30 Ιαν 2014

Στα 21 καίγεσαι!





Όταν μου ζητούν μια λίστα με τα 20 σημαντικότερα βιβλία που διάβασα, ένα άγχος με περιλούζει. Ίσως να μη χρειαστεί να καλέσω τον ψυχολόγο μου και να ξοδευτώ, ίσως θα μπορούσα και μόνη μου να διαγνώσω («στο βάθος κήπος») την ανάγκη μου να δείξω πως είμαι κορίτσι από σπίτι.

Παρακολουθώ συγγραφείς και συναδέλφους να συνοδεύουν υποβοηθητικά την κριτική επιτροπή των Νομπέλ, να συμβουλιάζονται για να επικαθορίσουν στα social media όλο τον Δυτικό Κανόνα, και... και... λυγίζω κάτω από το βάρος της ευθύνης. Της ευθύνης για το κοινό, της ευθύνης επίσης προς το πρόσωπό μου, να υποβάλλω (επιβάλλω;) σε δημόσια κρίση (χλεύη;) την ημετέρα ελλογιμότητα, ή τουλάχιστον να μην ξεφτιλιστώ.

Δεν έχω προλάβει και πολύ να το σκεφτώ, αποβραδίς, και έτσι είναι ένα ποστ μισοέτοιμο. Ας πούμε, μια εμφάνιση με κομπινεζόν. Ξέρω, κάποιοι θα το θεωρήσουν μεγίστη απρέπεια, κάποιοι άλλοι θα κάνουν πανηγύρι...

Αλλά τι νόημα μπορεί να έχει η λίστα ανάγνωσης της μαθήτριας του πρώτου θρανίου; Μάλλον η μαθήτρια του τελευταίου θρανίου θα είναι πιο προχωρημένη...



  • Και μιας και ξεκινώ από το τελευταίο θρανίο, εκεί ακριβώς βρισκόμουν, τελευταίο θρανίο και παράθυρο γωνία, όταν διάβαζα –τη μονότονη ώρα των αρχαίων–, την Ελευθερία του Ήθους (β΄ [αναθεωρημένη] έκδοση, τότε εκδόσεις Γρηγόρη) του Χρήστου Γιανναρά. Ακόμα και σήμερα θεωρώ ότι χάραξε καινούργιους δρόμους στην αυτοσυνειδησία μας, ήρθε σε χρόνο κατάλληλο και είναι γενικότερα κατά τη γνώμη μου η σημαντικότερη συμβολή του Χ.Γ. Στα ανέμελα 17 μου χρόνια συμβάδιζε απόλυτα με τις προσωπικές μου αναζητήσεις. Δραπέτευσα τότε οριστικά από τα στενά καλούπια μιας νομικιστικής και εν πολλοίς υποκριτικής μικροαστικής ηθικής και άνοιξα πανιά στην αναζήτηση της ελευθερίας του προσωπικού ήθους.

  • Την ίδια χρονική περίοδο, και πάλι την ώρα των αρχαίων, στην Γ΄ Λυκείου, η αλλεργία μου για το σχολείο είχε χτυπήσει κόκκινο. Έχοντας γερές βάσεις στη γλώσσα από τα προηγούμενα χρόνια, είχα την πολυτέλεια να αρρωσταίνω με την ιδεοληπτική αρχαιοπληξία της καθηγήτριάς μου και την εξιδανίκευση της αρχαιότητας. Αναζητούσα τα στοιχεία της νεοελληνικής μου ταυτότητας, και μάλιστα δίχως καμία εξιδανίκευση. Στην ανάγκη αυτή απάντησε ο Μακρυγιάννης με τα Απομνημονεύματά του, αξέχαστο για μένα πεδίο αυτογνωσίας για τη νεοελληνική μας ιστορία και όχι μόνο. [Μόλις το φωτογράφισα έχυσα επάνω του μισή κούπα καφέ – δυστυχία μου!]



