Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρωπολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρωπολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Απρ 2014

Τρία Καφέ στο Ελσίνκι



Τα καφενεία μιας χώρας είναι χαρακτηριστικό δείγμα του πολιτισμού της. Και υπάρχουν καφενεία ιστορικά, γεμάτα συγκινήσεις, αναμνήσεις, εμπειρία. Κάποιοι λαοί προσέχουν ιδιαίτερα τα ιστορικά τους καφενεία και φροντίζουν κατά την όποια ανακαίνιση να μην χαθούν τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά και φορτία της μνήμης. Κάποιοι μοιάζει να έχουν πάρει διαζύγιο με τη μνήμη τους, λες και το παρελθόν τους φορτώνει ενοχές, λες και τους στοιχειώνει, τους κυνηγά ως ερινύα, τους βαραίνει. Οι ίδιοι κυνηγούν το νέο, ίσως το φευγαλέο, από ανακαίνιση σε ανακαίνιση στο κλίμα μιας αδιάκοπα εφήμερης φτήνιας. Η στιγμή όμως περνά και χάνεται, κι έτσι αν δεν είναι μια γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το αύριο, ίσως είναι απλώς ένα σημείο του χρόνου μηδενικών διαστάσεων και σημασίας. Αντίθετα, αν είναι η οδός μέσω της οποίας δημιουργικά και δυναμικά συναντιέται το είναι μας με τις ρίζες του και καθορίζει την προοπτική του, μπορεί να είναι μαγευτική και σημαντική. Καθώς ο χρόνος είναι συνάμα χώρος, η αντιμετώπιση του χώρου στη διάσταση του χρόνου είναι από τα βασικά χνάρια πολιτισμού.

Γυρίζοντας πάλι στα καφενεία, η μνήμη ανακαλεί μεγάλες συζητήσεις και διαμάχες για ιστορικά καφενεία των Αθηνών, που δεν είχαν πάντα ένδοξη κατάληξη.

Ας πάμε όμως στο Ελσίνκι. Τρία καφέ ξεδιάλεξα τις λίγες μέρες που έμεινα εκεί, που κάτι ξεχωριστό σήμαναν για μένα.

Το “Παρεκκλήσι” 

 


Το ξεδιάλεξα, αλλά δεν το χόρτασα. Για την ακρίβεια το γνώρισα μόνο από έξω. Με γοήτευσε η φωτεινή του διαφάνεια, ένας σταθμός του φωτός στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Γύρω του επιβλητικά και μεγάλα ιστορικά ή σύγχρονα κτίρια, χάρμα οφθαλμών, αλλά και η άπλα του ελεύθερου χώρου, στον κεντρικό αυτό δρόμο και συνάμα πάρκο της πόλης.

Κάποτε εκεί ήταν λιβάδια. Έβοσκαν γελάδια τα καλοκαίρια και σταβλίζονταν το χειμώνα, τρεφόμενα με χόρτο ξερό, μια τεχνογνωσία που οι Φιλανδοί ανέπτυξαν σε ιδιαίτερη πατέντα στους σύγχρονους καιρούς. Όπως με ενημέρωσε ο ξεναγός μου, στις διαρκείς ερωτήσεις μου καθώς ενός τρίχρονου παιδιού που εξερευνά τον κόσμο, έτσι ταΐζουν τα γελάδια με τόσους μήνες χειμώνα και χιόνι, και ο τρόπος επεξεργασίας του χόρτου είναι ιδιαίτερα υγιεινός και υψηλής θρεπτικής αξίας. Εκεί λοιπόν, μου είπε ο ίδιος ξεναγός, υπήρχε ένα κονάκι που πουλούσε το γάλα. Αυτό ονόμαζαν “kappeli”, το οποίο εγώ μετέφρασα μέσα μου θεολογικό τῷ τρόπῳ ως παρεκκλήσι, και αποθαύμασα την ιερότητα ενός κόσμου, που τον φανταζόμουν γεμάτο δρυΐδες και ξωτικά, και ο οποίος ιεροποιεί την τροφή και την αφθονία της. Τα ιστορικά μου άλματα δεν με απασχόλησαν καθόλου –πώς αναπάντεχα προχώρησαν σε τέτοιο ιστορικό βάθος–, αφού εδώ δεν γράφουμε ιστορία αλλά φαντασία, και η φαντασία ανασυνθέτει την ιστορία σε δικό της παραμυθητικό αφήγημα. Ο θρύλος όμως που υπόρρητα είχα στο νου μου, κατέρρευσε μόλις θυμήθηκα, ενώπιος ενωπίῳ της οθόνης μου και επανερχόμενη στη λατρεία του ορθού λόγου, ότι γενικότερα τον ταβερνιάρη τον λέμε «κάπελα». Αλλά καθώς η ανοησία μου έχει τη δική της χάρη, την αφήνω εδώ, για να γελάσετε είτε σε βάρος μου, είτε μαζί μου, σε κάθε περίπτωση γιατί χαίρομαι να σας κάνω να γελάτε...

