιβλιοθήκες που λειτούργησαν μέσω ΕΣΠΑ, από υποστελέχωση, κι ας ξέρει πως το ζήτημα αφορά έναν άλλο κλάδο, ο βιβλιοθηκάριος υψώνει τη φωνή.

***

Είμαι ερευνήτρια… Και νιώθω στερημένη σαν φτωχοκόριτσο της επαρχίας όταν μιλάμε για βιβλιοθήκες στην Ελλάδα.

Είμαι εκδότρια… Και έχουμε δωρίσει πάλιν και πολλάκις βιβλία σε βιβλιοθήκες που διαλύθηκαν στα εξ ών συνετέθησαν μόλις ξέφτισε ο αρχικός ενθουσιασμός των εθελοντών στελεχών τους, ενώ δεν στηρίχτηκαν σε επαγγελματική βάση.

Είμαι καθηγήτρια… Και θλίβομαι που δεν μπορώ να δείξω στα παιδιά πώς να ανακαλύπτουν τη γνώση όπως ανακαλύπτουν τον έρωτα.

Είμαι μάνα, σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Και θα ήθελα και τα σπίτια όπου στάζουν οι τοίχοι, όπου χτυπούν τα δόντια των παιδιών κάτω από τις κουβέρτες, όπου δεν υπάρχει internet ή και ρεύμα ηλεκτρικό, αυτά τα σπίτια και αυτά τα παιδιά, να περνούν τις ώρες τους ζεστά και δημιουργικά σε μια βιβλιοθήκη της γειτονιάς τους, στελεχωμένη με έναν βιβλιοθηκάριο με γνώση και ψυχή.

Είναι αναγκαίο όσο το ψωμί.

Στη φτώχεια είναι πιο αναγκαίο από ποτέ.

Είμαστε μια χώρα παρακμιακή, λίγο πριν την εμμηνόπαυση, μ’ ένα γυαλιστερό κομπινεζόν και χαζοκαμαρώνουμε…

***

Ο έρωτας του ερευνητή και του βιβλιοθηκάριου είναι επίσης αρχέγονος. Κι αν η έρευνα στη χώρα αυτή δεν προχωράει είναι γιατί η σχέση αυτή, η ερωτική, έχει έναν κόμπο απ’ την αρχή. Σκόπιμα μιλώ για έρωτα ερευνητή και βιβλιοθηκάριου και όχι έρευνας και βιβλιοθήκης. Γιατί τα έμψυχα τιμούν τα άψυχα. Οικογένεια είναι οι άνθρωποι όχι οι τοίχοι. Βιβλιοθήκη είναι κυρίως τα στελέχη της, όχι τόσο τα γεμάτα ή άδεια ράφια της.

Στον έρωτα αυτό, τον δύσκολο, όπως όλους τους έρωτες στα χρόνια του μνημονίου, βάζει ταφόπλακα μια γραφειοκρατία. Μια άψυχη, ληγμένη, περίτεχνη λογιστική χαρτούρα. Κι αν οι βιβλιοθηκάριοι λογίζονται οι πρώτοι αναλώσιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, μαζί τους αναλωνόμαστε, πυρπολούμαστε, καιγόμαστε, όλοι εμείς, οι ποικιλώνυμοι εραστές του βιβλίου.

***

Τον γνώριζα από τις αρχές σχεδόν της συμμετοχήs μου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Από τα οξυνούστατα σχόλιά του, πολύ κοντά με τις διαθέσεις μου για τον χώρο του βιβλίου και τον χώρο των βιβλιοθηκών. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω καλύτερα συν τω χρόνω. Γράφει ταχτικά σε έγκριτη εφημερίδα, αλλά δεν τον χαρακτηρίζει τίποτα ψωνίστικο. Τίποτε από το γνωστό ψωνίστικο των –όσο πιο δήθεν, τόσο πιο ψώνια– διανοουμένων.

