11 Ιαν 2013

Με το Τίποτα προδώσαμε ό,τι αγαπήσαμε


 
EΥΗ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ-ΠΙΣΙΝΑ, Άντρας, Παρακολουθώντας Ειδήσεις, 2012 .
Ακρυλικό σε χαρτόνι, διαστάσεις 35 x 50 εκ.

Στον Ευθύμιο, πρώην τραπεζικό υπάλληλo,
Έξαλλο λάτρη
Ρυθμών παραδοσιακών
Όψιμο αντάρτη
Του γκουβέρνου των βουνών
Και κατά φαντασίαν μαχαιροβγάλτη…

Το λοιπόν…

ΛΑΟΣ = Λ               ΕΞΟΥΣΙΑ = Ε          ΑΦΗΓΗΤΗΣ = Α

Λ:
Με το τίποτα καλούμαστε να ζήσουμε
Πικραμύγδαλο τον πόνο να βαπτίσουμε
Σε μια τέχνη εγκαυστική το στοχασμό να πνίξουμε
Και το φόβο σωφροσύνη να καλέσουμε

Ε:
Ησύχασε ησύχασε όλα περνούν
Κοιμήσου εσύ αγγέλοι μεριμνούν

Λ:
Τον κόπο του παππού να παραδώσουμε
Στα ξένα χέρια τα παιδιά να εμπιστευθούμε
Στα ξένα χώματα να πάμε να μοχθήσουμε
Εδώ ρημάξαμε ό,τι αγαπήσαμε
               
Ε:
Ησύχασε εμπιστέψου το γκουβέρνο
Γλυκά κινείται της ανάπτυξης το τρένο

Λ:
Βλέπω καλούδια στης ανάπτυξης το τρένο
Μα δεν μπορώ ο φτωχός να περιμένω
Έχω γριά μάνα, γυναίκα ισχνή σαν ανεμώνη
Τη γυροφέρνει ο χάροντας σε μαρμαρένιο αλώνι

Ε:
Ησύχασε βαραίνει τα ταμεία
Όποιος δεν συνεισφέρει στην οικονομία

Λ:
Τα αισθήματα για πάντα θα αγνοήσουμε
Με εγκεφαλικό μη και την πληρώσουμε
Στο κάλεσμα της τρέλας θα ενδώσουμε
Αναίσθητο οργασμικό χορό θα στήσουμε

Ε:
Ησύχασε δεν νιώθεις πόνο είναι φαντασία
Για σε λαέ φροντίζει η εξουσία

Λ:
Αλαλαγμοί αλαλαγμοί ω ναι…
Πανδαιμόνιο σάλπισμα τώρα μας καλεί
Ενότης δεν υπάρχει ας φαγωθούμε
Αλληλοσπαραγμός μήπως κάποιοι μας σωθούμε

Ε:
Ησύχασε σου λέω δεν έχεις λύση
Θα φάει παλικάρια αυτή η κρίση

Α:
Και ο λαός συναιστάνθη κι εβουβάθη
Σαν απαντήθηκε με της άβυσσου τα βάθη
Λ:
Έχουμε μια ψυχή να μεριμνήσουμε
Εδώ ­ προδώσαμε ό,τι αγαπήσαμε