Το Καφέ απέναντι στο Ξενοδοχείο 

 


Μου το είπαν, αλλά δεν θυμάμαι ο όνομά του! Είμαι ξεχασιάρα. Ξέρω όμως τον δρόμο για εκεί. Βρίσκεται πάλι κεντρικά και ακριβώς απέναντι από το σημαντικότερο ξενοδοχείο της όλης Σκανδιναβίας. Έτσι το κατέγραψε με περηφάνια η ξεναγός μου, και εγώ σας το μεταφέρω με θρησκευτική ευλάβεια. Ούτε του ξενοδοχείου θυμάμαι το όνομα, αλλά καθώς μάλλον δεν έχω προοπτική να εγκαταβιώσω ούτε ως παρεπίδημη εκεί, ούτε συχνάζω σε τέτοια μέρη, χρήσιμο είναι να μη φορτώνω τον εγκέφαλό μου με περιττές πληροφορίες.

Η ξεναγός μου είναι μια πολύ ευειδής, λιγνή και ψηλή Φιλανδή, κι εγώ μια υπέροχα στρουμπουλή νοτιοευρωπαία. Τη συνάντησα στο σταθμό του τρένου και τη γνώρισα ως «τυπική και κομψή φυσιογνωμία», κι αυτή εμένα ως «χαρακτηριστική Ελληνίδα». Έτσι έγινε το προξενιό. Ζητώ συγγνώμη από όλες τις Ελληνίδες για τα περιττά κιλά μου, και διευκρινίζω ρητά και κατηγορηματικά προς κάθε κατεύθυνση ότι αυτό δεν είναι χαρακτηριστικό της φυλής μας, αλλά της προσωπικής μου νωχέλειας και εγκατάλειψης.






Ήπιαμε έναν πολύ ωραίο καφέ και ζεσταθήκαμε αρκετά καθώς η μέρα ήταν κρύα. Φλυαρήσαμε για διάφορα, αλλά μια συγκινητική κουβέντα της φίλης μου αφορά τούτο το καφέ: Εδώ γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν ο παππούς της και η γιαγιά της.

Έλαμπαν τα μάτια της καθώς το αφηγήθηκε και αφήνω τη δική σας φαντασία να πλέξει μια λαμπρή ρομαντική ιστορία με αίσια κατάληξη, τόσο αίσια που παρήγαγε παιδιά και ευειδή εγγόνια...

