Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Ιαν 2016




Για να γράψει κανείς λογοτεχνία, δεν χρειάζεται να είναι κανείς ερωτύλος, κατεστραμμένος ή καταραμένος.

Χρειάζεται να έχει (έστω λίγο) χρόνο, να μπορεί να αφήνεται στις αισθήσεις του, να αντιλαμβάνεται τα αισθήματά του, να παρατηρεί με προσοχή το γύρω του και το μέσα του.

Να νιώθει ως ανάγκη την έκφραση, να επικοινωνεί μέσω της γραφής. Χρειάζεται να ασχολείται με τη γραφή, σε πολυετή άσκηση, μέσα από την ανάγνωση αλλά και το γράψιμο.

Χρειάζεται να έχει ταλέντο, αλλά κυρίως να καταβάλει το τίμημα του μόχθου.

Χρειάζεται να έχει κάτι να πει, και ιδίως να είναι ερωτευμένος με τη ζωή.

Δεν χρειάζεται να συμβιβάζεται με πολύ μεγάλες ευκολίες, αλλά μήτε να βάζει τον πήχη υπερβολικά ψηλά. Σημαντικά πράγματα, με υπέροχο τρόπο, έχουν πει πολλές φορές αρκετοί άνθρωποι. Δεν είναι ανάγκη να επιδιώκει να διακριθεί, αλλά να εκφράσει μιαν αλήθεια, απλή ή σύνθετη, μιαν αλήθεια προσωπική. Η δίωξη της διάκρισης είναι παραλυτικός στόχος, γεννά αμηχανία ή ίσως και αφωνία. Ίσως, πάλι οδηγεί σε μια υπερπαραγωγή, γεμάτη συμβατικά ψεύδη, μια δήθεν έκθεση που ακυρώνει τη σχέση με τον αναγνώστη.

Δεν χρειάζεται κανείς να φθονεί όσους έχουν πει σημαντικά πράγματα, μήτε να προσπαθεί ψυχαναγκαστικά να τους υπερβεί. Χρειάζεται απλώς να κινείται (αναγνωστικά) ανάμεσά τους, να τους συναναστρέφεται, και να συνομιλεί μαζί τους με τα δικά του γραπτά. Μια τέτοια συνομιλία δεν είναι αντιμαχία, μπορεί να είναι συζήτηση, απλώς ένας ψίθυρος, μια γλυκιά φλυαρία, μια κατά καιρούς αναγκαία σιωπή, μια διαρκής συνύπαρξη.

Όταν ένας άνθρωπος έχει πάστα γραφιά, μόλις βρεθεί το κενό του χρόνου, μόλις ο καιρός του παίξει αλέγκρα μουσική, ή μόλις ο πόνος, ο έρωτας, η θλίψη, ο φόβος, η φιλία, σταματήσουν για λίγο το χρόνο, θα ξεπηδήσει από μέσα του αβίαστη η γραφή ως έκφραση.

Η αξιόλογηση θα έρθει στην πορεία, ως αυτοαξιολόγηση, και ως κριτική συνάντηση με τον αναγνώστη.

Για να παραφράσω ένα σχόλιο του Πολ Λεμέρλ για τον Θεόδωρο τον Στουδίτη, είναι η δύναμη του χαρακτήρα ενός συγγραφέα, και η αυθεντικότητά του θα προσέθετα εγώ, που θα τον σώσει αναμφίβολα από την κοινοτοπία.

Πρώτη Δημοσίευση: Περιοδικό Φρέαρ.

Φωτογραφία: Harry Gruyaert. [Επιλογή Δημήτρη Αγγελή].

27 Αυγ 2014

Περιπέτειες με Ποντίκια



Πριν δυο καλοκαίρια έγραφα μια επιστημονική εργασία στην Ύστερη Αρχαιότητα με πολλές πατρολογικές παραπομπές. Χρειαζόμουν διαρκώς την Πατρολογία του Migne. Την έχω όλη στο σπίτι, και καταλαμβάνει πολλά ράφια, στα δυσπρόσιτα. Αλλά ανέβα σκάλα – κατέβα σκάλα, δεν λέει. Ευτυχώς που υπάρχει ολόκληρη και ηλεκτρονικά. Αυτή τη λύση προέκρινα, όντως φυσικώς τεμπέλα και αναπόδραστα όμηρος μιας καθιστικής ζωής. Όμως εκεί έπαθα άλλη ζημιά. Πάνω – κάτω το ροδάκι του ποντικιού, αγκύλωση στο χέρι. Αυτοί είναι οι σωματικοί πόνοι της πνευματικής εργασίας. Αφόρητοι. Μέχρι να συνειδητοποιήσω γιατί πονάω έτσι, και αφού αδίκως ενοχοποίησα το πληκτρολόγιο, κάποτε έβγαλα τη σωστή διάγνωση. Φταίει το ποντίκι.

Πάω λοιπόν να αγοράσω καινούργιο ποντίκι, να είναι ακριβείας, άνετο στη χρήση, το ροδάκι του να κυλάει απρόσκοπτα στη βαριά ανηφόρα των σελίδων του Migne. Και να μην είναι ασύρματο, γιατί τα σιχαίνομαι. Κατευθύνομαι στον Κωτσόβολο της γειτονιάς μας, και επιστρέφω με ένα ποντίκι gamer, πολύ σταθερό στο χέρι και από μόνο του σκέτη discothèque. Εκείνη τη μέρα ήταν και η ηλικιωμένη μητέρα μου στο σπίτι, και την απασχολούσα δείχνοντάς της έργα ζωγραφικής στο διαδίκτυο. Την έβαλα κάπως στο νόημα, πώς να προχωράει από το ένα έργο στο επόμενο, αλλά αυτό το ποντίκι που άναβε φωτάκια κάθε λογής, σαν φωτορρυθμικό, τη φόβιζε. "Δεν θα σε φάει το ποντίκι", την καθησύχαζα η μικρομέγαλη, καθώς είχα ξοδέψει πολλά ξετινάζοντας τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Οι στερήσεις που ακολούθησαν ήταν δικαιολογημένες: για λόγους υγείας. Και όντως, το χέρι μου ηρέμησε, και ησύχασα ότι είχα κάνει μια καλή επένδυση.

