Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Απρ 2018

Οι κυρίες



[Ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε, 
μα η αγάπη βοά και η χαρά ξεχειλίζει.]


Ξύπνησα, και το σώμα μου ήταν γεμάτο χυμούς. Από τους ηδείς χυμούς, τους ζωτικούς, τους χυμούς της άνοιξης. Είχα δει όνειρα γλυκά, ξεκούραστα, ανέμελα. Δεν υπάρχει λόγος να κόψω τη ροή της αφήγησης για να πω πόσο σπάνιο είναι αυτό τα τελευταία χρόνια, που ο ύπνος δεν ξεκουράζει, μόνο βασανίζει καθώς αναμηρυκάζει τα άγχη της μέρας. Όχι δεν θα σταθώ σ’ αυτό.

Αλλά μόνο στο κατάστρωμα του πλοίου όπου βρέθηκα χθες, στη Φλόριντα, στο Μαϊάμι. Σε πρώτο πλάνο ο αυτοκινητόδρομος. Στο βάθος υψώνονταν οι πολυκατοικίες και τα ψηλά εκείνα κτίρια που μήτε πολυκατοικίες ακριβώς, μήτε ακόμα ουρανοξύστες τα λες. Όμως ανάμεσα στα δυο, στην άσφαλτο και το υαλομπετόν που μας ορίζουν αναπόδραστα μέσα στον τεχνικό πολιτισμό, απλωνόταν μια απέραντη παραλία και μια άοκνα κινούμενη, σχεδόν ακύμαντη θάλασσα. Το μάτι αφέθηκε στην ευτυχία της λάμψης του νερού, στον παρηγορητικό σπόγγο της άμμου, που θαρρείς σφούγγιζε κάθε δάκρυ, σίγαζε κάθε αναστεναγμό, στο γεμάτο χάρη λίκνισμα των συστάδων του φοίνικα, στα ξάρτια που υψώνονταν πυκνά και γεμάτα υποσχέσεις στα αριστερά, στο μικρολίμανο. Ενώ δεξιά μας εκτεινόταν θαρρείς προς άπειρο η παραλία, ένα άπειρο βαλμένο από κόσμο παραμυθένιο όσο και παραμυθητικό. Η ζωή και η κίνηση των ανθρώπων που είχαν βγει για βόλτα συμπλήρωνε την εικόνα, τη μετάλλασσε, τη μεταμόρφωνε συνεχώς, και ακούραστα παρατηρούσες, μέσα από τα τεράστια διακριτικά κουφώματα με τον ανύπαρκτο σκελετό και τη διάφανη τζαμαρία.

Λίγο να άνοιγες ένα φινιστρίνι, βούιζε ο αέρας και σε σήκωνε. Το κατάστρωμα, πάτωμα σανίδι, σε χρώμα φυσικό, βαθυκόκκινο καστανό, έκανε το καράβι μας να μοιάζει κότερο πολυτελούς κατασκευής σε vintage διάθεση, με φυσικά υλικά. Όμως τα πάντα ήταν λιτά και εξαιρετικά μοντέρνα στο κατάστρωμα. Οι καναπέδες και τα σκαμπώ σε χρώμα βαθυκόκκινο και μπλε βαθύ, σε τετράγωνες γραμμές, bauhaous, γεφύρωναν το χθες με το αύριο και έστρεφαν το βλέμμα προς τα εμπρός, σε μια γεμάτη πίστη και αυτοπεποίθηση αισιοδοξία. Η ζωή είναι εδώ, η ζωή είναι μπροστά.

Το καράβι ήταν από την πλευρά της στεριάς. Περίεργη τοποθέτηση για καράβι, αλλά ήταν κι αυτό στοιχείο ενός τοπίου μαγικού. Στον έβδομο όροφο, ρετιρέ μιας μοντέρνας πολυκατοικίας, ακριβώς αντικρύ στη θάλασσα και στις όχθες του μεγάλου παραλιακού αυτοκινητόδρομου, σ’ αυτή την άλλη ήπειρο, του Παλαιού Φαλήρου, όλες πιστέψαμε πως ήμασταν στο κατάστρωμα – αποφασισμένες να ταξιδέψουμε για τα καλά.