Ο Ιταλιάνος 

 


Ήβρε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του. Κοντολογίς, έτσι αισθάνθηκα καθώς μπήκα στο καφέ και έκανα πανηγύρι μόλις είδα την επιγραφή “cash only”. Κι ενώ ο Φιλανδός μου φίλος ιερέας που με κέρασε τον καφέ δυσανασχετούσε που δεν μπορούσε να κάνει χρήση της πιστωτικής του κάρτας, εγώ έκλεινα το μάτι στον Ιταλό σε κλίμα συνωμοσίας. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να καταλάβει κανείς ότι ούτε εκείνος ούτε εγώ είμαστε από τους πολύ πρόθυμους συνεργούς και χρήστες των τραπεζικών υπηρεσιών, τις οποίες κρατάμε συνειδητά σε απολύτως μινιμαλιστική βάση. «Μπορώ να φωτογραφήσω;» τον ρώτησα. «Γιατί;» με αντιρώτησε με ιταλιάνικη καχυποψία. «Έτσι, για μένα, για ανάμνηση», είπα ψέματα. «Ασφαλώς», μου είπε και συμπλήρωσε γελαστά: «Ευχαριστώ». Με το ευχαριστώ ησύχασα κι εγώ ότι δεν θα αμαρτήσω και πολύ να το ανεβάσω στο blog, αλλά και αν αμαρτάνω το εξομολογούμαι δημόσια μέρες που είναι. 


Ένα Σχόλιο για Ειδικότερο Κοινό


Τα καφενεία έχουν μεγαλύτερη σημασία για τις συζητήσεις που γίνονται εκεί.

Εκεί στο καφέ είχα μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις που είχα ποτέ, όχι με τον π. Χέικκι Χούττουνεν, φίλο με τον οποίο μας συνδέει τριακονταετής γνωριμία και συνεργασία και τον λογαριάζω σχεδόν ως οικογένεια και ο οποίος μάς κέρασε τον καφέ, αλλά με τον φίλο του με τον οποίο συστεγάζονται στο ίδιο γραφείο. Άνθρωπος με κοινωνιολογικές και θρησκειολογικές σπουδές, καθηγητής Συγκριτικής Θρησκειολογίας, είναι υπεύθυνος μιας υπηρεσίας που χαρτογραφεί το θρησκευτικό τοπίο στη Φινλανδία. Τον ξεσκόνισα κανονικά, ρωτώντας όχι ως τρίχρονο πια, αλλά ως άνθρωπος με τριάντα χρόνια επαγγελματική πείρα στον τομέα αυτό, για το τι συμβαίνει, πώς συλλέγει τα στοιχεία του, ποιες μεθόδους ακολουθεί, αν οι ίδιοι οι μετέχοντες σε κάθε λογής θρησκευτικές ομάδες υποβάλλουν τέτοια στοιχεία, πώς διαμορφώνει κλίμα εμπιστοσύνης, πώς τους αντιμετωπίζει και τον αντιμετωπίζουν... 


Σκεφτόμουν ότι εδώ σ’ εμάς τέτοια στοιχεία σε κλίμα κακοπιστίας και μόνο συλλέγει η αντιαιρετική υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, χάνοντας έτσι πολλά από την ουσία της ίδιας μας της πίστης που η καρδιά της δεν είναι το «αντί» αλλά η σταυρική θυσία «υπέρ» του σύμπαντος κόσμου. Πόσα χάνονται σε ουσιαστικά εργαλεία προσέγγισης και συνάντησης με τους ανθρώπους αυτούς, με την πρόταξη της αντίθεσης, αλλά και πόσο ξένοι παραμένουμε με την ποικιλία της θρησκευτικής αναζήτησης του σήμερα.


[Όπως γνωρίζουν κάποιοι, προσωπικά δεν είμαι συγκρητίστρια ή αγνωστικίστρια, αλλά είμαι της ιεραποστολικής σχολής της θεολογίας, του ανοιχτού αυτού χώρου μιας θεολογίας των συνόρων, και όχι της σχολής μιας αντι-οτιδήποτε περιχαράκωσης σε ό,τι αφορά την ψυχή του ανθρώπου. Και οι δυο σχολές βλέπουμε τα όρια – οι μεν ως ευκαιρία συνάντησης, οι δε ως φυλακή και φράχτη].

Χαρήκαμε και οι δυο τη συζήτηση όσο λίγες συζητήσεις.