Αυτές τις μέρες με τις ζέστες, το ποντίκι σαν να ίδρωνε και να έβγαζε ένα κολλώδες υγρό. Ρε τα παλιόπαιδα, σκέφτηκα η δόλια και καχύποπτη μάνα, πάλι έχυσαν αναψυκτικό στο γραφείο μου και δεν μιλήσανε καθόλου. Ανακρίσεις, γκρίνιες, φασαρίες, κανένας ένοχος δεν ομολόγησε.

Το ποντίκι συνέχισε την εφίδρωση. Το καθάριζα, το σκούπιζα, με το νύχι ξεκόλλαγα το κολλώδες υγρό. Μα αυτό ασθενούσε βαριά, και πότε δούλευε, πότε όχι. Η αποσύνδεση επανασύνδεση του ποντικιού ήταν μια τελετουργία που εκτελούσα, κανονικά προσευχόμενη, πολλές φορές τη μέρα. Νόμιζα ότι μπορεί να φταίει το pc που κολλάει και όχι το ποντίκι. Κάποια στιγμή έφτασα στο μη παρέκει και διέγνωσα ότι το ποντίκι "τετέλεσται". Άντε να βρεθεί άλλο. Όχι, δεν θα πήγαινα ξανά στον Κωτσόβολο στη γειτονιά μου, και ασφαλώς δεν θα ξόδευα πάλι τόσα λεφτά. "Κανένα ποντίκι ξέμπαρκο", ρωτούσα τους δικούς μου; Μα δεν υπήρχε ξέμπαρκο και διαθέσιμο ποντίκι στο σπίτι.

Βρήκα λοιπόν ένα παλιό από laptop, αποξεχασμένο σ' ένα συρτάρι. Τι αφέλεια! Το καλώδιο ήταν κοντό. Πού να φτάνει; Έφτιαξα λοιπόν πατέντα, για το Σαββατοκύριακο. Πήρα ένα χαμηλό τραπεζάκι, το εγκατέστησα δίπλα στην καρέκλα μου, έστρωσα χαλάκι το mouse pad, και εκεί, οριακά με λίγο ξέντωμα, ζαβά εντελώς έφτανε το ποντίκι. Μετά από λίγο συνήθισα την παράξενη χρήση.

Δευτέρα πρωί ξύπνησα με αφόρητο πόνο στην ωμοπλάτη. Ευτυχώς με φώτισε αμέσως ο Θεός για την αιτία του πόνου. Το ποντίκι του laptop φταίει, σκέφτηκα. Κοντεύω να εξαρθρώσω τον ώμο μου. Έδωσα εντολή στο Δημήτρη που πήγαινε κέντρο να αγοράσει οπωσδήποτε ποντίκι την ίδια μέρα. Εγώ βέβαια στο μεταξύ συνέχισα το χαβά μου, δηλαδή να δουλεύω, πονώντας. Οι σωματικοί κόποι και οι μικρές θυσίες της πνευματικής εργασίας, αλάτι και πιπέρι στη ζωή.


Αργά τη νύχτα ήρθε ο Δημήτρης και φώναξε. "Ποντίκι, ποντίκι, έχουμε ποντίκι". Ξεχνώντας τα πάντα πετάχτηκα πάνω. "Τι ποντίκι, πού;" ρώτησα ανάστατη, γιατί τη χρονιά που κάηκε το βουνό όλα τα ποντίκια του ορεινού όγκου ήρθαν στα κατοικημένα, και γνωρίσαμε κανονική επιδρομή μέσα στα σπίτια. Σ' εμάς κατέφαγαν τα καλώδια του πλυντηρίου πιάτων και του φούρνου της κουζίνας, αμαρτίες που πληρώνω ακόμα και σήμερα.

Αφού η οικογένεια χόρτασε διασκέδαση με το παρ' ολίγον εγκεφαλικό μου, μου παρουσίασαν τη σακούλα με το καινούργιο ποντίκι.

Απλό, πάμφθηνο και... microsoft. Μια κακιά σκέψη που πήγε να μου περάσει για τις πολυεθνικές – την έδιωξα σαν αρουραίο...

Και τώρα, επιτέλους, μπορώ να συνεχίσω ακάθεκτη να σας ζαλίζω με ιστορίες και λόγια, η καλλιτεχνική αξία των οποίων αμφιβάλλεται.

Αλλά εντελώς στο χώρο του μεταμοντέρνου, οι μικρές αυτές αφηγήσεις καταλαμβάνουν σχεδόν το όλον της ζωής μας. Τι άλλο να αφηγηθούμε κι εμείς οι γραφιάδες;

30 Ιαν 2014

Στα 21 καίγεσαι!





Όταν μου ζητούν μια λίστα με τα 20 σημαντικότερα βιβλία που διάβασα, ένα άγχος με περιλούζει. Ίσως να μη χρειαστεί να καλέσω τον ψυχολόγο μου και να ξοδευτώ, ίσως θα μπορούσα και μόνη μου να διαγνώσω («στο βάθος κήπος») την ανάγκη μου να δείξω πως είμαι κορίτσι από σπίτι.

Παρακολουθώ συγγραφείς και συναδέλφους να συνοδεύουν υποβοηθητικά την κριτική επιτροπή των Νομπέλ, να συμβουλιάζονται για να επικαθορίσουν στα social media όλο τον Δυτικό Κανόνα, και... και... λυγίζω κάτω από το βάρος της ευθύνης. Της ευθύνης για το κοινό, της ευθύνης επίσης προς το πρόσωπό μου, να υποβάλλω (επιβάλλω;) σε δημόσια κρίση (χλεύη;) την ημετέρα ελλογιμότητα, ή τουλάχιστον να μην ξεφτιλιστώ.