Το πρώτο ταξίδι το έκανα με την Αλέκα. Δυο αντίθετα. Εκείνη ψηλή, σωματώδης, εγώ μικρόσωμη, αεικίνητη, σκέτο σαμιαμίδι. Εκείνη προτιμούσε το σχολείο έξω από το σχολείο, εγώ πάλι αρκετά περιορισμένη εκτός σ’ έναν κόσμο που ζούσε κυρίως με τα γράμματα, ρουφούσα διψασμένη ό,τι μπορούσε να μου δώσει το σχολείο. Κατέβηκα από Πεντέλη, βρεθήκαμε στην Κηφισιά. Το ορεινό μου προάστιο, χωριό σχεδόν, μας τύλιγε με την ομίχλη του όλο το τελευταίο διάστημα. Κάποτε ξέσπασε σε βροχή. Μια σιγανή, σταλαγματώδης, ήσυχη, λαμπερή και χρυσή βροχή. Γοητευτική στο μάτι, ο νους όμως υπαγόρευε τη γνώμη πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός, είναι μάλλον αφρικανική σκόνη και γύρη από τα πεύκα, και απαγόρευε κάθε σκέψη να βγει κανείς έξω, να λουστεί στο χρυσάφι. Όπως και να έχει η βροχή ξέπλυνε τα πάντα και ο τόπος μοσχομύριζε. Έτσι μοσχοβολούσε και η Κηφισιά, που στο κέντρο της είχε βγει η μισή Αθήνα, αργόσχολη, φιλοπερίεργη, Κυριακή Βαΐων απόγευμα. Βρήκα να παρκάρω – οριακά.

Η Αλέκα με συνάντησε, ανεβαίνοντας κι αυτή από τις νότιες παρυφές της Κηφισιάς, λιγότερο glamour, περισσότερη λάσπη, όπου ζούσε με τις γάτες της σε σπίτι με κήπο όλα τα τελευταία χρόνια. Κατεβήκαμε το ποτάμι. Και παρά τις αντιθέσεις μας, κάποια υπόγεια ρεύματα, κάποια ποτάμια της σκέψης μας συνέδεσαν άρρηκτα σε πείσμα των αποστάσεων και μ' όλο το διάβα του χρόνου. Επιδέξια η Αλέκα, και πολύ μελετημένη, οδήγησε δίχως δισταγμούς από αυτοκινητοδρόμους και γέφυρες και φτάσαμε με σιγουριά στο Παλαιό Φάληρο, όπου παρκάραμε σε πάροδο του παραλιακού. Με τα κρασιά μας και τους χαλβάδες μας ανεβήκαμε στη μοντέρνα, τύπου loft πολυκατοικία.

Μας υποδέχτηκε η Γαλάτεια και μια ζεστή μυρωδιά ψημένης ζύμης, γαρνιρισμένης με κάθε λογής αρώματα. Ήταν ώρα για καφέ, αλλά βγήκε μια μιμόζα, σε στενό, κολωνάτο ποτήρι, με αφρώδη οίνο και φυσικό χυμό πορτοκαλιού, που σημάδεψε εξαρχής το απόγευμα: Θα ήταν πολύ ιδιαίτερο. Φυσικό μακρύ μαλλί με ανάλαφρη μπούκλα, καλλίγραμμα φρύδια και έντονα χαρακτηριστικά, και μια ακάματη δραστηριότητα από το κορμί της Γαλάτειας, ένα άοκνο σύρε κι έλα στην υπηρεσία της φιλοξενίας φωνάζουν φρεσκάδα και νιότη.