Επίλογος εκτός Θέματος


Θα κάνω μια μικρή παρασπονδία, και τελικώς θα βάλω και μια φωτογραφία πολύ χαρακτηριστική για τη Φινλανδία. Είναι το πρώτο που βλέπεις στο αεροδρόμιο, στο σημείο εισόδου της χώρας. Δεν είναι ασφαλώς καφενείο, είναι μπυραρία. Η μπυραρία του αεροδρομίου. Το βάζω για να μην ξεχνάμε το πνεύμα, και στην ανάγκη ας είναι και οινόπνευμα. 


Μέρες που είναι συγχωρούμε πολλά τῇ Αναστάσει, αλλά βέβαια δεν λησμονούμε ολότελα και την ανάγκη διάκρισης των πνευμάτων.

Πάμε κι ερχόμαστε, χανόμαστε και συναντιόμαστε, μέχρι να συναντηθούμε στο δείπνο της Βασιλείας Του. Γυρίζοντας στα πάτρια, στο καφενείο του σπιτού μου, στο σοφρά του σαλονιού –τραπέζι, γραφείο, εργαστήριο ή ό,τι άλλο–, η εμπειρία με συνοδεύει, μαζί με την πολλή δουλειά που μένει να γίνει.


Αν δεν τα πούμε άλλο μέχρι τότε, καλή Ανάσταση!

21 Μαρ 2014

Ἄνομο Μυστικό



Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα, Άνθρωπος Στοχαστικός
Ακουαρέλα 15,2 x 10,2 εκ.



Κύκλος στενὸς γνωρίζει
Τὸ μυστικὸ ποὺ ἡ πόλη εἰκάζει, ψιθυρίζει
Σὲ γωνίες σκοτεινὲς καὶ σὲ ὑπόγεια

Φλοῖσβος ποὺ χαϊδεύει πληκτρολόγια
Κρυφὸς κυματισμὸς ποὺ
Μεταδίδεται σὲ δίκτυα ἀσύρματα
Καὶ σὲ τηλέφωνα

Δὲν λείπουν οἱ δεκάδες τὰ φερέφωνα

Καὶ σὰ σκυλεύουν μὲ τὰ λόγια
Τὰ σπλάχνα τοῦ φιλιοῦ
Ὁ ἥλιος τοῦ μεσημεριοῦ
Ἀναπάντεχα κονταίνει τὶς σκιές

Ποῦ νὰ σταθεῖς;
Ἐχάθηκε τὸ χθές...

Καὶ λόγω μειωμένης προσοχῆς
Σὰ σκόνες αἰωροῦνται
Οἱ πηγές        τὰ συντριβάνια         τὰ συντρίμια
Τῆς ἀσίγαστης φλυαρίας

Ὅλοι τινάζουν τὸν κονιορτὸ
Καὶ ταραχὴ ξεσπᾶ
Στὴν ἀγορὰ καὶ στὴν πλατεία

Ὅλοι κοιτιοῦνται
– Ὄχι ἐγὼ      λένε τὰ μάτια
Μὲ τὰ χείλη σφαλιστά

Ὤ! σᾶς πιστεύω ἀναμφίβολα
Λέει κι αὐτὸς
Τὸ ψέμα ποὺ δικαιοῦται
Μὰ ἡ ζωὴ δὲν εὐοδοῦται ἐδῶ

Φεύγει καὶ παίρνει τὰ βουνὰ
Καὶ τὸ μυστικὸ
Ξανὰ μαζί του παίρνει
Κατάσαρκα

Γυμνὸ ἄνθρωπος δὲν τὸν βλέπει πιὰ
Παρὰ μὲ τὴ θανή
Ἡ ἱστορία ἄλλο δὲν ἔχει ἡδονὴ
Τὴν πρώτη τὴν ἀνέμελη

Κυκλώνει καὶ τελειώνει.