Έχει χαμόγελο που σε λιώνει. Είναι η προσωποποίηση της απλότητας στις σχέσεις. Μεγάλη αρετή η απλότητα. Σε βλέπει, σε αγκαλιάζει, σε φιλάει. Μάγουλο βελούδο. Είναι οικοδεσπότης. Οικοδεσπότης διιστολογικών αφιερωμάτων και οικοδεσπότης αληθινός στην παρέα, όπου ένας πράσινος αναπτήρας μας ανάβει φωτιές.

Σε μελετάει και σ’ εμπιστεύεται. Χαρίζεται αλλά δεν υπερσχετίζεται. Στη δουλειά κρατάει την απλότητα, την εξυπηρετικότητα αλλά δεν υποκύπτει στην τυραννία της οικειότητας. Βλέπει μακριά, ως παραμυθάς, πατάει στη γη, ως εργάτης.

Συστήνεται ως βιβλιοθηκάριος. Τόσο απλά. Στην απλότητα διαφυλάσσει την ουσία, διαφυλάσσει την κρίση του στέρεη.

Απλό και διόλου περισπούδαστο και τούτο το κείμενο. Αφιερώνεται στον Βιβλιοθηκάριο.

Μαζί με τα άλλα του διιστολογικού μας αφιερώματος.

Χρόνια πολλά. Από γιορτή σε γιορτή...


Στα Κατσαμάκεια 2013 μετέχουν επίσης οι:

Nefosis A : Εμπρός λοιπόν καλά μου βιβλία!

roubinakiM : Το μάθημα που πρέπει να πάρεις, μικρέ μου Δίδυμε


Ο Δύτης των Νιπτήρων: Ο φανταστικός Βιβλιοθηκάριος

Deva Aleema: V for Vivliothikarios


Kidscloud: ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ! ;) ΚΑΤΣΑΜΑΚΕΙΑ 2013


Dina Vitzileou: Κατσαμάκεια 2013, μια γλυκειά όψη του διαδικτύου...


fvasileiou: Χρόνια πολλά, Γιώργο!

Stavrula: Ο φίλος μου ο Γιώργος

Silentcrossing: ρόλερ κόστερ στη βιβλιοθήκη

Λάσπη στ' αστέρια: Ένας κότσυφας στη μπλογκόσφαιρα


Κόκκινο Μπαλόνι: Για τον βιβλιοθηκάριο της καρδιάς μας 

Τσαλαπετεινός: Kaçamakεια 2013

Pollyanna: Να κάνουμε ένα αφιέρωμα με θέμα....

Καγκουρώ: Ένα αφιέρωμα από καρδιάς

Theorema: Το φως

kizil kum: τσακμακ

Anna-Silia: Όταν ήμουν... βιβλιοθηκάριος

Ερυθρό Καγκουρώ: Αντί πινακίου φακής...

Κουπέπκια: Κατσαμάκεια συνωμοσιολογία 

Κυνοκέφαλοι: γρηγόρης στ. είπε...

Happy Hour: Κατσακμάκι




27 Φεβ 2013

Είναι Ψεύτρες, οι Φωτογραφίες;




