Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμαλία Βουλγαράκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμαλία Βουλγαράκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Νοε 2013

Το Φως του Νοέμβρη


Αρχάγγελος Μιχαήλ, Αγία Σοφία, 9ος αι.
(Ευχαριστώ τη Βάγια Τζατζάρα)


Καρδιά του φθινοπώρου λογίζεται για μένα ο Νοέμβρης, με το δικό του φως το γιορτινό.

Με αγγελικό σάλπισμα ξεκινούσαν στο σπίτι οι γιορτές των Αρχαγγέλων στις 8. Γιόρταζε η γιαγιά μου, η γιαγιά Στάμω, η Σταματία, αυτή που μας μεγάλωσε τον αδερφό μου κι εμένα, και ήταν μια γιαγιά που ξεχείλιζε ζωή. Αυτή η γιαγιά μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία, σε σημείο να ντρέπομαι. Ήμουν το μόνο κορίτσι ανάμεσα σε περισσότερα αγόρια – κι εγώ αγοροκόριτσο, αλλά κάτι καταλάβαινα κι από γυναικείες δουλειές, από πλεχτά και κεντήματα... Υπήρχε όμως και ένας ακόμα ιδιαίτερος λόγος που με αγαπούσε η γιαγιά, κι αυτός συνδεόταν με τον χρόνο γέννησής μου, το 1964. Στον λόγο αυτό θα επανέλθω. Ακούραστη και κάπως παχουλή, ήξερε να χαίρεται τη ζωή μέσα στις ποικίλες καταστάσεις που πέρασε, τις πολλαπλά δύσκολες, που σχημάτιζαν μια ζωή σαν μυθιστόρημα. Όταν, τα τελευταία χρόνια, οι γιατροί τής επέβαλλαν συγκεκριμένο διαιτολόγιο, έλεγε: «Πάψε μωρέ, να πάμε μια φορά χορτάτοι».

Θυμάμαι τα τελευταία Χριστούγεννα που πέρασε μαζί μας, κι η εγγόνα της η αγαπημένη είχε σκοτωθεί να μαγειρέψει: πίττες 5 λογιών με ανοιγμένα φύλλα, και τη σπέσιαλ χριστουγεννιάτικη πίττα, δικής μου επινόησης, με τη γέμιση από τη γαλοπούλα· ψωμιά σκέτα, και άλλα με κρεμμύδια και ξηρούς καρπούς, άσπρα, μαύρα, κίτρινα καλαμποκίσια (σε έναν απόλυτο εξευγενισμό της μπομπότας που έφερνε από Κατοχή όσα φέρνει ο άνεμος μιας γλυκιάς αφήγησης νοσταλγικής)· κρέατα ελαφριά και άλλα πιο μερακλίδικα (γαλοπούλα γεμιστή, φιλέτο τυλιχτό, χοιρινό με πατάτες και κυνήγια στο φούρνο), σπετσοφάγια, ρύζια ανατολίτικα, μακαρόνια σουφλέ για τους μικρούς, σαλάτες εξωτικές, τσουρέκια για τον καφέ, γλυκά σοκολατένια και κρεμώδη, καθώς και το λατρεμένο με γιαούρτι και ανανά... Αυτή η γιαγιά, η ζωηρή κι αλέγρα, η γιαγιά Στάμω, είχε αρχίσει να ξεχνάει. Εκείνη τη χρονιά έγινε μεγάλη επιχείρηση για να καταφέρει να έρθει στο σχετικά καινούργιο σπίτι μας, κι εγώ που πάντα οργίαζα μαγειρικά τα Χριστούγεννα και όχι τόσο τις καθημερινές, έβαλα τα δυνατά μου γιατί ήθελα να εκπληρώσω την επιθυμία της να πάει μια φορά χορτάτη, εκείνη η γιαγιά δεν θυμόταν την επομένη το λουκούλειο γεύμα της προηγούμενης, και ήταν όλο παράπονα που η εγγόνα της την είχε, όπως νόμιζε, ξεχάσει...

Αργότερα ακόμα, τη θυμάμαι που συρρικνωνόταν, καλοφροντισμένη και πεντακάθαρη χάρη στη μάνα μου, μέχρι που το σώμα της έγινε το σώμα ενός παιδιού, και η ψυχή της μας χαιρέτησε, κι ελπίζω να ευθυμεί με τους αγγέλους και τα όμορφα τραγούδια τους.