------------------------------------------------------

Σήμερα συναντιέται η ποίηση με τον αγώνα κατά του ρατσισμού. Κι εμείς συναντιόμαστε σε διιστολογικό αφιέρωμα:


23 Νοε 2013

Ο Εθισμός στο Θάνατο


Λεπτομέρεια από πίνακα δικό μου, Ακρυλικό σε χαρτόνι.

Ο θάνατος μάς κυκλώνει ολόγυρα. Οι ειδήσεις με τα θύματα της κρίσης έρχονται σε επάλληλα κύματα. Οι άστεγοι πεθαίνουν. Οι άρρωστοι πεθαίνουν. Οι άνεργοι πεθαίνουν. Οι συνταξιούχοι απαιτείται να πεθαίνουν – τα ταμεία δεν βαστούν. Οι μετανάστες θαλασσοπνίγονται και πεθαίνουν. Όσοι δεν θέλουν άλλο να ζήσουν, τι άλλο; αυτοκτονούν και πεθαίνουν. Όσοι διεκδικούν κάτι καλύτερο στη ζωή, ήδη λογαριάζουν με την πιθανότητα του θανάτου, σε κάθε διαδήλωση, σε κάθε βήμα.

Ο θάνατος έχει αποκτήσει γύρω μας μια κανονικότητα πολύ παράδοξη. Πόσο μάλλον που ζούμε σε έναν πολιτισμό που λυσσαλέα τον πολεμούσε μέχρι τώρα και τον απωθούσε ως υπέρτατη όχληση, ως κάτι οιονεί αφύσικο. Κι αν η αστική, κυρίως δυτική, αποξένωση από το γεγονός του θανάτου, την περίοδο της ευμάρειας, ήταν κάτι που δεν επέτρεπε την ολοκλήρωση της ίδιας της πρόσληψης της ζωής, η σύγχρονη εξοικείωση με το θάνατο αναδεικνύεται εξίσου νοσηρή.

«Τριτοκοσμικές» εικόνες, με την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής δεδομένη, αρχίζουν να εγγίζουν την αφήγηση της αστικής μας μητρόπολης, αλλά και πολλών κρυφών και σιωπηλότερων γωνιών της επικράτειας. Αν μέχρι τώρα κάποιες σκελετικές αφηγήσεις κρύβονταν για να μη διαταράξουν τη βιτρίνα της μνημονιακής επιτυχίας στη μείζονα οργανική αφήγηση της εξουσίας, τώρα ήδη ουδείς εντυπωσιάζεται. Πατούμε στα πτώματα και προχωρούμε, συνεχίζουμε.

Η τηλεοπτική κατανάλωση του θανάτου, όχι μόνο σε ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές όλο και πιο επιδεικτικές των παγερών του λεπτομερειών, αλλά και στα δελτία ειδήσεων, όπου περνάει ως αυτονόητο ότι έτσι συμβαίνει σε γωνιές του πλανήτη, είχαν προετοιμάσει το έδαφος, προσδίδοντας στον ίδιο το θάνατο γεγονός κανονικότητας. Οι περί θανάτου μιντιακές αφηγήσεις τείνουν να εξηγούν αν όχι να δικαιώνουν πλείστους όσους θανάτους. Επίσης χρεώνουν και ενοχοποιούν τα θύματα για τη μοίρα τους, είτε γιατί έμπλεξαν, ή τάχθηκαν με το μέρος των κακών, είτε γιατί γεννήθηκαν σε λάθος μέρος, είτε γιατί είναι αναλώσιμοι σε υπέρτερα σχέδια γεωπολιτικής ή παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας, είτε γιατί και μόνο δεν στάθηκαν ικανοί να τον αποτρέψουν...

Μια μανιχαϊστική αφήγηση συνιστά σήμερα κυρίαρχο λόγο.