Δεν έχω προλάβει και πολύ να το σκεφτώ, αποβραδίς, και έτσι είναι ένα ποστ μισοέτοιμο. Ας πούμε, μια εμφάνιση με κομπινεζόν. Ξέρω, κάποιοι θα το θεωρήσουν μεγίστη απρέπεια, κάποιοι άλλοι θα κάνουν πανηγύρι...

Αλλά τι νόημα μπορεί να έχει η λίστα ανάγνωσης της μαθήτριας του πρώτου θρανίου; Μάλλον η μαθήτρια του τελευταίου θρανίου θα είναι πιο προχωρημένη...



  • Και μιας και ξεκινώ από το τελευταίο θρανίο, εκεί ακριβώς βρισκόμουν, τελευταίο θρανίο και παράθυρο γωνία, όταν διάβαζα –τη μονότονη ώρα των αρχαίων–, την Ελευθερία του Ήθους (β΄ [αναθεωρημένη] έκδοση, τότε εκδόσεις Γρηγόρη) του Χρήστου Γιανναρά. Ακόμα και σήμερα θεωρώ ότι χάραξε καινούργιους δρόμους στην αυτοσυνειδησία μας, ήρθε σε χρόνο κατάλληλο και είναι γενικότερα κατά τη γνώμη μου η σημαντικότερη συμβολή του Χ.Γ. Στα ανέμελα 17 μου χρόνια συμβάδιζε απόλυτα με τις προσωπικές μου αναζητήσεις. Δραπέτευσα τότε οριστικά από τα στενά καλούπια μιας νομικιστικής και εν πολλοίς υποκριτικής μικροαστικής ηθικής και άνοιξα πανιά στην αναζήτηση της ελευθερίας του προσωπικού ήθους.

  • Την ίδια χρονική περίοδο, και πάλι την ώρα των αρχαίων, στην Γ΄ Λυκείου, η αλλεργία μου για το σχολείο είχε χτυπήσει κόκκινο. Έχοντας γερές βάσεις στη γλώσσα από τα προηγούμενα χρόνια, είχα την πολυτέλεια να αρρωσταίνω με την ιδεοληπτική αρχαιοπληξία της καθηγήτριάς μου και την εξιδανίκευση της αρχαιότητας. Αναζητούσα τα στοιχεία της νεοελληνικής μου ταυτότητας, και μάλιστα δίχως καμία εξιδανίκευση. Στην ανάγκη αυτή απάντησε ο Μακρυγιάννης με τα Απομνημονεύματά του, αξέχαστο για μένα πεδίο αυτογνωσίας για τη νεοελληνική μας ιστορία και όχι μόνο. [Μόλις το φωτογράφισα έχυσα επάνω του μισή κούπα καφέ – δυστυχία μου!]



  • Αν κάνω ένα flashback σε μικρότερα ακόμα χρόνια, τα γυμνασιακά, θυμάμαι την αμήχανη ώρα, πρώτη ώρα των Νέων Ελληνικών στην α’ γυμνασίου, πού η εξαίρετη φιλόλογός μας μάς ρωτούσε για τα μέχρι τότε διαβάσματά μας. Η σημαντικότατη αυτή γυναίκα για τη μεταγενέστερη αγάπη μου στη φιλολογία, αφού άκουσε, υπομόνεψε, χαμογέλασε, κατόπιν μας έδωσε πολύ απαλά οδηγίες για να προχωρήσουμε σε μια πιο συστηματική ανάγνωση της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από τα πρώτα ονόματα που μας συνέστησε ήταν και ο Ηλίας Βενέζης, ο οποίος ήταν σε κάθε επίπεδο προσπελάσιμος σ’ εμάς. Διάβασα όλο το έργο του στο διάστημα των γυμνασιακών χρόνων και ιδίως καλοκαιριών, αυτών των υπέροχα παραγωγικών καλοκαιριών που διαρκούσαν τρεισήμισι μήνες. Ίσως, αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα βιβλίο του Ηλία Βενέζη, θα έλεγα: Το Νούμερο 31328 [στη biblionet.gr είναι μόνο καταχωρημένο σε έκδοση του συγκροτήματος - ε, όχι!] . Αυτό μου γέννησε μια παρόμοια αγάπη για άλλες ανάλογες βιογραφικές αφηγήσεις, π.χ. Τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, Τα Τετράδια της Ανζέλ Κουρτιάν, ή μυθιστορήματα όπως του Φραντς Βέρφελ (μτφρ. Α. Παρθένης), Οι Σαράντα Μέρες του Μουζά Ντάγκ: Όλεθρος, Σωτηρία, Όλεθρος. Ή ακόμα ακόμα σε άλλες γεωγραφικές συντεταγμένες, όπως Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, που απολάμβανα με χαμόγελο και δάκρυ, παντελώς ανυποψίαστη σχετικά με τις μεταγενέστερες ανακαλύψεις για την κάποια λογοκρισία επί του κειμένου από τον πατέρα της συγγραφέως... Ιστορίες κατατρεγμού μέχρι θανάτου απετέλεσαν έκτοτε μια από τις πάγιες προτιμήσεις των αναγνωσμάτων μου.