9 Ιαν 2013

Ρέμβη



Στο όριο μιας νύχτας παγερής, απέραντης, που έσβηνε γλυκά στην οριζόντια χρυσοκόκκινη γραμμή που ορίζει το γλυκοχάραμα, συνέβησαν πράγματα που την έβγαλαν από το στέρεο, σε κολώνες και δοκάρια στηριγμένο και αυστηρά δομημένο χώρο της οικίας της, μιας οικίας καμωμένης από μπετόν και τις τετράγωνες επιταγές του μοντερνισμού. Ακολουθώντας την καμπύλη του ορίζοντα, η Μυρσίνη πέρασε την πύλη της φαντασίας και οδηγήθηκε σε μια παραμύθια, σουρεαλιστική διάσταση. Ιχνηλατώντας τα ίδια βήματα πιο διστακτικά και ο αναγνώστης, θα διαπιστώσει πως ο παραμυθητικός της χαρακτήρας ήταν δισήμαντος, ίσως το κέρδος διπλό.
Με τη βοήθεια του βάρους πέντε κουβερτών, με τη φωτιά που ακόμη κρατούσε στο τζάκι, με την κόπωση, σωματική και ψυχική της προτεραίας, κοιμόταν βαθιά... Το χέρι γυρτό, έξω απ’ τα σκεπάσματα, η ανάσα βαθιά… Ένας ύπνος που στ’ αλήθεια την ξεκούραζε. Κι ενώ συνήθως στον ύπνο της φυλούσε ταυτόχρονα σκοπιά, γιατί ήταν μάνα και φρουρός της οικογενειακής εστίας και αλαφροΐσκιωτη από τη φύση της, εκείνη τη νύχτα είχε παραδοθεί πλήρως εμπιστεμένη στα χέρια του Μορφέα. Ταξίδευε…
Η χαραυγή της γύρω της πραγματικότητας έγινε στο όνειρό της μια κατάφωτη ολόλαμπρη μέρα, πλήρης δραστηριότητας. Γιατί στη συνηθισμένη λαμπερότητα της Αττικής γης, προστέθηκε η λευκάδα του χιονιού, κι η αντανάκλασή του στο φως του ήλιου... Το τοπίο σε τύφλωνε, αποκτώντας μια μεταφυσική διάσταση, κατά κυριολεξία ονειρική.
Εντούτοις, στο όνειρο συνέβαιναν πράγματα καθημερινά, γνωστά από το χώρο του boulot, της εργασιακής πολυπραγμοσύνης. Βρισκόταν σε διεθνές συνέδριο, που κάπου κάπως συντελείτο, με καλεσμένους πλήθος ανθρώπους… Κατά πλειονότητα μεσήλικες και βάλε, κυρίως κυρίες με σταχτιά μαλλιά, ανοιχτόχρωμα δέρματα και φωτεινά γαλάζια μάτια, που δεν στερούνταν κάποιας νεανικής σπίθας. Ήταν, πιθανολόγησε, επισκέπτες εκπαιδευτικοί, από βορειοευρωπαϊκή χώρα… Ή ίσως ήταν προσκυνητές μιας ορθολογικής εκκλησίας της Διαμαρτύρησης που ήθελαν να εξερευνήσουν τους χρυσοπόρφυρους θησαυρούς της βυζαντινής μας παράδοσης... Δεν ήξερε και δεν μπορούσε με βεβαιότητα να πει... Όμως ξαφνικά ένας δραστήριος άντρας, (κλητήρας τυχόν; αρχηγός του γκρουπ;), δεν ήξερε και δεν την απασχόλησαν περαιτέρω οι δικαιοδοσίες στο χώρο του ονείρου, ένας άντρας ακμαίος πάντως είπε:
«Γρήγορα, διακόπτουμε αμέσως, αλλιώς κινδυνεύουμε να αποκλειστούμε εδώ στο Πεντελικό βουνό. Μαζευτείτε όλοι σε πέντε λεπτά, να φύγουμε για τα ξενοδοχεία μας».
Αναστάτωση αλλά και πειθαρχία επικράτησε, και σε λίγα λεπτά όλοι οι ξένοι έμπαιναν με τη σειρά στα πολυμορφικά αυτοκίνητα που εκτελούσαν τα δρομολόγιά τους. Ακολουθούσε κι εκείνη με το τζιπάκι της, ένδοξο κάποτε αλλά τώρα υψηλής αρχαιολογικής και φορολογικής αξίας, που βογγούσε ασταμάτητα και ο θόρυβός του ήταν λίγο πιο αδιάκριτος από το επιβεβλημένο. Στις δόξες του, σε πιο ανέμελους καιρούς, είχε εξερευνήσει βουνά, διασχίσει ποτάμια, γνωρίσει απίθανες γωνιές της ελληνικής γης. Αλλά και σήμερα, γερασμένο και ταπεινότερο, παρά την κάποια ακράτεια των υγρών του, άντεχε ακόμη να κάνει το φορτηγό στις επαγγελματικές της δραστηριότητες... Γι’ αυτό –αλλά και χάριν μιας ανώφελης συναισθηματικής εξάρτησης– δεν προχωρούσε η σκέψη της ευθανασίας, παρά το εξωφρενικό κόστος του. Με τη μηχανή αναμμένη από ώρα και το καλοριφέρ ήδη στο φουλ, περίμενε τη σειρά της· να αναχωρήσουν πρώτα οι ξένοι και κατόπιν να ακολουθήσει κι η ίδια.
Εκεί όμως που περίμενε, σε ετοιμότητα και όχι δίχως κάποια αδημονία, παρακολούθησε αθέλητα μια σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια της.
Μια γυναίκα ψαρομάλλα, όπως πρόδιδαν οι λίγες τούφες που ξεπρόβαλλαν κάτω από το σκούφο της, δεν έμπαινε στο διατεταγμένο πολυμορφικό αυτοκίνητο και λογόφερνε με τον οδηγό του. Μετά από έντονες φωνές και ηχηρότατες χειρονομίες, εκείνος είδε κι αποείδε και στο τέλος ξεκίνησε, αφήνοντάς την επιτόπου.