Έχοντας ταξιδέψει πολύ σε χώρες όπου ο θάνατος συνιστά μέρος της καθημερινότητας, έχοντας ζήσει για λίγο με ανθρώπους ποικίλων κοινωνικών στρωμάτων σε τέτοιες χώρες, διαπίστωνα κάθε φορά ότι η γεωγραφική εγγύτητα, το γεγονός ότι οι θάνατοι αυτοί συντελούνται δίπλα, στη γειτονιά, ισοσκελίζεται από μια πολύ μεγάλη ψυχολογική απόσταση, που αποκτά βέβαια κοινωνικά και δη ταξικά χαρακτηριστικά. Προσπαθώντας να μη μοιραστούν τη μοίρα των φτωχών και απόκληρων, οι πλούσιοι αλλά και τα μεσαία στρώματα οχυρώνονται πίσω από τείχη κατά το δυνατόν αδιάβροχα στην επαφή και τη συμπόνια.

Όλο και περισσότερο αναγνωρίζει δυστυχώς κανείς και στην Ελλάδα αυτή την ψυχρή αδιαφορία, την αίσθηση της κανονικότητας ή και αναγκαιότητας του θανάτου.

Ας γνωρίζουμε λοιπόν, και μόνο με βάση αυτό το ανθρωπολογικό παράδειγμα, ότι περνούμε σε «τριτοκοσμικό» κοσμοείδωλο, μην έχοντας καμιά ψευδαίσθηση ότι ανεβαίνουμε τα σκαλιά της επιτυχίας.

Μνημόνιο είναι κάτι που πρέπει να θυμόμαστε, μια συμφωνία απαρέγκλιτη. Και θα συνδεθεί με μνημόσυνα δεκάδων νεκρών. Θα το αποδεχτούμε;

Ή η μνήμη εαυτού, η κοινή συνείδηση, θα μας βοηθήσει να επιλέξουμε τη ζωή έναντι του θανάτου;

19 Μαΐ 2013

Mein Berlin



Mein Berlin...

Έχω σπίτι μου ένα άγαλμα, που το λέμε “Αγκάλιασμα”. Μπετό και σίδερο που το λυγίσαμε και του δώσαμε μορφή… Το έφτιαξα με εκείνον από ένα κομμάτι του τείχους, που ξηλώσαμε με τα χέρια μας. Ποτέ δεν έζησα στην πόλη αυτή… Τη γνώρισα όμως από την ανατολή προς τη δύση. Αγάπησα τη γκρίζα της ανατολή, των ζεστών ανθρώπων, και ταράχτηκα με το φανταχτερό κάποιων δυτικοβερολινέζων. Μου σχολίαζαν ήδη από την πρώτη στιγμή της διέλευσης, από ανατολή σε δύση, βαυκαλιζόμενοι με τη δική τους υποτιθέμενη υπεροχή. Αυτά τη δεκαετία του ’80.

Το ’90 ήμουν στ’ αλήθεια εκεί, εκεί που χτυπούσε η καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου. Εκεί, τότε, συλλάβαμε την κόρη μας, καθώς κι η δική μας καρδιά χτυπούσε σε πρωτόγνωρους ρυθμούς…

Η πόλη νησί πάνω σε θάλασσα σταχτιά. Η πόλη του μυστηρίου. Η πόλη του έρωτα και της επανάστασης. Η πόλη της συμφιλίωσης. Η πόλη των διαδηλώσεων. Η πόλη που έκλεισε τις πληγές του διχασμού… Η ανθρωπογεωγραφία της, μια μοναδική ποικιλία… Τα φθαρμένα παπούτσια και τα γκριζωπά ρούχα, απ’ τη μια… τα ατσαλάκωτα κουστούμια και η αυθάδεια από την άλλη. Κι ανάμεσα ένας παράξενος, πολύχρωμος κόσμος, καλλιτεχνών, διανοουμένων, φοιτητών…