  • Αν κάνω ένα flashback σε μικρότερα ακόμα χρόνια, τα γυμνασιακά, θυμάμαι την αμήχανη ώρα, πρώτη ώρα των Νέων Ελληνικών στην α’ γυμνασίου, πού η εξαίρετη φιλόλογός μας μάς ρωτούσε για τα μέχρι τότε διαβάσματά μας. Η σημαντικότατη αυτή γυναίκα για τη μεταγενέστερη αγάπη μου στη φιλολογία, αφού άκουσε, υπομόνεψε, χαμογέλασε, κατόπιν μας έδωσε πολύ απαλά οδηγίες για να προχωρήσουμε σε μια πιο συστηματική ανάγνωση της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από τα πρώτα ονόματα που μας συνέστησε ήταν και ο Ηλίας Βενέζης, ο οποίος ήταν σε κάθε επίπεδο προσπελάσιμος σ’ εμάς. Διάβασα όλο το έργο του στο διάστημα των γυμνασιακών χρόνων και ιδίως καλοκαιριών, αυτών των υπέροχα παραγωγικών καλοκαιριών που διαρκούσαν τρεισήμισι μήνες. Ίσως, αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα βιβλίο του Ηλία Βενέζη, θα έλεγα: Το Νούμερο 31328 [στη biblionet.gr είναι μόνο καταχωρημένο σε έκδοση του συγκροτήματος - ε, όχι!] . Αυτό μου γέννησε μια παρόμοια αγάπη για άλλες ανάλογες βιογραφικές αφηγήσεις, π.χ. Τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, Τα Τετράδια της Ανζέλ Κουρτιάν, ή μυθιστορήματα όπως του Φραντς Βέρφελ (μτφρ. Α. Παρθένης), Οι Σαράντα Μέρες του Μουζά Ντάγκ: Όλεθρος, Σωτηρία, Όλεθρος. Ή ακόμα ακόμα σε άλλες γεωγραφικές συντεταγμένες, όπως Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, που απολάμβανα με χαμόγελο και δάκρυ, παντελώς ανυποψίαστη σχετικά με τις μεταγενέστερες ανακαλύψεις για την κάποια λογοκρισία επί του κειμένου από τον πατέρα της συγγραφέως... Ιστορίες κατατρεγμού μέχρι θανάτου απετέλεσαν έκτοτε μια από τις πάγιες προτιμήσεις των αναγνωσμάτων μου.

  • Την ίδια περίπου εποχή, γύρω στα δεκατρία, εγώ ένα κορίτσι σε αθηναϊκό διαμέρισμα δίχως τηλεόραση, με υπέροχες προϋποθέσεις ησυχίας και περισυλλογής, είχα εξαντλήσει όλη την παιδική και εφηβική μου βιβλιοθήκη, και όλα τα βιβλία που παράγγελνα και αγόραζα κατά καιρούς. Άρχισα λοιπόν τις εξερευνήσεις, αφενός στη θεολογική/φιλοσοφική και επιστημονική βιβλιοθήκη του πατέρα μου, αλλά και στη σχεδόν απαγορευμένη μικρή λογοτεχνική βιβλιοθήκη της μητέρας μου. Έτσι κάπως, έκανα την πρώτη μου επαφή με τους Ρώσους, μια επαφή που με τάραξε αρκετά, αλλά και με σημάδεψε. Το μικρό βιβλιαράκι που έπιασα στα χέρια μου, με διάθεση να το ξεπετάξω σε μια σύντομη και ανέμελη μεσημεριανή ανάπαυλα ήταν Η Σονάτα του Κρόιτσερ του Λέοντος Τολστόι. Δεν είναι το σημαντικότερο έργο του Τολστόι, αλλά τότε με αναστάτωσε μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής μου, διότι γκρέμιζε όλες τις ρομαντικές μου ιδέες περί έρωτα, που μόλις άνθιζαν μέσα μου. Αρχικά η νουβέλα μού φαινόταν αποτρόπαιη, αλλά η πρόκληση που μου παρείχε, να περάσω σε ένα χάος άγνωστων σε μένα καταβυθίσεων στα ερωτικά ανικανοποίητα, στην εναλλαγή πλήξης, πολέμου και σφοδρών ερωτικών αισθημάτων, με έσπρωξε (κανονικά με έσπρωξε βιαίως και παρά τη σθεναρή μου αντίσταση) πολλά βήματα παραπέρα στην πορεία της ενηλικίωσης. Η πρόκληση ήταν πρόσκληση, και το ανυποψίαστο για το δώρο που του τύχαινε θύμα της ερωτεύτηκε τους Ρώσους διά παντός. Και τους ξεκοκάλιζε όλες τις επόμενες δεκαετίες, με πάθος ακατασίγαστο, ας περνούσε στάδια πλήξης, πολέμου και ερωτικού πάθους: το τελευταίο σκίαζε τα πάντα.