9 Νοεμβρίου, ανήμερα του Αγίου Νεκταρίου, γιορτή ζωής για το σπίτι. Ήταν η θεία μου άρρωστη και μόλις εγχειρισμένη από καρκίνο, βαριά. Κι εγώ μόλις γεννιόμουν, γι’ αυτό και η γιαγιά με ένιωσε σαν δώρο για τη ζωή του παιδιού της που κινδύνευε να χάσει. Δεν έγιναν όμως τελικά έτσι τα πράγματα. Ο άγιος θέλησε η θεία μου να ζήσει και να μας χαριστεί για χρόνια πολλά ακόμα, όπως αφηγείται η μητέρα μου στο βιβλίο της.

9 Νοεμβρίου, γενέθλια της μάνας, μιας μάνας στην οποία εκτός από τη ζωή και όλα τα άλλα, οφείλω ειδικότερα την πρακτική σκέψη και την αγάπη στη ζωγραφική. Και καθώς δεν είχε ονομαστική γιορτή η κυρά Αμαλία, τα γενέθλια της μάνας ήτανε λαμπρή. Και νά τα δώρα, που όλο δεν τα ήθελε, και νά οι εκπλήξεις και οι χαρές, όσο ζούσε ο πατέρας.

Φέτος μας κάλεσε η μάνα, να φάμε όλοι μαζί, μέρα σημαδιακή 9 Νοεμβρίου. Και θα είμαστε όλοι εκεί, μικροί μεγάλοι να τιμήσουμε τα 83 της χρόνια, με την ευχή να την αφήσει ακόμα ο Θεός, να μην την πάρει σε τόσο ταραγμένους καιρούς... Πέρα από ό,τι μας απσχολεί ως πολίτες, εύχομαι να γλυκάνει η κατάσταση στην πατρίδα, να μη φύγουν τόσο τρομαγμένα τα γεροντάκια, νιώθοντας πως ζούνε νέα κατοχή, κάπως διαφορετική αλλά και τόσο όμοια με την πρώτη, να μη φύγουν με το αίσθημα ότι γκρεμίζονται οι κόποι μιας ζωής...

9 Νοεμβρίου και έφυγε ο πατέρας. Μέσα από την αγκαλιά μου έφυγε, τη λίγη ώρα που απομακρύναμε από το προσκεφάλι του τη μάνα. Ησύχαζα τους γιατρούς και τις νοσοκόμες που κάτι κάνανε πως κάναν... Την ώρα εκείνη ήθελα να είμαστε εγώ, κι ο πατέρας, και ο Θεός... Οι άλλοι περιττεύαν. Περάσαν 14 χρόνια, και κλαίω τώρα σαν το θυμάμαι, όσο τότε δεν έκλαψα, καθώς ήθελα να είναι όλα τόσο γαλήνια, τόσο αγγελικά, όσο του άξιζε. Ήρθε κι ο αδερφός μου και σιωπηλά αγκαλιαστήκαμε, καθησυχάζοντας τους γιατρούς για να μη φλυαρούν. Πήγαμε σπίτι, ενώ η μάνα ετοιμαζόταν να γυρίσει στο νοσοκομείο, και κατάλαβε πως δεν χρειαζόταν πια. Τον ετοιμάσαμε, οι φίλοι ήρθαν σπίτι, να είναι καλά, μας συγκίνησαν. Και τα παιδιά μου, μικρά τότε, ανάστατα, σοβαρά, ντυμένα με τα σκούρα τους, καινούργια ρουχαλάκια, ήρθαν σε πρώτη επαφή με την άλλη τούτη όψη της ζωής.

Άλλη φορά θα αφηγηθώ τα άλλα.

 Η γιαγιά, η θεία και ο πατέρας.


10 Νοέμβρη, ανάπαυλα μικρή, διάλειμμα στο κυρίως θέμα της γιορτής.

Στις 11 γεννήθηκα εγώ, και αν η μέρα δεν είναι ασφαλώς σημαδιακή για την ανθρωπότητα, είναι για την αφεντομουτσουνάρα μου, και για τους αγαπημένους ανάμεσά σας, που είστε σημαντικοί στη ζωή μου, και μάλλον έχω κι εγώ μια μικρή σημασία για σας.

Γεννήθηκα παρηγοριά σε αρρώστια, βαφτίστηκα Ευαγγελία, φορτώθηκα χίλιες ελπίδες, απ’ τις οποίες γρήγορα ξεγλίστρησα...

Αλλοπαρμένη εκ πεποιθήσεως, και τώρα που το σκέφτομαι μοναχική κι αγαπησιάρα μονομιάς. Μα δεν χρειάζεται να πω τίποτε άλλο... με ξέρετε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Για τα γενέθλιά μου αυτά και ως συμμετοχή στο post, ο άντρας μου μού χάρισε το τραγούδι του αρχάγγελου, και με έλιωσε, μ' έκανε κομμάτια, όπως μόνο αυτός ξέρει...