Μία μία ή σε ομάδες άρχισαν να καταφθάνουν οι παλιές συμμαθήτριες. Κάπως μπερδεύτηκα με την αδυναμία της μνήμης. Σχεδόν σαράντα χρόνια, γεμάτα τριανταπέντε μας χωρίζουν από τις τελευταίες μας συναντήσεις. Κάπως αγχώθηκα, καθώς δεν θα μπορούσα να γκουγκλάρω την πληροφορία που μου έλλειπε. Όμως, λίγο λίγο βρεθήκαν τα κλειδιά και όλα άρχισαν να παίρνουν τη θέση τους.

Δεν ήταν ταξίδι στο χρόνο. Αν και ο χρόνος, το κοινό παρελθόν και κάποιες κοινές ή αλληλοσυμπληρούμενες αναμνήσεις, πολύχρωμο μωσαϊκό, ανέσυραν αισθήματα αγάπης, έγιναν κόλλα για ό,τι συντελέστηκε στο παρόν.

Το ταξίδι ήταν στο παρόν. Ήταν ταξίδι ακρογιάλι ακρογιάλι, καθώς μετά την αρχική κοσμοχαλασιά σχηματίστηκαν μικρότερες παρέες και η κουβέντα ήταν πιο χαμηλόφωνη, αφηγηματική, εμπιστευτική. Μια μια ξεδιπλώθηκαν διάφορες ζωές, έγνοιες και όνειρα της κάθε μιας. Με μια κοινή δομή της αφήγησης, πώς ξεκινήσαμε, πώς οικοδομήσαμε πάνω σε όνειρα, τι ανατροπές ήρθαν στη ζωή, πώς είναι σήμερα η οικογένεια και η δουλειά της καθεμιάς, τι σημάδια άφησαν τα μνημονιακά χρόνια. Τι παλεύουμε σήμερα, πώς φανταζόμαστε το αύριο. Θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί ένα μυθιστόρημα με ιστορίες σπονδυλωτές – αλλά ήδη η μέρα με καλεί και η ανάγκες της, μέρα Δευτέρα.

Είχε μια ευγένεια η συνάντηση αυτή. Μια αποδοχή, γεμάτη αγάπη. Είχε χώρο πολύ ο ένας για τον άλλο, χώρο για την έκπληξη, χώρο και την ιδιαιτερότητα του καθενός και πολύ σεβασμό. Πόσο εκτίμησα το επίπεδο, την ελαφριά διάθεση, το γέλιο, την καλοσύνη. Πράγματα που συχνά τόσο λείπουν από την καθημερινότητα. Σήμερα ο γελαστός άνθρωπος δεν είναι ο χάχας που με φόβιζε παλιότερα. Η ψηλή είναι ο αγαθός γίγαντας. Το πειραχτήρι είναι καλοκάγαθο και αυτή που νοιάζεται είναι η καρδιά της παρέας. Όλες έχουν παιδεία, ορίζοντες. Όλες είναι κυρίες. Όλες έχουμε ωριμάσει, δημιουργήσει, πονέσει, αποτύχει, επιτύχει, ξανασηκωθεί, συνεχίσει. Και αν είμαστε τόσο συμφιλιωμένες η μια με την πραγματικότητα της άλλης, είναι γιατί είμαστε μάλλον σε πλήρη συμφιλίωση η καθεμιά με τον εαυτό της.

Το φως που έπεφτε πλάγιο στη θάλασσα τη μεταμόρφωνε, σε χρώματα ασημί, όπως κι εμείς βλέπαμε η μια την άλλη μεταμορφωμένη. Ανακαλύψαμε στα γνώριμα βλέμματα καινούργιους ανθρώπους, όλους όμως δεμένους με μια αγάπη παιδική και ανεμελιά.