  • Η ρώσικη λογοτεχνία. Ένα εντελώς ιδιαίτερο στη ζωή μου κεφάλαιο... Εκτάθηκε σε πλάτος και σε βάθος, σε ελληνικά και ξένες μεταφράσεις κάθε λογής, σε απόπειρες εκμάθησης της Ρωσικής που δεν ολοκληρώθηκαν, και ως ανολοκλήρωτος ίσως πόθος ακόμα με σιγοκαίει. Μιλώντας όμως για Ρώσους, θα βάλουμε από τη μία όλους τους άλλους, εκλεκτούς και αγαπημένους στην ποικιλία τους, και από την άλλη τον ισοβαρή όλων στη δική μου συνείδηση Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Αν ήμουν ίσως πιο ειλικρινής και δεν με απασχολούσε καθόλου η ανάγκη μιας ισορροπίας, θα έκανα έναν κατάλογο 20 βιβλίων από τα έργα του Ντοστογιέφσκι. Παρά την τρέλα μου με το Υπόγειο, που άφησε τα χνάρια της στο ένα και μοναδικό μέχρι τώρα δικό μου λογοτεχνικό βιβλίο, αν ήθελα να λειτουργήσω πιο ακαδημαϊκά, μέσα από διλήμματα επί διλημμάτων θα κατέληγα μάλλον στους Αδελφούς Καραμαζόβ, (μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου) ένα βιβλίο που το έχω διαβάσει πάνω από 5 φορές σε διαφορετικές ηλικίες, και δεν το έχω χορτάσει. Κάθε φορά που ρωτώ μαθητές ή φοιτητές αν έχουν διαβάσει Ντοστογιέφσκι, και σπανιότατα κάποιος έχει διαβάσει π.χ. τον Έφηβο, μετά κόπου συγκρατούμαι να μην τους πω: «πετάξτε όλα τα άχρηστα μαθήματα, μην ξαναπάτε ποτέ σε φροντιστήριο, ανοίξτε τα μάτια σας στη λογοτεχνία και κυνηγήστε το νόημα της ζωής!» (Αλλά σωπαίνω καθώς ξέρω πως δεν είμαι παρά μια τρελόγρια...)
 
  • Η βιβλιοθήκη του πατέρα μου με προμήθευσε νωρίς νωρίς με κείμενα που έβαζαν κάτι από την ομορφιά της αγιότητας στην καθημερινότητα. Από εκείνη την ηλικία μου άρεσε η πατερική γραμματεία, τα γεροντικά, οι φιλοκαλίες, τα αγιολογικά κείμενα – και βέβαια είχα την τύχη να συναντήσω τον αφρό. Ακόμα σήμερα τέτοια διαβάσματα συνοδεύουν πάντα τα άλλα. Δεν θα διαλέξω λοιπόν από τα παλαιότερα, αλλά από τα νεότερα: για την ακρίβεια έναν τόμο αρκετά βαρύ: Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, γραμμένο από τον ιερομόναχο Ισαάκ (Ψ; /– ένα πολύ αγαπητό μου Ψ;). Το διάβασα στις απαρχές της οικονομικής κρίσης, και ομολογώ ότι ήταν ένα βιβλίο που μου συγκράτησε την τρέλα και ανταποκρίθηκε στις εσώτατές μου ανάγκες εκείνης της περιόδου. Όταν το τέλειωσα, πραγματικά λυπήθηκα γιατί έχασα κάτι που μου έδινε στη μέρα μου ρυθμό. Όποιος θέλει να γνωρίσει τον πραγματικό Παΐσιο, δεν έχει παρά να το αναζητήσει. Αυτά τα βιβλία δεν περιλαμβάνονται ποτέ στους ούτως ή άλλως παραπλανητικούς καταλόγους των ευπώλητων, αλλά είναι ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 2004.

  • Ας γυρίσω όμως στα φοιτητικά μου χρόνια, τα γεμάτα διαβάσματα στο χώρο της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας, της παιδαγωγικής και της πολιτικής, της οικονομίας κλπ. μαζί με τη θεολογία. Κίρκεγκορ και Χάιντεγγερ, Σαρτρ [και Καμί], Καστοριάδης, η Σχολή της Φρανκφούρτης, και οτιδήποτε συναφές κυκλοφορούσε ελληνικά τη δεκαετία του 80-90. Η λίστα συμπληρωνόταν αδιάκοπα και τις επόμενες δεκαετίες. Πολύ δύσκολο, μάλλον αδύνατο, να ξεδιαλέξω κάτι, καθώς όλα ήταν σημαντικά για μένα, αλλά σε ένα διαρκή διάλογο το ένα με το άλλο. Αν αξίζει να ξεδιαλέξω κάτι από τα γενικότερα δοκιμιακά και επιστημονικά διαβάσματα των φοιτητικών μου χρόνων, θα επέλεγα ίσως το σημαδιακό και πολύ παρεξηγημένο έργο του Μαξ Βέμπερ (μτφρ. Δ. Κούρτοβικ), Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού [εδώ δεν μπορώ να αποφύγω το συγκρότημα]. Το έργο αυτό, ευστοχότατο στις παρατηρήσεις του, ατυχές στην απολυτότητα με την οποία εκλαϊκευτικά διερμηνεύτηκε αργότερα, ήταν για μένα σαν τα κουμπιά που συνδέουν μεταξύ τους ετερόκλητα υφάσματα της γνώσης σε ένα γεμάτο νόημα σύνολο.