Τα παιδικά μου γενέθλια συνδέονταν με μεγάλο ξεφάντωμα, διότι καλούσαμε τα παιδιά ενός ιδρύματος, όπου βοηθούσε η θεία ως κοινωνική λειτουργός. Ζούσε μαζί τους. Είχαμε γίνει φίλοι, με τα θετά αδέρφια μου, και διατηρήσαμε με κάποια επαφή για χρόνια πολλά. Τα πολιτικά γεγονότα των Νοεμβρίων τα καταλάβαινα διότι ακυρώνονταν οι γιορτές γενεθλίων. Και αργότερα διότι μετείχα πάντα σε όλους τους θερμούς Νοέμβρηδες, που δεν έδιναν μονάχα επετειακές ευκαιρίες. Και τώρα ετούτη η Κυριακή στους δρόμους θα μας βρει και πάλι.

17 Νοέμβρη και ανήμερα στην επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, το 1986, πήρε ο Θεός την πεθερά μου, τη Μαρία. Μια γυναίκα, που είχα προλάβει να γνωρίσω και να αγαπήσω, καθώς με τον Δημήτρη ήμασταν χρόνια φίλοι, αλλά δεν είχα προλάβει να ζήσω ως δεύτερη μάνα. Κι αυτή βιαστική, πολύ βιαστική για πάνω.

Με τα χρόνια, έχω πιο πολλούς ανθρώπους εκεί πάνω, παρά εδώ γύρω. Οι άγγελοι ανοίγουν τις γιορτές του Νοεμβρίου, οι άγγελοι και οι άνθρωποι μας συντροφεύουν, κατά μια παράξενη, βιωματική, προσωπική πεποίθηση πιο πολύ στη λήξη του φθινοπώρου.

Έτσι, ο Νοέμβρης διατηρεί το φως του, παρ’ όλη τη σκοτεινιά, με τις γιορτές του και τις διαδηλώσεις του που γεννούν την ελπίδα, και είναι κι αυτές μια παράξενη γιορτή.

Κι αν οι άνθρωποι που μας αγκαλιάζουν δεν είναι πάντα άγγελοι, να πω κι εγώ μ' ένα τραγούδι πως είναι όμως τόσο ζεστά και αιμάτινα ανθρώπινοι! Και κοντά σ’ αυτούς οι άνθρωποί μας που έχουν γίνει άγγελοι, παρέα με τους αγγέλους, σμίγουν τις γεννήσεις με τους θανάτους μας, τις πίκρες μας με τις γιορτές μας και τις ελπίδες μας, τον ουρανό με τη γη.