Η Μυρσίνη έμεινε αποσβολωμένη, παγιδευμένη στον ονειρικό χώρο ενός τοπίου, το οποίο άξαφνα φάνταζε πολύ πιο ορεινό, πολύ πιο χιονισμένο, και γύρω υπήρχαν θάμνοι και όχι αποκαΐδια, και ίσως δεν ήταν στην Πεντέλη αλλά ψηλά στον Ελικώνα, το κατοικητήριο των μουσών… Ή τυχόν στον Όλυμπο, το κατοικητήριο των θεών… Χιόνι σκέπαζε τα πάντα… Η αίσθηση του προσανατολισμού την πρόδιδε… Ένιωθε μετεωριζόμενη στο πουθενά ανάμεσα σε ουρανό και γη. Έπρεπε να βιαστούν... Ο δρόμος γινόταν δυσδιάκριτος και το χιόνι ανέβαινε... Σηκώθηκε κι ένας αέρας δαιμονισμένος, και μόλις που διέκρινε τον μωβ σκούφο της γυναίκας σε κοντινή απόσταση.
Έχοντας το αίσθημα ευθύνης της οικοδέσποινας (γιατί δεν ήξερε ακριβώς, αλλά τέτοια φιλότιμα συναισθήματα την έπιαναν πότε πότε), άνοιξε το ηλεκτρικό παράθυρο της θέσης του συνοδηγού και είπε στη γυναίκα να μπει στο αυτοκίνητο, το δίχως άλλο, γνωρίζοντας ότι αν έμενε εκεί θα ήταν βέβαιος ο θάνατος.
Η γυναίκα όμως, χωρίς να πει λέξη, με μιαν αστραπιαία κίνηση από το άνοιγμα του παραθύρου πέταξε μέσα στο αμάξι της κάτι που έμοιαζε με τζίνι, ή με ξωτικό ή ακριβέστερα με μια παγοκολόνα που τα χρώματά της υπεδείκνυαν κάτι πολύχρωμο, παρδαλό ίσως, φυλακισμένο στο εσωτερικό... Το αντικείμενο μίκρυνε για να περάσει και γιγαντώθηκε μόλις προσγειώθηκε στη θέση του συνοδηγού.
«Αν δεν έρθει αυτή, δεν έρχομαι κι εγώ», δήλωσε ορθά κοφτά. Η Μυρσίνη εκείνη την ώρα ζάρωνε επίσης σε διαστάσεις εντόμου… Δεν ένιωθε τα πόδια της και δεν ήταν παρά μια σαστισμένη και κατατρομαγμένη οδηγός, γεμάτη απορία και φόβο ή περιέργεια ή ενδιαφέρον, αισθήματα που εναλλάσσονταν.
Στο πάνω εναλλάξ ψήλωσε και ξαναόρισε τα πόδια της.
«Έλα μέσα γρήγορα», είπε επιτακτικά στην ξένη γυναίκα με τον σκούφο και άνοιξε την πίσω πόρτα για να κάτσει. Κάθισε και πάλι στη θέση της κι έριξε μια κλεφτή φοβισμένη ματιά στο παράξενο, ασάλευτο ξωτικό, το εγγεγραμμένο σε πάγο που έσταζε δίπλα της. Και τι να δει;  Ήταν άνθρωπος. Μια γυναίκα λιλιπούτεια, ισχνή, μελαχρινή, που καθώς ο πάγος έλιωνε άρχισε να αργοσαλεύει. Πρώτα τα ματοτσίνορα, μετά ελάχιστα τα χείλη... Ακόμα πιο τρομαγμένη στράφηκε πίσω της… Η αποφασιστική συνεπιβάτις της, με το μωβ σκούφο τραβηγμένο πίσω, ίχνη ιδρώτα στο μέτωπο και τούφιες μαλλιών ανάρια κολλημένες, της χαμογέλασε ενθαρρυντικά.
«Σώσαμε άνθρωπο σήμερα», συνεννοήθηκαν με τα μάτια… Τα μάτια δεν αντέξαν άλλο σφαλιστά. Η Μυρσίνη τα άνοιξε αμέσως από το βασίλειο της παραδοξότητας στον κόσμο του πραγματικού.  Ήταν γλυκοχάραμα μιας καινούργιας μέρας, μέρας που ξεκίνησε με ένα παράξενο συναίσθημα. Κουκουλωμένη στα κλινοσκεπάσματα για λίγη ώρα ακόμη, προσπαθούσε να ανασυλλέξει και να κατανοήσει βαθύτερα το παράξενο όνειρο...
Μισή ώρα μετά, η Μυρσίνη, ντυμένη και συντεταγμένη για την καθημερινή της εργασιακή δραστηριότητα, άκουγε με δίψα ειδήσεις στο αυτοκίνητο, μετά τη διήμερη απεργία των δημοσιογράφων.
Και νάτο, νάτο... Το άκουσε κι αυτό: «Άστεγος κατέληξε από τον παγετό στη Σητεία της Κρήτης σε εγκαταλελειμμένο σπίτι».
Μα δεν είχε κάνει λάθος: άλλος ένας είχε βρεθεί την προηγούμενη βδομάδα στα Χανιά, σε παγκάκι στη δημοτική πλατεία... Αυτά στο νότιο άκρο της χώρας. Βορειότερα ποιος ξέρει τι γινόταν...
Η Μυρσίνη μεταμελήθηκε για τη σπουδή της να ξυπνήσει. Αναρωτιόταν γιατί να πάει να εργαστεί… Θα ήθελε να παρέμενε λίγο ακόμα κάτω από τις κουβέρτες… Λίγο ακόμα να ζούσε στον κόσμο του ονείρου, μόνο όσο χρειάζεται, μια αιωνιότητα μια στιγμή, για να παρέλθει ο ζωντανός εφιάλτης.
Το κορνάρισμα του οδηγού πίσω της, μόλις άναψε το πράσινο, της θύμισε τα άμεσα καθήκοντά της. Δεν ήταν καιρός για ρέμβη. Χωρίς περαιτέρω διερεύνηση, με άδειες σκέψεις, χωρίς αίσθημα, πάτησε το γκάζι…
 