  • Από τα διαβάσματά μου τα πιο κοντινά στις θεολογικές μου αναζητήσεις και συνάμα στις πολιτικές και φιλοσοφικές μου ανησυχίες θα όφειλα να αναφέρω ένα όνομα με ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο λόγος για τον Νικολάι Μπερντιάγεφ και το σύνολο έργο του. Αν πάλι έπρεπε να επιλέξω, θα επέλεγα το Χριστιανισμός και Κοινωνική Πραγματικότητα (μτφρ. Β. Γιούλτσης)...

  • Παρά τις βαθυστόχαστες και βαρύγδουπες αναλύσεις μας, δεν περιφρονούσαμε και άλλες αφηγήσεις, με κοινωνικοπολιτικό ενδιαφέρον, όπως π.χ. βιογραφίες. Από αυτή την κατηγορία και σε συνάρτηση με τα φοιτητικά μου χρόνια θα επέλεγα τη βιογραφία του Τσε Γκεβάρα από τον Ρόχο, μτφρ. Α. Γεωργούλη: Ricardo Rojo, Τσε Γκουεβάρα: Η Ζωή και ο Θάνατος ενός Φίλου. Το βιβλίο αυτό, που σήμερα βρίσκεται μόνο σε βιβλιοθήκες, άναψε μέσα μου μια σπίθα που μάλλον δεν έσβησε ποτέ.

  • Δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω από τη δυτικοευρωπαϊκή κλασική Λογοτεχνία. Πάντα διάβαζα λογοτεχνία και πάντα τέτοια έργα τα ξεκινούσα και ξεχνούσα να φάω, να κοιμηθώ, ν’ ανασάνω. Αγγλοσαξωνική, γαλλική, κεντροευρωπαϊκή, ισπανική, ιταλική... Ειδικά τη λογοτεχνία του 19ου τη διαβάζω και την ξαναδιαβάζω δίχως κορεσμό. Προκειμένου να βγω από τη δυσκολία μιας επιλογής που να ξεχωρίζει, θα πάω σε λίγο προγενέστερους αιώνες, στη Θεία Κωμωδία του Δάντη, σε μετάφραση Ν. Καζαντζάκη. Δεν το κάνω όμως από λαχτάρα για βελούδο και μετάξι. Είναι έργο που πραγματικά με σημάδεψε.

  • Από την πιο σύγχρονη ευρωπαϊκή και γενικότερα δυτική λογοτεχνία, με εκτίμηση στην αγγλική, οπωσδήποτε τη ρωσική, κάπως λιγότερο στην πνιγμένη σε αντικείμενα αμερικανική ή τη φορτωμένη σε τερτίπια του λόγου γαλλική, θα αναφερόμουν ιδιαίτερα στη γερμανική λογοτεχνία. Με μεγάλη παράδοση στο μυθιστόρημα, ανάμεσα σε πολλούς άξιους εκπροσώπους, μου έχει κλέψει την καρδιά ο Ρόμπερτ Μούζιλ (μτφρ. Τ. Σιετή) με τον Άνθρωπο χωρίς Ιδιότητες.

  • Στους Έλληνες, τώρα. Ο μεγαλύτερος Έλληνας μυθιστοριογράφος είναι με απόσταση ο Στρατής Τσίρκας. Την τριλογία του, Ακυβέρνητες Πολιτείες, τη διάβασα όταν εκδόθηκε ξανά από τον Κέδρο το 2002 (το link στον πρώτο τόμο). Με είχε συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό, που το έπαιρνα μαζί μου στο σχολείο, και το διάβαζα στα κενά, τρυπώνοντας σε μια γωνιά ή τη σχολική βιβλιοθήκη. Ο μεταμορφωτικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος ήταν τόσο ισχυρός που εγγραφόταν στο πρόσωπό μου και εντυπωσίαζε τρίτους ανεπίγνωστους παρατηρητές. "Τι σου συμβαίνει;" "Καλά είμαι", απαντούσα...

  • Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος. Ως διηγηματογράφος κατεξοχήν είναι άδικο να αντιπροσωπευθεί με ένα από τα λιγοστά του, εξαίρετα επίσης, έργα σε μεγαλύτερη φόρμα. Αλλά και από τα διηγήματα δεν ξέρεις πραγματικά ποιο να διαλέξεις. Είναι σαν ένα ασυνεχές συνεχές. Καθώς έχουν εκδοθεί σε τόμους, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τα Άπαντα, δηλαδή για το σύνολο έργο του ανεπιφύλακτα. Η διαφοροποίηση δεν χαλάει την αναλογία, είναι απλώς μια κόκκινη πινελιά σε φαιοπράσινο αγρό.

  • Από ποιητές δεν λείπουν. Μεγάλωσα με ποίηση, όλο κάτι σκαλίζω, όλο κάποια σελίδα διαβάζω – δίπλα σημειωματάριο με σημειώσεις, δοκιμές, ορνιθοσκαλίσματα. Πώς να ξεκινήσει κανείς από κάτι άλλο παρά τον Σολωμό; Αν και έχω αγαπήσει τα σχεδιάσματα, τον Ύμνο στην Ελευθερία κ.ά. ίσως, μιλώντας προσωπικά, έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στον Κρητικό.

  • Ο Καβάφης παραμένει αγαπημένος μου – το αντίστοιχο από κάποιες πλευρές του Τσίρκα σε ποίηση. Κι αυτά εκεί τα χώματα, στο σμίξιμο των ηπείρων και των πολιτισμών πάντα με μαγεύουν. (Την αγάπη μου στα πιο μαύρα ακόμα χώματα της Αφρικής δεν κατάφερα να την αποτυπώσω σε βιβλίο). Και πέρα από τα προφανή ονόματα που περιμένει κανείς να ακούσει γενικότερα, θα όφειλα να ετοιμάσω ένα ποστ για ελάσσονες και συχνά παραγνωρισμένους Έλληνες ποιητές του καιρού μας. Κλωτσήστε με καμιά φορά να το κάνω – για τέτοια χρειάζομαι κλωτσιές.

  • Η επαγγελματική ανάμειξή μου με τον χώρο του βιβλίου από τότε που ιδρύσαμε τις εκδόσεις Μαΐστρος, έχει λίγο αλλάξει τους αναγνωστικούς μου τρόπους. Η ανάγνωση συχνά πια δεν είναι τόσο απόλαυση, αλλά γίνεται υποχρέωση. Ξεκινώντας από τον κόσμο των χειρογράφων, δακτυλογράφων και κάθε λογής υποψηφίων προς έκδοση έργων, που πάντα πρέπει να τα διαβάζεις με κριτική εγρήγορση, σπάνια αφήνεσαι να νικηθείς από την αναγνωστική απόλαυση. Και ναι μεν διαβάζεις ως κριτικός λογοτεχνίας (στην οποία έχεις επίσης επίμοχθα μετεκπαιδευθεί – και είναι μόχθος και χαρά και πλησμονή ομορφιάς μαζί), αλλά οφείλεις να διατηρείς και ένα εμπορικό κριτήριο – κάτι στο οποίο έχω πολλές φορές αποδειχτεί μπόσικη. (Να μείνω στα χειρόγραφα, να μη μιλήσω για τα χρεώγραφα που στοιχειώνουν τη ζωή του επαγγελματία). Το ίδιο ισχύει και όταν επιμελείσαι την έκδοση, ελέγχεις ή κάνεις τις τυπογραφικές διορθώσεις, επιμελείσαι μια μετάφραση ή ό,τι άλλο. Ο κόπος και η επανάληψη σκοτώνει την απόλαυση. Κάποιες φορές, σπάνιες, ανταμείβεσαι. Έτσι, όταν γοητευμένοι από τη σπάνιά του αλήθεια και ομορφιά, γύρω από τον κόσμο της γραφής, αποφασίσαμε το 2006 να εκδώσουμε το Αρχιπέλαγος της Γραφής του Ηρακλή Λογοθέτη. Ένα έργο για πολύ επαρκείς αναγνώστες, έργο ζωής του ίδιου του συγγραφέα, ταξίδι μαγευτικό σε πλατιές θάλασσες και απόμερα ακρογιάλια, εξαίρετο δείγμα λογοτεχνικού δοκιμίου, γλώσσα πλανεύτρα και υπέροχη – μια από τις τρελίτσες που έκανα ως εκδότρια – και το λέω χωρίς διαφημιστική πρόθεση: είναι για λίγους.