Επισκέφτηκα το Μουσείο του Βερολίνο με το βωμό της Περγάμου. Από το βωμό πήρε το όνομά του, Pergamonmuseum. Μαζί μας ήταν ένα ζευγάρι Γερμανών. Στεναχωρήθηκα, θύμωσα και αντέδρασα, σαν είδα το μνημείο. Η γνωστή απολογητική του ανδρός: «Αφού εκεί δεν μπορούν να τα φυλάξουν, ούτε να τα αξιοποιήσουν». Αριστερός, υψηλός διανοητής, τον είχα γνωρίσει σε ένα σεμινάριο για τον Πίτερ Βάις (Peter Weiß) στο Αμβούργο, και μου είχε γνωρίσει ξανά την ελληνική μυθολογία μέσω του βιβλίου του Βάις, Η Αισθητική της Αντίστασης. Και όμως, επέμενε, στην υπεροχική του στάση. Όπως κι εμείς στην αντίσταση και την αισθητική της. Η φίλη του και στενή φίλη μου, με μισές ρίζες ιταλικές, συμφωνώντας ενεργά μαζί μου, δυστύχησε τη μέρα εκείνη. Η επίσκεψη τελείωσε με δάκρυα και σιωπή.

Την ίδια περίοδο εργαζόμουν στο Πανεπιστήμιο της Μαρβούργης. Δίδασκα και μετείχα σε όλες τις διαδικασίες. Ήταν μια από τις οάσεις της ζωής μου. Γυρίζοντας πνίγηκα στο βάλτο των ακαδημαϊκών πραγμάτων στην Ελλάδα. Ο γερμανός καθηγητής μου έχει έρθει στην Ελλάδα τρεις φορές από τότε. Τις μόνες σχεδόν που είχα ξανά την ευκαιρία να μιλήσω γερμανικά, την υπέροχη αυτή γλώσσα του Γκέτε και του Σίλερ, που βιάσθηκε και βιάζεται και σήμερα από τον ξύλινο λόγο πολιτικών.

Ταραγμένος ο καθηγητής μου από τη θέση μου για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα και τη γνώμη μου για τη γερμανική πολιτική σκηνή, εκτίμησε πάντως δεόντως ένα ποίημα, το μόνο που έχω γράψει στα γερμανικά (2011). Ένα ποίημα άκρως καταγγελτικό.

Διχασμένη ανάμεσα σε αναμνήσεις, διαψεύσεις και όνειρα, για τη Γερμανία και το Βερολίνο, περιμένω αυτές τις μέρες τον καθηγητή μου, με ιδιαίτερη χαρά. Όπως κάθε άνθρωπο που ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο, ένα παράθυρο στο φως.

Μια ένταση ανάμεσα στο προσωπικό και το πολιτικό θα μας σημαδέψει.

Στο Βερολίνο επέστρεψα μια δυο φορές και παρακολουθούσα τη δειλή αρχικά, πλήρη αργότερα μεταμόρφωση. Έχασα τα σημάδια μου. Σήμερα πια συνδέω την ευρωπαϊκή μητρόπολη, την πόλη των αντιθέσεων, με ακούσματα ενός δημόσιου λόγου που μοιάζει με κρώξιμο κουρούνας. Das ist nicht mein Berlin. Δεν με συνδέει πια τίποτε, παρά η μνήμη, που τη στρατωνίζω σε λογική παράταξη. Μια ελπίδα ανομολόγητη, μια ουτοπία, ίσως φενάκη και πάνω απ’ όλα το δάκρυ της διάψευσης…

Wie toll!

Gesang einer erniedrigten Heimat

Es regnet.
In unserem sonnengesegneten Land
Es regnet unheimlich.
Ein reicher Bach
Fließt dem Strom
Unserer Wut entgegen.
Die Krankenschwester aus dem Osten
Spielt ihre sadistische Spiele
Weiter fort.
Die wahren Intentionen
Ziehen sich aus jedem
Vortext heraus.
Der schlimme nackte Körper
Des Ungeheuers
Glänzt in all seinen
Metallischen Teilen.

Wir zittern in dem leeren Raum
Eines Vacuums
Der unser Lebensraum wird.
Von nun an
Das Fürchten und das Zittern
Unsere Heimat...