  • Την ίδια περίπου εποχή, γύρω στα δεκατρία, εγώ ένα κορίτσι σε αθηναϊκό διαμέρισμα δίχως τηλεόραση, με υπέροχες προϋποθέσεις ησυχίας και περισυλλογής, είχα εξαντλήσει όλη την παιδική και εφηβική μου βιβλιοθήκη, και όλα τα βιβλία που παράγγελνα και αγόραζα κατά καιρούς. Άρχισα λοιπόν τις εξερευνήσεις, αφενός στη θεολογική/φιλοσοφική και επιστημονική βιβλιοθήκη του πατέρα μου, αλλά και στη σχεδόν απαγορευμένη μικρή λογοτεχνική βιβλιοθήκη της μητέρας μου. Έτσι κάπως, έκανα την πρώτη μου επαφή με τους Ρώσους, μια επαφή που με τάραξε αρκετά, αλλά και με σημάδεψε. Το μικρό βιβλιαράκι που έπιασα στα χέρια μου, με διάθεση να το ξεπετάξω σε μια σύντομη και ανέμελη μεσημεριανή ανάπαυλα ήταν Η Σονάτα του Κρόιτσερ του Λέοντος Τολστόι. Δεν είναι το σημαντικότερο έργο του Τολστόι, αλλά τότε με αναστάτωσε μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής μου, διότι γκρέμιζε όλες τις ρομαντικές μου ιδέες περί έρωτα, που μόλις άνθιζαν μέσα μου. Αρχικά η νουβέλα μού φαινόταν αποτρόπαιη, αλλά η πρόκληση που μου παρείχε, να περάσω σε ένα χάος άγνωστων σε μένα καταβυθίσεων στα ερωτικά ανικανοποίητα, στην εναλλαγή πλήξης, πολέμου και σφοδρών ερωτικών αισθημάτων, με έσπρωξε (κανονικά με έσπρωξε βιαίως και παρά τη σθεναρή μου αντίσταση) πολλά βήματα παραπέρα στην πορεία της ενηλικίωσης. Η πρόκληση ήταν πρόσκληση, και το ανυποψίαστο για το δώρο που του τύχαινε θύμα της ερωτεύτηκε τους Ρώσους διά παντός. Και τους ξεκοκάλιζε όλες τις επόμενες δεκαετίες, με πάθος ακατασίγαστο, ας περνούσε στάδια πλήξης, πολέμου και ερωτικού πάθους: το τελευταίο σκίαζε τα πάντα.

  • Η ρώσικη λογοτεχνία. Ένα εντελώς ιδιαίτερο στη ζωή μου κεφάλαιο... Εκτάθηκε σε πλάτος και σε βάθος, σε ελληνικά και ξένες μεταφράσεις κάθε λογής, σε απόπειρες εκμάθησης της Ρωσικής που δεν ολοκληρώθηκαν, και ως ανολοκλήρωτος ίσως πόθος ακόμα με σιγοκαίει. Μιλώντας όμως για Ρώσους, θα βάλουμε από τη μία όλους τους άλλους, εκλεκτούς και αγαπημένους στην ποικιλία τους, και από την άλλη τον ισοβαρή όλων στη δική μου συνείδηση Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Αν ήμουν ίσως πιο ειλικρινής και δεν με απασχολούσε καθόλου η ανάγκη μιας ισορροπίας, θα έκανα έναν κατάλογο 20 βιβλίων από τα έργα του Ντοστογιέφσκι. Παρά την τρέλα μου με το Υπόγειο, που άφησε τα χνάρια της στο ένα και μοναδικό μέχρι τώρα δικό μου λογοτεχνικό βιβλίο, αν ήθελα να λειτουργήσω πιο ακαδημαϊκά, μέσα από διλήμματα επί διλημμάτων θα κατέληγα μάλλον στους Αδελφούς Καραμαζόβ, (μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου) ένα βιβλίο που το έχω διαβάσει πάνω από 5 φορές σε διαφορετικές ηλικίες, και δεν το έχω χορτάσει. Κάθε φορά που ρωτώ μαθητές ή φοιτητές αν έχουν διαβάσει Ντοστογιέφσκι, και σπανιότατα κάποιος έχει διαβάσει π.χ. τον Έφηβο, μετά κόπου συγκρατούμαι να μην τους πω: «πετάξτε όλα τα άχρηστα μαθήματα, μην ξαναπάτε ποτέ σε φροντιστήριο, ανοίξτε τα μάτια σας στη λογοτεχνία και κυνηγήστε το νόημα της ζωής!» (Αλλά σωπαίνω καθώς ξέρω πως δεν είμαι παρά μια τρελόγρια...)
 
  • Η βιβλιοθήκη του πατέρα μου με προμήθευσε νωρίς νωρίς με κείμενα που έβαζαν κάτι από την ομορφιά της αγιότητας στην καθημερινότητα. Από εκείνη την ηλικία μου άρεσε η πατερική γραμματεία, τα γεροντικά, οι φιλοκαλίες, τα αγιολογικά κείμενα – και βέβαια είχα την τύχη να συναντήσω τον αφρό. Ακόμα σήμερα τέτοια διαβάσματα συνοδεύουν πάντα τα άλλα. Δεν θα διαλέξω λοιπόν από τα παλαιότερα, αλλά από τα νεότερα: για την ακρίβεια έναν τόμο αρκετά βαρύ: Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, γραμμένο από τον ιερομόναχο Ισαάκ (Ψ; /– ένα πολύ αγαπητό μου Ψ;). Το διάβασα στις απαρχές της οικονομικής κρίσης, και ομολογώ ότι ήταν ένα βιβλίο που μου συγκράτησε την τρέλα και ανταποκρίθηκε στις εσώτατές μου ανάγκες εκείνης της περιόδου. Όταν το τέλειωσα, πραγματικά λυπήθηκα γιατί έχασα κάτι που μου έδινε στη μέρα μου ρυθμό. Όποιος θέλει να γνωρίσει τον πραγματικό Παΐσιο, δεν έχει παρά να το αναζητήσει. Αυτά τα βιβλία δεν περιλαμβάνονται ποτέ στους ούτως ή άλλως παραπλανητικούς καταλόγους των ευπώλητων, αλλά είναι ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 2004.