  • Μια άλλη χαρά είχαμε όταν έφτασε στην πόρτα του εκδοτικού μια μετάφραση από τα ρουμανικά, που είχε ωραιότατη γλώσσα αλλά έχριζε μεγάλης επιμέλειας λόγω της συνθετότητας και γραμματολογικής πολυπλοκότητας με πλήθος υπόρρητων αναφορών, του σημαντικότερου έργου του (παντελώς άγνωστου στην Ελλάδα τότε) Νικολάε Στάινχαρτ. Ο λόγος για Το Ημερολόγιο της Ευτυχίας. Επίσης λογοτεχνικό δοκίμιο, αλλά και σημείο συνάντησης στοχαστικών και αφηγηματικών μερών, μια πραγματική τοπιογραφία της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένα σταυροδρόμι μεταξύ ανατολής και δύσης, αθεΐας και πίστης, ανθρωπιάς και ρουφιανιάς, όλα γραμμένα μέσα στις σκοτεινότερες φυλακές της Ρουμανίας των σκληρότερων ημερών του κομουνιστικού καθεστώτος. Αυτό είναι ένα βιβλίο στο οποίο επανέρχομαι ξανά και ξανά, διαβάζοντάς το τμηματικά, δίχως να το χορταίνω. Εξαντλημένο, δυστυχώς, χαρακτηρίστηκε το Βιβλίο των Βιβλίων της Ανατολής.

  • Την Ιλιάδα τη διάβασα σαν μυθιστόρημα και την απόλαυσα πολλαπλά μέσα από την πεζή μεταγραφή κάποιου πολύ σπουδαίου ανώνυμου εργάτη της γλώσσας. Ήρθε στα χέρια μας με μια διαδικασία σχεδόν μαγική. Ένα σημαντικότατο έργο, εξαντλημένο κι αυτό σήμερα, που επιτρέπει πάντως την απρόσκοπτη οικείωση του σύγχρονου αναγνώστη με το μείζον έργο της αρχαιοελληνικής γραμματείας μας.

  • Η Καινή Διαθήκη, το παγκόσμιο best seller όλων των εποχών, είναι πάνω στο γραφείο μου και δίπλα στο προσκεφάλι μου. Αν ήταν να διάλεγα ένα και μόνο, αυτό θα ήταν το βιβλίο των βιβλίων εν όλω. Την προτιμώ στο πρωτότυπο, αλλά εξαίρετες μεταφράσεις είναι και αυτή της Βιβλικής Εταιρείας και αυτή της Αποστολικής Διακονίας.

  • Αυτό τον καιρό με συνοδεύει αναγνωστικά Η Γραμματική των Πολιτισμών του Φερνάν Μπροντέλ (Fernard Braudel, μτφρ.: Α. Αλεξάκης). Ένα από τα σημαντικότατα επιστημονικά συγγράμματα, οδικός χάρτης στην Ιστορία, αλλά και μοναδικής ποιότητας αφηγηματική γραφή, όπως μόνο οι ιστορικοί –οι μεγάλοι ιστορικοί– ξέρουν να αφηγούνται. Είμαι καβάλα στην καμήλα και ταξιδεύω στις ερήμους και τις πολύβουες πόλεις της Ανατολής, στους δρόμους του Ισλάμ, προτού περάσω ανατολικότερα.


Ταξιδεύοντας χρόνια με τα βιβλία, όλο και περισσότερο συνειδητοποιώ πόσο απέραντος είναι ο κόσμος, πόσο ταξίδια ακόμα μας μένουνε.Οι κλειστές λίστες με βιβλία μου θυμίζουν κάπου την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Υπακούει στις ανάγκες για (απολύτως στενό) καθορισμό του μικρού εκείνου ποσοστού που θα περάσει στον επόμενο βαθμό, οι άλλοι μένουν στάσιμοι ή απολύονται. Αν αυτό επιμεριστεί και ανά υπηρεσία, αδικούνται καταφανώς οι υπηρεσίες εκείνες όπου η δουλειά γίνεται με χαρά. Τα ίδια αδυσώπητα ποσοστά ισχύουν για όλους.