Aber hasch...
Raus dieses Teufels-Reich
Schreit die helle unreife Stimme
Eines jungen Knaben.

Wir lächeln.
Arm, nackt und sorgenfrei
Lächeln wir und tanzen.
Das Ungeheuer wundert sich.
Der Sonne bestrahlt unseren
Dunklen himmelschönen nackten Körper.
Die Tropfen des Regens
Ein leiser Segen.

Wir besitzen gar nichts.
Wir sind frei.
Wir lachen und tanzen
Den Halleluja-Blues
Indem wir uns            unbewußt
Auf dem Weg
Unseres Herrn
Befinden
Des gekreuzigten
Und auferstandenen.

Wir sind kein Volk
Wir sind Mohnblumen.

Το τραγούδι μιασ ταπεινωμενησ πατριδασ
[Μεταφραστική Απόπειρα]

Βρέχει.
Στὴ γῆ μας τὴν εὐλογημένη ἀπὸ τὸν ἥλιο
Βρέχει τρομερά.
Ἕνα πλούσιο ρυάκι *
Ἔρχεται νὰ συναντήσει
Τὸ ἄγριο ρεῦμα τῆς ὀργῆς μας.
Ἡ νοσοκόμα ἐξ ἀνατολῶν
Συνεχίζει νὰ παίζει
Τὰ σαδιστικά της παιχνίδια.
Οἱ ἀληθινὲς προθέσεις
Ἀπεκδύονται
Κάθε πρόσχημα.
Τὸ ἄσχημο γυμνὸ κορμὶ
Τοῦ τέρατος
Γυαλίζει
Σὲ ὅλα τὰ μεταλλικά του μέρη.

Τρέμουμε στὸν κενὸ χῶρο
Ἑνὸς vacuum
Ποὺ μέλλεται νὰ γίνει
Ὁ ζωτικός μας χῶρος.
Ἀπὸ ἐδῶ καὶ μπρός
Ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος
Πατρίδα μας...

Ἀλλά...
Κάτω τοῦτο τὸ διαβολοβασίλειο
Φωνάζει μιὰ ἀνοιχτὴ ἄγουρη φωνὴ
Νεαροῦ ἀγοριοῦ.

Χαμογελᾶμε.
Φτωχοί, γυμνοὶ κι ἀνέμελοι
Χαμογελᾶμε καὶ χορεύουμε.
Τὸ τέρας ἀπορεῖ.
Ὁ ἥλιος χαϊδεύει
Τὰ σκουρόχρωμα
Θεϊκὰ γυμνά μας σώματα.
Οἱ στάλες τῆς βροχῆς
Μιὰ σιγαλὴ εὐλογία.

Δὲν κατέχουμε τίποτα.
Εἴμαστε ἐλεύθεροι.
Γελᾶμε καὶ χορεύουμε
Τοῦ Ἀλληλούια τὸν ἀργὸ χορὸ
Καθὼς            ἀνεπίγνωστα
Πορευόμαστε
Τὸ δρόμο
Τοῦ Κυρίου μας,
Τοῦ Σταυρωμένου
Κι Ἀναστημένου.

Ἐμεῖς δὲν εἴμαστε λαός
Εἴμαστε παπαροῦνες.


* Πρόκειται γιὰ λογοπαίγνιο. Στὸ πρωτότυπο "reicher Bach" θυμίζει τὸ ὄνομα τοῦ Reichenbach.


Αρκετό καιρό είχα στο νου μου να γράψω κάτι τέτοιο. Αφορμή όμως για το κείμενο ήταν ένα ομώνυμο στο blog του Silentcrossing, που με μάγεψε, μου ξύπνησε αναμνήσεις και έδωσε το έναυσμα για ένα αρχικό σχόλιο, που αργότερα αναπτύχθηκε και συνδέθηκε με ένα παλιότερο ποίημα και ένα γεγονός.