Μείναμε μέχρι τη βαθιά νύχτα. Θα λαχταρούσαμε ακόμα και να κοιμηθούμε στο κατάστρωμα. Κάναμε σχέδια για καινούργιες συναντήσεις, για ανέμελους χορούς, για ταξίδια με νόημα ή και για διακοπές σε σπίτια, ξενοδοχεία ή σκηνές.

Παλιές μου συμμαθήτριες, ξέρω από χθες ότι μάλλον σημαδέψατε περισσότερο τη ζωή μου από όσο είχα φανταστεί. Και η συνάντηση μαζί σας δεν ήταν μια συνάντηση με το παρελθόν. Ήταν μια συνάντηση με τη νιότη στο παρόν. Και με γλυκούς του σώματος χυμούς, με ελάχιστα ζάκχαρα και χοληστερίνες, με μηδαμινή μυική και σκελετική κόπωση, με ανανέωση του καρδιαγγειακού και του αναπνευστικού, με την υγεία που φέρνει η βαθιά χαρά θα συντροφέψουμε η μια την άλλη ανοίγοντας πανιά σε όλους τους καιρούς.

Γιατί αν οι χρόνοι μικραίνουν, η πείρα σε βοηθά να αντλείς τα πάντα απ’ τη ζωή με μια απλή κίνηση, ένα χαμόγελο.


ΥΓ. Ευχαριστώ όλες, ιδίως την Έφη, την Αλέκα, την Έλενα, την Έλενα που επίμονα όσο και υπέροχα διακριτικά με κάλεσαν. Η δε αγάπη έξω βάλλει τον φόβον. Καλή Ανάσταση!

11 Οκτ 2014

Σιρόκος





Ο ήλιος
Αποθέτει κίτρινα στεφάνια
Σε φρέσκους τάφους
Αγοριών και κοριτσιών

Οι ζωντανοί
Άταφα κουφάρια
Καλοτυχίζουν
Τη μοίρα των νεκρών

Η σκόνη ίπταται
Πάνω απ’ την πόλη του Κομπάνι
Τα βουνά σκορπίσαν
Στο διάβα του Σιρόκου

Χώμα δεν έχει μείνει να σταθείς
Μήτε ψωμί μήτε νερό μήτε δρόμος
Φύλλα χρυσανθέμων μαδημένα
Οι άνθρωποι

Γυναίκες καταβρέχουνε τη γειτονιά με αίμα
Μπροστά στο βλέμμα δολοπλόκου
Αδιάφορου θεατή
Μήπως φυτρώσει ο μίσχος της ζωής

Εδώ δεν γράφονται ποιήματα
Χαλάστηκε η φωλιά
Εδώ λαλούν τα καριοφίλια
Και σιγήσαν τα πουλιά


22 Ιουλ 2014

Σκεύος Κεραμέως




Είμαστε σάρκινοι, αλλ' όχι σαρκικοί. Μέσα από τη σάρκα μας, μέσα από τον ψυχισμό μας, καλούμαστε σε ένα ταξίδι πολλαπλώς ενδιαφέρον και περιπετειώδες. Πώς να μην εξαντληθούμε στη σαρκική και ψυχική μας ύπαρξη αλλά να είμαστε πνευματικοί άνθρωποι. [Και δεν ομιλώ για τα κνώδαλα που αυτοσυστήνονται ως πνευματικοί άνθρωποι μέσω lifestyle περιοδικών].

Είχα τη χαρά και την πολύ λεπτή συγκίνηση να γνωρίσω την αυγή της ζωής στο πρόσωπο ενός βρέφους πολύ αγαπημένου φίλου. Και βλέπει κανείς πώς η σωματικότητα δεν είναι παρά το πρώτο απλώς επίπεδο επίγνωσης των ανεπίγνωστων, γλυκύτατων νεοσσών. Μόλις του μιλήσεις, του χαμογελάσεις, το κοιτάξεις στα μάτια, ανταποκρίνεται και σου μιλά, σου γελά, σε κοιτά στα μάτια. Σου λέει : "είμαι κουρασμένο, τώρα, πεινάω κιόλας, αλλά να, θα κάνω λίγο υπομονή, γιατί με απασχολεί και με ενδιαφέρει πάνω από τη νύστα μου, πάνω από την πείνα μου, η ανθρώπινη επαφή. Μ' ενδιαφέρει να σε συναντήσω".

Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, διαβάζω.

Και σκέφτομαι ότι ο Θεός ημών εθεάθη εν σαρκί. Και μας δείχνει τι είναι Θεός και τι είναι άνθρωπος. Γι' αυτό λέγεται Υιός Θεού αλλά και Υιός ανθρώπου.

Το μυστήριο της Ενσάρκωσης είναι τόσο ακατανόητο στον σύγχρονο άνθρωπο. Γιατί προσκρούει σε μια νόηση πλήρως περιφραγμένη στην ίδια της την περηφάνια. Ο Θεός είναι ισχυρός και συνάμα υπηρέτης και βοηθός του ανθρώπου στο πλαίσιο αυτής της λογικής, για τους προσκυνητές της δύναμης.

Ο δρόμος του θανάτου, της σταυρικής ατίμωσης, της συνάντησης με τον Άδη, είναι κάτι αδιανόητο στον σύγχρονο άνθρωπο. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που δεν αναζητούν τη δύναμη, αλλά τον Άναρχο.

Και όμως, εκεί η υπέρτατη ηδύτητα, το φως που εν τη σκοτεία φαίνει, η διαυγέστερη και διαρκέστερη ηδονή.

Ο Θεός μας, που έγινε πηλός, μας έδειξε τι μπορεί να κάνει τούτο το σκεύος κεραμέως.

6 Μαΐ 2014

Μάης 2014 - Νότος






Ὁ πόλεμος στὶς μέρες μας παφλάζει
Μόλις ποὺ ἀκούγεται καθὼς
Ζωὲς χάνονται στὰ μέρη μας
Δὲν μᾶς ἀγγίζει κατάσαρκα –– εὐτυχῶς
Εἶναι τοῦ ξένου ὁ χαμὸς
Ψιθυριστὸς ἀνεπαίσθητος

Τραχιὰ ἡ ἀφή μας
Ἀπὸ τὴ σκοτούρα
Ὁ ἀδιάλειπτος βόμβος
Μηνυμάτων ἀνεπίδοτων
Πνίγει τὴ θύμηση

Εὔκολα ξεχνᾶς
Καθὼς λαχταρᾶς
Τὴ λήθη καὶ μιλᾶς
Γιὰ παραλίες μὲ μέλλον
Μὲ ὀμπρέλες πλουμιστὲς
Γιὰ δυνατότητες
Ποὺ τὸ ἀφτὶ σοῦ γλείφουν ὑποσχόμενες
Ἐνῶ ἡ ἴδια γλώσσα μ’ ἕνα συριγμὸ καταβροχθίζει
Τοὺς ἴδιους ξένους
Ξανὰ καὶ ξανὰ καὶ ξανά

Στὸ λυκαυγὲς ἑνὸς ποτοῦ μεθυστικοῦ
Πίνεις καὶ ξανανιώνεις
Πίνεις και ξεχνᾶς

Παραλογίζεσαι
Παραισθησιάζεσαι
Παραμυθιάζεσαι
Παραδίνεσαι μ’ ἕνα σπασμὸ
Στ’ ἀδράχτια τῆς πραγματικότητας
Λιγόθυμη

Παραλίγο –– εὐτυχῶς

3 Αυγ 2013

Requiem σε Ταξιδευτή του Αιγαίου: Θέση και Άρση


 ΕΥΗ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗΙΣΙΝΑΟ Περιπατητής.
Ακρυλικό και Μολύβια σε καμβά.
Διαστάσεις 30 X 25 εκ. Κυριακή 26 Ιουλίου 2013