Στα 21 λοιπόν καίγεσαι. Για αυτό το λόγο η έννοια του κανόνα στη λογοτεχνία είναι μια έννοια ανοιχτή. Αλλά και με τη σύνδεση των επιλογών με προσωπικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι προφανές ότι απλώς μια αφορμή δίνουμε, δεν διαμορφώνουμε κάποιον κανόνα. Πειθάρχησα λοιπόν και δεν πειθάρχησα στο ζητούμενο, κάποια βιβλία ονόμασα και πολύ περισσότερα δεν ονόμασα, κάποια τα ονομάτισα και δεν τα συμπεριέλαβα, κάποια έριξα μόλις επάνω τους έναν τρεμάμενο φακό... Υπάρχουν εκεί έξω.

Ψύχρα. Να ρίξω ένα μπλουζάκι επάνω μου και να μην ξεχάσω: έχω και μια αποσκευή ακόμα, ένα μικρό κείμενο για το τι είναι λογοτέχνης. Θα το δημοσιεύσω εδώ, προσεχώς, και το αναγγέλλω τώρα, από φόβο μη και στο μεταξύ δειλιάσω. Γιατί και οι μαθητές του τελευταίου θρανίου, καμιά φορά, μόνο φασαρία κάνουμε, αλλά στα δύσκολα τρέμει το φυλλοκάρδι μας.

***

Ανήμερα των Τριών Ιεραρχών, είναι ένας τρόπος να τιμήσουμε την Παιδεία και τα γράμματα, γιατί  μνήμη σημαίνει πάνω από όλα παρουσία στο παρόν.


Το κείμενο αυτό γράφτηκε στο πλαίσιο διιστολογικού αφιερώματος με θέμα: 

 «Η Ανάγνωση δεν χωράει σε Λίστες».



Συμμετέχουν οι:
(συμπληρώνεται με το ρυθμό που ανεβαίνουν τα κείμενα)



rubies & clouds, με τρεις συμμετοχές: …βγάζουν καπνόν ακόμη,… [ανωνύμου]
                                                      
                                                         7 τραγούδια (εχμ, 20 βιβλία) θα σας πω Nefosis Nefosis
                                                         Η ανάγνωση δεν χωρά σε λίστες (πόσο σίγουροι είστε;) roubinaki M.

kospanti: Ο αναγνώστης

Τσαλαπετεινός: Ρευστή Λίστα

Ο βιβλιοθηκάριος: Η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες

Κυνοκέφαλοι, με διπλή συμμετοχή: Η Λίστα του Γιώργου (Μπουλακάκη)

                                                   και ΑλαΛΙΣΤΑτα του οικοδεσπότη Γρηγόρη Στουρνάρα

... έρχονται λίγο λίγο

14 σχόλια:

Σταυρούλα είπε...

Πολυποίκιλη λίστα και πολύ ενδιαφέρουσα, Εύη :)

Σούπερ το κομπινεζόν ;)

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Έχει και αποτροπαϊκή αξία, Σταυρούλα. Για να έρθουν κοντά όσοι ξέρουν να αγαπούν και όχι όσοι εκμεταλλεύονται κουτοπόνηρα αγίους και γεροντάδες.

Ξ ξ ξ! χαχα! είπαμε: τελευταίο θρανίο!

Ξωτικό είπε...

χμ, επίτηδες δεν συμμετείχα στο αφιέρωμα...
αλλά μοιάζουμε πολύ - παρότι εγώ καθόμουν στο πρώτο θρανίο, χεχε
(μοιάζουμε στους ρώσους, στον καβάφη, στην καινή διαθήκη, στο μπερντιαγεφ, στο 19ο αιώνα)

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

έχουμε παρελθόν, χεχε!

Κατερίνα Τοράκη είπε...

Όλα τόσο ενδιαφέροντα, όμως ζήλεψα που έχεις ολοκληρώσει τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες. Το είχα ξεκινήσει όταν δούλευα, δεν έβγαινε όπως ήθελα, το ανέβαλα για όταν θα είμαι πιο άνετη ως προς το χρόνο. Ακόμη δεν ...πρόκαμα! Ο Μουζιλ είναι ιδιαίτερος, όπως και Μπρωντελ...

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Κατερίνα, κι εγώ με τη δεύτερη το κατόρθωσα. Σχεδόν το ολοκλήρωσα, για την ακρίβεια. Έχω ακόμα λίγο, πολύ λίγο.
Βοήθησε μια γρίππη που παρέτεινα λίγο παραπάνω. Το έργο είναι από μόνο του ανολοκλήρωτο...