22 Μαρ 2013

Το Βιβλίο της Μάνας




Δυο μορφές συνόδευαν πάντα τη μνήμη μου από τα μικρά μου χρόνια  και σφράγιζαν τη ζωή μου με την παρουσία τους αλλά και με την απουσία τους. Ο πατέρας μου και η θεία μου, αυτή που έμεινε ανύπαντρη και τη θεωρούσα σχεδόν μητέρα, αλλά και καταφύγιο όταν θύμωνα με τη μητέρα. Γιατί είχε έναν τρόπο η θεία, μια γυναίκα ισχνή, με κότσο και μακριά μανίκια, να είναι πάντα γλυκιά και γεμάτη κατανόηση…
Αν ο πατέρας μου μου δίδαξε την ελευθερία, την αγάπη στα γράμματα και τη σπουδή, το στοχασμό και τη θεολογία, η θεία με μύησε σε μια ζωντανή πίστη και λατρεία. Επίσης, στην πλησμονή της επιείκειας και της χαράς καθώς και μιαν απέραντη βεβαιότητα και σιγουριά, που εγώ υποχθόνια την υπέσκαπτα ασταμάτητα με βέλη αμφισβήτησης και οβίδες θυμού.
Όταν εγώ γεννιόμουν, εκείνη έσβηνε από την επάρατη νόσο. Και όμως, χωρίς να γνωρίζω και ασφαλώς χωρίς να ελπίζω, μου χαρίστηκε πολλές πολλές δεκαετίες ακόμα. Η ιστορία ενός θαύματος, πώς από το χείλος του θανάτου κρατήθηκε στη ζωή, ήταν μία από τις μείζονες οικογενειακές μας αφηγήσεις που άκουγα ξανά και ξανά, αν και σε κομμάτια σπασμένα. Λίγο η μαμά, λίγο περισσότερο η γιαγιά, με την ίδια τη θεία τα μιλήσαμε όταν μεγάλωσα αρκετά και περίσσευσα σε θράσος.
Το θαύμα αυτό, ένα μη καταγεγραμμένο θαύμα αγίου του 20ού αιώνα, θέλησε η μητέρα μου να το αφηγηθεί σε περισσότερο κόσμο. Τώρα έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια, και η θεία, που στο τέλος της ζωής της έγινε μοναχή, δεν ζει πια.
Η μητέρα μου συγκέντρωσε όλες τις πληροφορίες, διασταύρωσε στοιχεία για πρόσωπα και γεγονότα, επιβεβαίωσε ξεχασμένες λεπτομέρειες, και μετά από αρκετή δουλειά μας υπέβαλε ένα χειρόγραφο, υποψήφιο προς έκδοση, μάλλον όχι δίχως κάποια ταραχή.
  Αν θέλετε να το εκδώσετε…, μας είπε, για να την κόψω αμέσως με το ψαρωτικό επαγγελματικό μου ύφος:
– Θα το διαβάσουμε και θα σου πούμε, δήλωσα σε πληθυντικό μεγαλοπρεπείας αλλά και γιατί τα υποψήφια έργα περνούν από 40 κύματα.
– Ξέρεις, συνέχισε σε τόνο απολογητικό, δεν είναι υψηλή θεολογία, ούτε κάτι περισπούδαστο…
Συγκινήθηκα με το άγχος της, αλλά, δεν ξέρω γιατί, πάντα φέρομαι στη μάνα κάπως σκληρά… Είμαι μια κακιά κόρη, αυτό είναι.
  Αν είναι να εκδοθεί, ξεκαθάρισα, θα δεχτείς διορθώσεις και θα σε εκδικηθώ για όλα όσα πέρασα στο δημοτικό, όταν μου διόρθωνες τις εκθέσεις.
Ακόμα θυμόμουν η μνησίκακη, τι τράβαγα παιδί με τη σχολαστικότητα και τελειοθηρία της μάνας μου, που ξεκίναγε με δεκάδες μολυβιές και κατέληγε σε σκίσιμο της σελίδας και ξαναγράψιμο από την αρχή. Τίποτε, μα τίποτε δεν ήτανε καλό… αυτή η σκέψη με στοίχειωνε δεκαετίες ακόμα. Όλα ασύνταχτα, ασαφή, χωρίς σειρά, ατάκτως ερριμένα. Θυμήθηκα τον πόνο και τη φρίκη αυτών των στιγμών, μέχρι που έκανα την επανάστασή μου και δήλωσα ότι δεν θέλω να μου ξαναδεί τις εκθέσεις και ας είναι οι χειρότερες της τάξης.
Άθελά μου συνοφρυώθηκα.
Η μάνα γέλασε, ξεκαρδίστηκε στο γέλιο.
  Εντάξει, μου είπε, κι έσκασα κι εγώ μισό στραβό χαμόγελο.
Όταν άρχισα να διαβάζω το χειρόγραφο άρχισα να επανεκτιμώ διαφορετικά τα δεινά που πέρασα μικρή. Γιατί ήταν ένα χειρόγραφο καλογραμμένο, ευχάριστο, γλαφυρό, με «σειρά και τάξη». Μου άρεσε. Δεν έχρηζε διορθώσεων ούτε επεμβάσεων. Κι αν έγιναν μια δυο, είναι λόγω του παραπάνω θάρρους, της συγγένειας αίματος με τη συγγραφέα. Και ενδεχομένως λόγω και της δικής μου διάθεσης να πω το κατιτίς μου σ’ αυτή την αφήγηση, έστω να πειράξω ένα κόμμα.
Τώρα πιάνω στα χέρια μου το βιβλίο της μάνας, και νιώθω συγκίνηση. Και για το περιεχόμενο, μια από τις πιο σημαντικές ιστορίες της ζωής μου, και γιατί το έφερε σε πέρας τώρα στα στερνά. Οι μεγάλοι άνθρωποι έχουν άλλη σχέση με το χρόνο. Και η μάνα μου είχε την αίσθηση του κατεπείγοντος. Εμείς πάλι, προχωρούσαμε τη δουλειά με τους δικούς μας  πολυάσχολους ρυθμούς, δηλαδή χαλαρά…
Σ’αγαπώ μάνα, στο έχω πει; Μάλλον όχι. Δεν σε συνηθίζω σε τρυφερότητες. Ας στο πω τώρα. Μου είναι πιο εύκολο στο χαρτί, παρά καταπρόσωπο. Σχεδίασα το βιβλίο σου με αγάπη, το στεγάσαμε με χαρά. Και είναι πανέμορφο μάνα. Πανέμορφο χάρη και στον πίνακα του εξωφύλλου, έργο δικό σου.
Γιατί δεν σου το είπα ποτέ:
Από σένα έμαθα να αγαπώ την τελειότητα και την ομορφιά, μάνα.