  • Ας γυρίσω όμως στα φοιτητικά μου χρόνια, τα γεμάτα διαβάσματα στο χώρο της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας, της παιδαγωγικής και της πολιτικής, της οικονομίας κλπ. μαζί με τη θεολογία. Κίρκεγκορ και Χάιντεγγερ, Σαρτρ [και Καμί], Καστοριάδης, η Σχολή της Φρανκφούρτης, και οτιδήποτε συναφές κυκλοφορούσε ελληνικά τη δεκαετία του 80-90. Η λίστα συμπληρωνόταν αδιάκοπα και τις επόμενες δεκαετίες. Πολύ δύσκολο, μάλλον αδύνατο, να ξεδιαλέξω κάτι, καθώς όλα ήταν σημαντικά για μένα, αλλά σε ένα διαρκή διάλογο το ένα με το άλλο. Αν αξίζει να ξεδιαλέξω κάτι από τα γενικότερα δοκιμιακά και επιστημονικά διαβάσματα των φοιτητικών μου χρόνων, θα επέλεγα ίσως το σημαδιακό και πολύ παρεξηγημένο έργο του Μαξ Βέμπερ (μτφρ. Δ. Κούρτοβικ), Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού [εδώ δεν μπορώ να αποφύγω το συγκρότημα]. Το έργο αυτό, ευστοχότατο στις παρατηρήσεις του, ατυχές στην απολυτότητα με την οποία εκλαϊκευτικά διερμηνεύτηκε αργότερα, ήταν για μένα σαν τα κουμπιά που συνδέουν μεταξύ τους ετερόκλητα υφάσματα της γνώσης σε ένα γεμάτο νόημα σύνολο.

  • Από τα διαβάσματά μου τα πιο κοντινά στις θεολογικές μου αναζητήσεις και συνάμα στις πολιτικές και φιλοσοφικές μου ανησυχίες θα όφειλα να αναφέρω ένα όνομα με ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο λόγος για τον Νικολάι Μπερντιάγεφ και το σύνολο έργο του. Αν πάλι έπρεπε να επιλέξω, θα επέλεγα το Χριστιανισμός και Κοινωνική Πραγματικότητα (μτφρ. Β. Γιούλτσης)...

  • Παρά τις βαθυστόχαστες και βαρύγδουπες αναλύσεις μας, δεν περιφρονούσαμε και άλλες αφηγήσεις, με κοινωνικοπολιτικό ενδιαφέρον, όπως π.χ. βιογραφίες. Από αυτή την κατηγορία και σε συνάρτηση με τα φοιτητικά μου χρόνια θα επέλεγα τη βιογραφία του Τσε Γκεβάρα από τον Ρόχο, μτφρ. Α. Γεωργούλη: Ricardo Rojo, Τσε Γκουεβάρα: Η Ζωή και ο Θάνατος ενός Φίλου. Το βιβλίο αυτό, που σήμερα βρίσκεται μόνο σε βιβλιοθήκες, άναψε μέσα μου μια σπίθα που μάλλον δεν έσβησε ποτέ.

  • Δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω από τη δυτικοευρωπαϊκή κλασική Λογοτεχνία. Πάντα διάβαζα λογοτεχνία και πάντα τέτοια έργα τα ξεκινούσα και ξεχνούσα να φάω, να κοιμηθώ, ν’ ανασάνω. Αγγλοσαξωνική, γαλλική, κεντροευρωπαϊκή, ισπανική, ιταλική... Ειδικά τη λογοτεχνία του 19ου τη διαβάζω και την ξαναδιαβάζω δίχως κορεσμό. Προκειμένου να βγω από τη δυσκολία μιας επιλογής που να ξεχωρίζει, θα πάω σε λίγο προγενέστερους αιώνες, στη Θεία Κωμωδία του Δάντη, σε μετάφραση Ν. Καζαντζάκη. Δεν το κάνω όμως από λαχτάρα για βελούδο και μετάξι. Είναι έργο που πραγματικά με σημάδεψε.

  • Από την πιο σύγχρονη ευρωπαϊκή και γενικότερα δυτική λογοτεχνία, με εκτίμηση στην αγγλική, οπωσδήποτε τη ρωσική, κάπως λιγότερο στην πνιγμένη σε αντικείμενα αμερικανική ή τη φορτωμένη σε τερτίπια του λόγου γαλλική, θα αναφερόμουν ιδιαίτερα στη γερμανική λογοτεχνία. Με μεγάλη παράδοση στο μυθιστόρημα, ανάμεσα σε πολλούς άξιους εκπροσώπους, μου έχει κλέψει την καρδιά ο Ρόμπερτ Μούζιλ (μτφρ. Τ. Σιετή) με τον Άνθρωπο χωρίς Ιδιότητες.

  • Στους Έλληνες, τώρα. Ο μεγαλύτερος Έλληνας μυθιστοριογράφος είναι με απόσταση ο Στρατής Τσίρκας. Την τριλογία του, Ακυβέρνητες Πολιτείες, τη διάβασα όταν εκδόθηκε ξανά από τον Κέδρο το 2002 (το link στον πρώτο τόμο). Με είχε συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό, που το έπαιρνα μαζί μου στο σχολείο, και το διάβαζα στα κενά, τρυπώνοντας σε μια γωνιά ή τη σχολική βιβλιοθήκη. Ο μεταμορφωτικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος ήταν τόσο ισχυρός που εγγραφόταν στο πρόσωπό μου και εντυπωσίαζε τρίτους ανεπίγνωστους παρατηρητές. "Τι σου συμβαίνει;" "Καλά είμαι", απαντούσα...

  • Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος. Ως διηγηματογράφος κατεξοχήν είναι άδικο να αντιπροσωπευθεί με ένα από τα λιγοστά του, εξαίρετα επίσης, έργα σε μεγαλύτερη φόρμα. Αλλά και από τα διηγήματα δεν ξέρεις πραγματικά ποιο να διαλέξεις. Είναι σαν ένα ασυνεχές συνεχές. Καθώς έχουν εκδοθεί σε τόμους, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τα Άπαντα, δηλαδή για το σύνολο έργο του ανεπιφύλακτα. Η διαφοροποίηση δεν χαλάει την αναλογία, είναι απλώς μια κόκκινη πινελιά σε φαιοπράσινο αγρό.

  • Από ποιητές δεν λείπουν. Μεγάλωσα με ποίηση, όλο κάτι σκαλίζω, όλο κάποια σελίδα διαβάζω – δίπλα σημειωματάριο με σημειώσεις, δοκιμές, ορνιθοσκαλίσματα. Πώς να ξεκινήσει κανείς από κάτι άλλο παρά τον Σολωμό; Αν και έχω αγαπήσει τα σχεδιάσματα, τον Ύμνο στην Ελευθερία κ.ά. ίσως, μιλώντας προσωπικά, έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στον Κρητικό.