Έτσι την έχω πάθει με την Αισθητική της Αντίστασης, του Peter Weiss. Την έχω ξεκινήσει 3-4 φορές και έχω γονατίσει ήδη στις πρώτες σελίδες.

Τσαλαπετεινός είπε...

Φευγω απο το ποστ με άγχος. Έχω κενά και πρέπει να τα καλύψω!

Εξαιρετική η "λίστα" σου.

;-)

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Ω! μα το ίδιο θα μπορούσα να πω κι εγώ... Τι όμορφα και γλυκά που διαφέρουμε!

γρηγόρης στ. είπε...

Πολύ ενδιαφέρον το λογοτεχνικό ημερολόγιό σου, Εύη!



Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Εύστοχη η ειδολογική κατάταξη. Πάντα πολύ ακριβής, Γρηγόρη, αλλ' όπως φαίνεται και κατεξοχήν ποιητής.

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Είναι ψυχογράφημα πάντως η λίστα. Κυρίως η ανάλυση των επιλογών, μαζί με τις επιλογές. Είναι χαρτογράφηση συναισθηματικής και πνευματικής πορείας.

fvasileiou είπε...

Θεωρείς την Ελευθερία του ήθους πιο σημαντική/εμβληματική από το Πρόσωπον και ο έρως;

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Ναι, Γιώργο μου. Και πάνω που είχα αγχωθεί πολύ, αυτή η αφηγηματική, βιωματική, ψυχογραφική, αυτοβιογραφική, ημερολογιακή, όπως θέλεις πες την, προσέγγιση με ελευθέρωσε από την ανάγκη της ορθότητας... Τελικά είναι μάλλον μια πιο ειλικρινής αποτύπωση από ό,τι περίμενα, αν και θα μπορούσα να περιλάμβανα και μερικά λατρεμένα αφηγήματα του δρόμου, από Γκόρκι μέχρι Κέρουακ, μερικά πιο σύγχρονα όπως όλο τον Όργουελ ή όλο τον Κούντερα, πολύ περισσότερη σύγχρονη ποίηση, ελληνική και ρώσικη και ξένη (η ρώσικη, είναι σχεδόν δική και πάντως όχι ξένη) Αλλά εντάξει. Αναφέρθηκα όντως στα προσωπικά μου θεμέλια.
Πάντως, Γιώργο, επειδή είχες την πρωτοβουλία, όσο κι αν δυσκολεύτηκα και λίγο δυσανασχέτησα, και ειλικρινά ξεκίνησα μόλις το βράδυ της προηγουμένης, ήταν μια χρήσιμη διαδικασία αυτογνωσίας και ετερογνωσίας - για όλους όσους συμμετείχαν.

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Φώτη, διαβάζοντας τη δική σου λίστα συνειδητοποίησα πόσα έχουμε κοινά. Τα περισσότερα κοινά διαβάσματα. Μου έκανε εντύπωση.
Μόλις είδα το Πρόσωπο και ο Έρως, λέω αυτό είναι, αυτό έπρεπε να πω. Αλλά σ' εμένα δρόμους χάραξε η Ελευθερία του Ήθους που είχε προηγηθεί. Ήταν η ηλικία μου, 17 χρονών τότε. Με την Ελευθερία ο Γιανναράς άνοιξε δρόμους, το Πρόσωπο και ο Έρως τους προχώρησε σε επίπεδο ωριμότητας. Δεδομένης και της ηλικιακής μας διαφοράς, εγγράφουμε έτσι και μια πληροφορία για την ιστορία της επίδρασης του Χ.Γ. στις νεότερες γενιές.
Πάντως, σε αυτό ομονοούμε θαυμαστά: Ό,τι από το σύνολο έργο του ΧΓ κρατούμε και οι δύο κυρίως την υπαρξιακή του σκέψη, λιγότερο την ιστορικοπολιτική. Ίσως να το διατύπωνα κάπως έτσι: από τους εν Ελλάδι Έλληνες είναι(υπήρξε) σημαντικότατος στοχαστής αλλά όχι η φωνή της συνείδησης του γένους. Τέτοιους ρόλους δεν του αναγνωρίζω. Του αναγνωρίζω πάντως απλόχερα την ιδιαιτερότητα της φωνής και τη μεγάλη σημασία του έργου του στον καιρό του. Τώρα οι γενιές των επιγόνων πρέπει να προχωρήσουν (-ουμε) παραπέρα.