Θέση Πεζή, Οχυρή. Τα Γεγονότα


Ξεχύθηκαν να ζήσουνε
Σε μαγεμένο τόπο
Ολόμεστο σε θρύλους
Γοργόνες, νύμφες, νηριίδες
Και ξανθό

Αφήσανε στον ίσκιο ενός ψαθιού
Τις γνώριμες συνήθειες
Τα γιασεμιά τις μουσικές
Τους δρόμους του μακάμ χιτζάζ
Τα μελαμψά τα μάτια
Τ’άσπρα δόντια των γειτόνων

Κι από τα μέρη όπου
Ανελέητα δεν έριχνε ο ήλιος μια σκιά
Στα αιγαιοπελαγίτικα
Τα προσηνή
Τα φίλια

Στο τέλος του Ιούλη ξύπνησε
Ο φλογοβόλος δράκος
Που πότε πότε μαίνεται
Σαν χάνεται ο αη-Γιώργης
Νέα μαύρα κορμιά
Στου πέλαου τα σκοτάδια

 

Άρση Μελωδική. Της Φαντασίας Παραμυθία


Ανέβα, ξένε, στον ιππόκαμπο
Να φτάσεις ώς την όχθη
Που σε προσμένει ο Πήγασσος
Στο δρόμο του γλαυκού

Κι εσύ επισκέπτη
Όταν τον Ηλιάτορα
Κοιτάς στη Σαντορίνη
Που πορφυρός βυθίζεται
Στη σάρκα του νερού

Όταν τους γλάρους χαίρεσαι
Π’ ανέμελα πετούν
Σαν παίζεις με τα κύματα
Στου έρωτα τη δίνη

Να μην ξεχνάς τ’ απόκρυφα
Μυστήρια του βυθού

21 Απρ 2013

Μαρίας της Αιγυπτίας


Καθολικό Μεγάλου Μετεώρου, 16ος αι.


Ήλιος λαμπρός
Εν μέσω δυστοπίας
Κυριακή Μαρίας της Αιγυπτίας

Γυμνοί στην έρημο
Ντυμένοι στην πορφύρα
Του έρωτά σου οι ανάξιοι εραστές

Θωπεύοντας
Τους κάκτους της ερήμου
Σε κομποσχοίνι κατοστάρι λογιστές

Οι Φαρισαίοι
Της αστικής μας σωτηρίας
Ζητούμε την τροφή της Βασιλείας

28 Μαρ 2013

Μάτια Πράσινα




Τα μάτια πράσινα
Καθότι
Αντιφεγγίζουν
Τον ποταμό
Που αργοκυλά
Στο δρόμο της βελανιδιάς

Σε ώρες σκοτεινιάς
Γκριζάρουνε
Στου βένιου το σταχτί
Με την κόρη μεστωμένο
Καστανόχωμα βαμμένη

Κλωστές από τα χρυσαφιά
Φθίνοντα πεφταστέρια
Ενός αιωνόβιου πλάτανου
Διαχέουν το φως
Τη λάμψη της καρδιάς

Στεφανωμένη η ίριδα
Βασιλικό πολτό και μέλι
Μιας ηλικίας ώριμης

Κι αν οι κόχες τους βαθαίνουν
Σε σπηλιά
Κι αν τα βλέφαρα βαραίνουν
Και στον άνεμο
Κρατιούνται πιο κλειστά
Κι αν οι πόροι τους στερέψαν
Από δάκρυα

Κάτι απ’ τη σπίθα
Συμπυκνώνουν
Του παλαίμαχου αετού

Με επίγνωση εαυτού
Στοχάζεται τον κόσμο
Από ψηλά

Μάτια πράσινα
Καθότι
Στο βυθό σας 
Η ομορφιά του κόσμου

[Σχεδίασμα ατελές, στον Δ.Π.]