  • Ο Καβάφης παραμένει αγαπημένος μου – το αντίστοιχο από κάποιες πλευρές του Τσίρκα σε ποίηση. Κι αυτά εκεί τα χώματα, στο σμίξιμο των ηπείρων και των πολιτισμών πάντα με μαγεύουν. (Την αγάπη μου στα πιο μαύρα ακόμα χώματα της Αφρικής δεν κατάφερα να την αποτυπώσω σε βιβλίο). Και πέρα από τα προφανή ονόματα που περιμένει κανείς να ακούσει γενικότερα, θα όφειλα να ετοιμάσω ένα ποστ για ελάσσονες και συχνά παραγνωρισμένους Έλληνες ποιητές του καιρού μας. Κλωτσήστε με καμιά φορά να το κάνω – για τέτοια χρειάζομαι κλωτσιές.

  • Η επαγγελματική ανάμειξή μου με τον χώρο του βιβλίου από τότε που ιδρύσαμε τις εκδόσεις Μαΐστρος, έχει λίγο αλλάξει τους αναγνωστικούς μου τρόπους. Η ανάγνωση συχνά πια δεν είναι τόσο απόλαυση, αλλά γίνεται υποχρέωση. Ξεκινώντας από τον κόσμο των χειρογράφων, δακτυλογράφων και κάθε λογής υποψηφίων προς έκδοση έργων, που πάντα πρέπει να τα διαβάζεις με κριτική εγρήγορση, σπάνια αφήνεσαι να νικηθείς από την αναγνωστική απόλαυση. Και ναι μεν διαβάζεις ως κριτικός λογοτεχνίας (στην οποία έχεις επίσης επίμοχθα μετεκπαιδευθεί – και είναι μόχθος και χαρά και πλησμονή ομορφιάς μαζί), αλλά οφείλεις να διατηρείς και ένα εμπορικό κριτήριο – κάτι στο οποίο έχω πολλές φορές αποδειχτεί μπόσικη. (Να μείνω στα χειρόγραφα, να μη μιλήσω για τα χρεώγραφα που στοιχειώνουν τη ζωή του επαγγελματία). Το ίδιο ισχύει και όταν επιμελείσαι την έκδοση, ελέγχεις ή κάνεις τις τυπογραφικές διορθώσεις, επιμελείσαι μια μετάφραση ή ό,τι άλλο. Ο κόπος και η επανάληψη σκοτώνει την απόλαυση. Κάποιες φορές, σπάνιες, ανταμείβεσαι. Έτσι, όταν γοητευμένοι από τη σπάνιά του αλήθεια και ομορφιά, γύρω από τον κόσμο της γραφής, αποφασίσαμε το 2006 να εκδώσουμε το Αρχιπέλαγος της Γραφής του Ηρακλή Λογοθέτη. Ένα έργο για πολύ επαρκείς αναγνώστες, έργο ζωής του ίδιου του συγγραφέα, ταξίδι μαγευτικό σε πλατιές θάλασσες και απόμερα ακρογιάλια, εξαίρετο δείγμα λογοτεχνικού δοκιμίου, γλώσσα πλανεύτρα και υπέροχη – μια από τις τρελίτσες που έκανα ως εκδότρια – και το λέω χωρίς διαφημιστική πρόθεση: είναι για λίγους.

  • Μια άλλη χαρά είχαμε όταν έφτασε στην πόρτα του εκδοτικού μια μετάφραση από τα ρουμανικά, που είχε ωραιότατη γλώσσα αλλά έχριζε μεγάλης επιμέλειας λόγω της συνθετότητας και γραμματολογικής πολυπλοκότητας με πλήθος υπόρρητων αναφορών, του σημαντικότερου έργου του (παντελώς άγνωστου στην Ελλάδα τότε) Νικολάε Στάινχαρτ. Ο λόγος για Το Ημερολόγιο της Ευτυχίας. Επίσης λογοτεχνικό δοκίμιο, αλλά και σημείο συνάντησης στοχαστικών και αφηγηματικών μερών, μια πραγματική τοπιογραφία της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένα σταυροδρόμι μεταξύ ανατολής και δύσης, αθεΐας και πίστης, ανθρωπιάς και ρουφιανιάς, όλα γραμμένα μέσα στις σκοτεινότερες φυλακές της Ρουμανίας των σκληρότερων ημερών του κομουνιστικού καθεστώτος. Αυτό είναι ένα βιβλίο στο οποίο επανέρχομαι ξανά και ξανά, διαβάζοντάς το τμηματικά, δίχως να το χορταίνω. Εξαντλημένο, δυστυχώς, χαρακτηρίστηκε το Βιβλίο των Βιβλίων της Ανατολής.

  • Την Ιλιάδα τη διάβασα σαν μυθιστόρημα και την απόλαυσα πολλαπλά μέσα από την πεζή μεταγραφή κάποιου πολύ σπουδαίου ανώνυμου εργάτη της γλώσσας. Ήρθε στα χέρια μας με μια διαδικασία σχεδόν μαγική. Ένα σημαντικότατο έργο, εξαντλημένο κι αυτό σήμερα, που επιτρέπει πάντως την απρόσκοπτη οικείωση του σύγχρονου αναγνώστη με το μείζον έργο της αρχαιοελληνικής γραμματείας μας.

  • Η Καινή Διαθήκη, το παγκόσμιο best seller όλων των εποχών, είναι πάνω στο γραφείο μου και δίπλα στο προσκεφάλι μου. Αν ήταν να διάλεγα ένα και μόνο, αυτό θα ήταν το βιβλίο των βιβλίων εν όλω. Την προτιμώ στο πρωτότυπο, αλλά εξαίρετες μεταφράσεις είναι και αυτή της Βιβλικής Εταιρείας και αυτή της Αποστολικής Διακονίας.