Τι μου έκανες σήμερα φίλε Γιώργο! Στέριωσα τη σκάλα, ανέβηκα στα πατάρια, χώθηκα στις κούτες και ψάχνω να βρω παιδικές μου φωτογραφίες… Μάταιο! Δεν υπάρχουν στο σπίτι… Βυθίστηκα στο βάθος του χρόνου και έφτασα μέχρι τα παιδικά χρόνια των δικών μου παιδιών… Ξέμειναν και πάλι οι δουλειές… Χάρηκαν τα μάτια τόσες αγκαλιές… Τόσα χαμόγελα… Τόσες στιγμές οικογενειακές… Εδώ τα τρία μικρά γυμνά στη μπανιέρα. Εδώ η Εύη και ο Δημήτρης αγκαλιά. Και πάλι παρακεί. Εδώ, η Μαρία γίνεται η "μαμά" του Γιώργου… Εδώ τα δυο μεγάλα παρατηρούν το νεογέννητο και τριπλοβαπτισθέν (άλλη φορά αυτή η ιστορία!). Εδώ ξαπλώνουμε [τις κορμάρες μας!] στη θάλασσα… Εκεί ο Δημήτρης πετάει τα παιδιά αεροπλάνο. Να κι ο παππούς, ο πατέρας του Δημήτρη, νεότατος. Και η γιαγιά, η μάνα μου, σαν να της μοιάζω τώρα… Ο πατέρας μου, με τα μικρά στο χαλί… Τα πάρτι, μια πλημμυρίδα από παιδιά… Εγώ με το ένα, ή με το άλλο, ή με τα δύο ή και τα τρία… Ταξίδια… Περιηγήσεις στο μαγικό κόσμο των παιδικών βιβλίων… Ζωγραφίζοντας… Κάνοντας κωλοτούμπες και ακροβατικά… Περιηγήσεις στα βουνά. Στη σκηνή το καλοκαίρι… Οικοδομικές εργασίες. Πάλι με τον Δημήτρη αγκαλιά. Φαγητό σε ταβέρνες… Σε επισημότερες δεξιώσεις. Καβάλα στο γαϊδούρι… Ο θείος μας χάρισε σκέιτμπορντ, και διασχίζουμε το σαλόνι απ’ άκρου σ’ άκρο! Τα ποδήλατα, διαδοχικά. Οι διακοπές με το σκυλί και τα ποδήλατα. Ποδηλασία στο βουνό. Η Πεντέλη βαθυπράσινο δάσος… Στο αεροδρόμιο. Μιλώντας σε συνέδρια. Στους Δελφούς και τον όσιο Λουκά Βοιωτίας. Σε δεκάδες μέρη, ιστορικά και ανιστόρητα… (sic) Με φίλους από όλα τα μέρη του κόσμου. Ω, πόσο αδύνατη ήμουν! (Γιατί πάντα πίστευα πως είμαι χοντρή;). Με τα ξαδέρφια των παιδιών. Με τα δικά μας αδέρφια…

Ένα είναι το κοινό στοιχείο όλων των φωτογραφιών… Ανεμελιά, χαμόγελα… Αγάπη, ζέστα, ξεγνοιασιά… Και πάλι ανεμελιά, και γέλιο πλατύ… Μάτια βελούδινα, μάτια γελαστά…

Πόσο λείπουν τώρα όλα αυτά… Άραγε οι σημερινές φωτογραφίες να αποπνέουν αύριο την ίδια ανεμελιά, το ίδιο γέλιο; Είναι ψεύτρες, οι φωτογραφίες;

Ή μια σκιά, όντως, θα σκιάζει τα μάτια;

Η θέα σήμερα, μια πλημμυρίδα χαμόγελου… Τα μάτια μου, μια πλημμυρίδα δάκρια… Πάω να τα σκουπίσω τώρα, να ανασυνταχτώ. Θα ανέβω στο πατάρι, θα κατέβω πάλι στο ύψος της καθημερινότητας, πρακτική, αποτελεσματική, νηφάλια. Σε λίγο, Κυριακή μεσημέρι. Ελπίζω, πάλι με χαμόγελα στο τραπέζι… να μη σκοτωθούν οι συνιστώσες στην πορεία για το «σοσιαλισμό»… αφού ξυπνήσει και η απογευματινή βάρδια… η νεολαία…

Δεν έχουμε απαρτία. Τμήμα της ολομέλειας έχει αφισοκόλληση. Ψωμί, παιδεία, ελευθερία…

Εμείς έχουμε αναλάβει το ψωμί, τα μεγαλύτερα παιδιά την παιδεία, ο μικρότερος απολαμβάνει όσο είναι καιρός ακόμη την ελευθερία του… Και η ζωή συνεχίζεται.

Venceremos!




ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο αυτό είναι μια απλή συμμετοχή σε δι-ιστολογικό αφιέρωμα που εμπνεύστηκε και οργάνωσε ο Βιβλιοθηκάριος!

Συμμετέχουν:

Τσαλαπετεινός: Μοναχοπούλι
Σημειωματάριο: Μια παλιά φωτογραφία