  • Αυτό τον καιρό με συνοδεύει αναγνωστικά Η Γραμματική των Πολιτισμών του Φερνάν Μπροντέλ (Fernard Braudel, μτφρ.: Α. Αλεξάκης). Ένα από τα σημαντικότατα επιστημονικά συγγράμματα, οδικός χάρτης στην Ιστορία, αλλά και μοναδικής ποιότητας αφηγηματική γραφή, όπως μόνο οι ιστορικοί –οι μεγάλοι ιστορικοί– ξέρουν να αφηγούνται. Είμαι καβάλα στην καμήλα και ταξιδεύω στις ερήμους και τις πολύβουες πόλεις της Ανατολής, στους δρόμους του Ισλάμ, προτού περάσω ανατολικότερα.


Ταξιδεύοντας χρόνια με τα βιβλία, όλο και περισσότερο συνειδητοποιώ πόσο απέραντος είναι ο κόσμος, πόσο ταξίδια ακόμα μας μένουνε.Οι κλειστές λίστες με βιβλία μου θυμίζουν κάπου την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Υπακούει στις ανάγκες για (απολύτως στενό) καθορισμό του μικρού εκείνου ποσοστού που θα περάσει στον επόμενο βαθμό, οι άλλοι μένουν στάσιμοι ή απολύονται. Αν αυτό επιμεριστεί και ανά υπηρεσία, αδικούνται καταφανώς οι υπηρεσίες εκείνες όπου η δουλειά γίνεται με χαρά. Τα ίδια αδυσώπητα ποσοστά ισχύουν για όλους.

Στα 21 λοιπόν καίγεσαι. Για αυτό το λόγο η έννοια του κανόνα στη λογοτεχνία είναι μια έννοια ανοιχτή. Αλλά και με τη σύνδεση των επιλογών με προσωπικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι προφανές ότι απλώς μια αφορμή δίνουμε, δεν διαμορφώνουμε κάποιον κανόνα. Πειθάρχησα λοιπόν και δεν πειθάρχησα στο ζητούμενο, κάποια βιβλία ονόμασα και πολύ περισσότερα δεν ονόμασα, κάποια τα ονομάτισα και δεν τα συμπεριέλαβα, κάποια έριξα μόλις επάνω τους έναν τρεμάμενο φακό... Υπάρχουν εκεί έξω.

Ψύχρα. Να ρίξω ένα μπλουζάκι επάνω μου και να μην ξεχάσω: έχω και μια αποσκευή ακόμα, ένα μικρό κείμενο για το τι είναι λογοτέχνης. Θα το δημοσιεύσω εδώ, προσεχώς, και το αναγγέλλω τώρα, από φόβο μη και στο μεταξύ δειλιάσω. Γιατί και οι μαθητές του τελευταίου θρανίου, καμιά φορά, μόνο φασαρία κάνουμε, αλλά στα δύσκολα τρέμει το φυλλοκάρδι μας.

***

Ανήμερα των Τριών Ιεραρχών, είναι ένας τρόπος να τιμήσουμε την Παιδεία και τα γράμματα, γιατί  μνήμη σημαίνει πάνω από όλα παρουσία στο παρόν.


Το κείμενο αυτό γράφτηκε στο πλαίσιο διιστολογικού αφιερώματος με θέμα: 

 «Η Ανάγνωση δεν χωράει σε Λίστες».



Συμμετέχουν οι:
(συμπληρώνεται με το ρυθμό που ανεβαίνουν τα κείμενα)



rubies & clouds, με τρεις συμμετοχές: …βγάζουν καπνόν ακόμη,… [ανωνύμου]
                                                      
                                                         7 τραγούδια (εχμ, 20 βιβλία) θα σας πω Nefosis Nefosis
                                                         Η ανάγνωση δεν χωρά σε λίστες (πόσο σίγουροι είστε;) roubinaki M.

kospanti: Ο αναγνώστης

Τσαλαπετεινός: Ρευστή Λίστα

Ο βιβλιοθηκάριος: Η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες

Κυνοκέφαλοι, με διπλή συμμετοχή: Η Λίστα του Γιώργου (Μπουλακάκη)

                                                   και ΑλαΛΙΣΤΑτα του οικοδεσπότη Γρηγόρη Στουρνάρα

... έρχονται λίγο λίγο

27 Νοε 2013

Θραύσμα Κοσμογραφίας



 EΥΗ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ-ΠΙΣΙΝΑ, Κισσός. 
Ακρυλικό σε χαρτί Modigliani, Candido, 320 gr. 
Διαστάσεις 25 x 35 cm. Μάιος 2012.


Δεν είναι ο ρυθμός
Το μέγιστο της ποίησης
Δεν είναι ο χορός
Των φθόγγων και των ήχων
Η κενοδοξία ποικίλων ευρημάτων
Οι μορφές μεταβλητές του εφήμερου

Είναι το βάθος μιας αλήθειας
Δίχως οίησης
Η στιγμιαία συνάντηση
Δυο φευγαλέων βλεμμάτων

Η ανολοκλήρωτη κίνηση
Το κατ’ ελάχιστο αεί
Το θραύσμα μιας κοσμογραφίας

18 Μαΐ 2013

Μαΐστρος, Κοινότητα Γραμμάτων και Τεχνών





Ένα νέο ιστολόγιο μόλις γεννήθηκε. Όχι τόσο προσωπικό, όσο Ο Ήχος του Ανέμου. Περισσότερο θα λειτουργεί ως το ιστολόγιο μιας κοινότητας που έχει κοινές αγάπες και ενδιαφέροντα και νιώθει την ανάγκη για μια πιο ζωντανή και διαδραστική επικοινωνία.

Νεογνό το ιστολόγιο, κι εμείς πρωτόπειροι σε κάτι τέτοιο, προχωράμε διστακτικά και εξερευνητικά, αλλά και με το αίσθημα της χαράς που γεννούν τα καινούργια πράγματα. Θα συναντηθούμε στην πορεία. Γιατί το ζητούμενο είναι η κοινότητα, στην οποία και σας καλωσορίζω.



11 Απρ 2013

Δημιουργική Μέθη



 Έντβαρντ Μουνχ, Η Επομένη, 1894-5.
Λάδι σε καμβά, 115 x 152 cm
 
Μια φορά ήμουν μεθυσμένη, σκνίπα. Σπανιότατα μου συμβαίνει, αλλά ήταν Πρωτοχρονιά στο χωριό, με μαζεμένη όλη την οικογένεια. Ήμασταν σε φάση που τα παιδιά είχαν αρκετά μεγαλώσει, κι εμείς χαλαρώσει. Ο παππούς, τα τρία αδέρφια, οι νυφάδες, τα δέκα πρωτοξάδερφα της ανερχόμενης γενιάς μαζί με τους επισκέπτες και γειτόνους… Το γλέντι είχε ανάψει και… κάναμε διαγωνισμό πιόματος. Καθώς δεν έχω ιδιαίτερη έφεση στο τραγούδι, επιδόθηκα στο ποτό. Το ήπια και με ήπιε. Μετά από δεκάδες, ίσως εκατοντάδες τραγούδια και γεμάτα ποτήρια, φιλιά, αγκαλιές και γυροβολιές, μετά και τα ξερνοβολητά, ξάπλωσα στο στενό διπλό κρεβάτι, των προπαππούδων, κι ο κόσμος γύριζε. Χώθηκα βαθύτερα στα μάλλινα. Αφού ηρέμησα κάπως και αφέθηκα στη γοητεία ενός περιστρεφόμενου κόσμου, άρχισαν και οι σκέψεις να γυρίζουν σε επάλληλους κύκλους. Νόμιζα ότι πετούσα ακολουθώντας τις σκέψεις, χωρίς βιάση, χωρίς σκοπό. Και τότε, ξαφνικά, ένιωσα μια μοναδική διαύγεια, σαν αυτές που περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι πριν από την επιληπτική κρίση, αλλά στην περίπτωσή μου ήταν εν μέσω κρίσης και πλήρους μέθης... Κι απρόσμενα συνέλαβα μια σκέψη που κυνηγούσα εις μάτην από καιρό, μια ξεκάθαρη λύση σε επιστημολογικό πρόβλημα. Μάταια πάσχιζα και τριβέλιζα τόσο διάστημα το μυαλό μου στο γραφείο και στο σπίτι, περπατώντας και οδηγώντας, μπροστά στην οθόνη ή στο λευκό χαρτί, κουρασμένη ή ξεκούραστη. Όσο πάσχιζα, η σκέψη απομακρυνόταν, η λύση χανόταν. Εκείνη όμως τη μέρα, μέρα σχόλης, γλεντιού και σπάνιας μέθης, η σκέψη ήρθε και θαρρείς με φίλησε… Καθώς το σημειωματάριο είναι η φυσική προέκταση του είναι μου, το έβγαλα ψηλαφώντας την τσάντα και άρχισα να γράφω κατακλυσμιαία, σε κυματιστές γραμμές, χωρίς να με απασχολεί η ορθότητα ή η ορθογραφία, συναισθηματικά, ενστικτώδικα. Έγραφα έγραφα μέχρι που ένιωσα ότι το κατέγραψα, όλο όσο ήταν. Πάνω στην ώρα ήρθε ο Δ. και αντί να με βρει σε ύπνο βαθύ, με βρήκε σε βαθύ συγγραφικό οίστρο. Αθεράπευτα εργασιομανής, μερικώς απροσάρμοστη, ένιωσα ότι η χαρά του γλεντιού, του τραγουδιού, του μεθυσιού, μόλις ολοκληρώθηκε σε μια πλησμονή δημιουργικών αισθημάτων. Αποκοιμήθηκα καβάλα σε ένα δελφίνι, που νόμιζα πως το συγκρατούσα με χαλινάρι ή κρατιόμουν απ’ αυτό, κι εκείνο με οδηγούσε σε αφρισμένες θάλασσες και στα ερέβη των ωκεανών.

Την άλλη μέρα που είδα το "πόνημα", δεν μου έμοιαζε δελφίνι, αλλά μάλλον με μαρίδα. Κάτι απ’ την αφρισμένη βόλτα μου διασωζόταν στις κυματοειδείς γραμμές. Με όλη τους την ακαταστασία, όμως, ο πυρήνας της σκέψης που αναζητούσα καιρό υπήρχε, ήταν εκεί, παρών. Η λύση του προβλήματος μου προσφέρθηκε, δεν τη βρήκα. Το επόμενο απόγευμα, η αποκαμωμένη ταξιδεύτρια συγγραφέας, πολύ πιο αντικοινωνική από την προηγουμένη, κλείστηκα στο δωμάτιο, μεθυσμένη ακόμα τάχα, και κατάφερα να οργανώσω τις αράδες σε κείμενο. Αλλά μη με δώσετε. Γιατί όταν είμαι στο χωριό, κάτι τέτοια βίτσια, όπως της γραφής, τα εξασκώ στα κρυφά, σαν μαθήτρια που καπνίζει στις τουαλέτες. Μα ναι, τους αγαπώ όλους πολύ, αλλά όταν βρίσκω και το χρόνο μου, τους αγαπώ περισσότερο…

Μια και μοναδική φορά το έζησα αυτό στη μέθη, και κάποιες άλλες παραπλήσιες αναμνήσεις μου συνοδεύουν αρρώστια με πυρετό. Δεν μπορείς να κάνεις πολλά, αλλά τότε η δεκτικότητα είναι μεγάλη χάρη...

Η αφορμή γι’ αυτό το κείμενο ήταν μια ανάρτηση του Τσαλαπετεινού. Και καθώς ένα μοναχοπούλι βρίσκει παρέα στις πλατείες και τις αλάνες, του αφιερώνεται.

Μαζί μ’ αυτόν και στις ανηψιές μου, Ασπασία, Ιωάννα, Αργυρώ και Μαρία.