Νέα επεξεργασία στις 9 Ιανουαρίου 2013. Μια πρώτη, και σημαντικά διαφοροποιημένη, πρωτοπρόσωπη γραφή του παρόντος, και με τίτλο «Και πάτησα το γκάζι...» δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα Χριστιανική, Φύλλο 864, Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012, σ. 10.

7 Ιαν 2013

Κίτρινη Δύση





Ξάστερη νύχτα
Στέγες κρυστάλιασαν
Ώρα για τσάι

Γυμνοί οι μίσχοι
Των χαμηλών θάμνων
Θρηνούν το θέρος

Κίτρινη δύση
Καιρός ανέφελος
Ξεσπά σε χιόνι

Τόσος Ουρανός σε Παιδικό Κορμί


 
Κείμενα Ημερολογίου

Τη γιαγιά μου από τον πατέρα μου τη λέγαν Ουρανία. Σαν ήρθε η ώρα να με βαφτίσουν, η γιαγιά δήλωσε πως ήθελε να με βαφτίσουν με το όνομα της δικής της μητέρας, που ήταν Ευαγγελία. Γιατί ο πατέρας μου ήταν μοναχοπαίδι, ορφανό, και το όνομα Ευαγγελία δεν το είχε πάρει κανείς στο σόι. Οι δικοί μου έδωσαν τη σολομώντεια λύση, βαπτίζοντάς με με τα δύο ονόματα: Ευαγγελία Ουρανία. Παρότι μόνο το πρώτο γράφτηκε στα χαρτιά, και τα δυο έχουν γραφτεί στη μνήμη μου, ως μια αφήγηση της παιδικής μου ηλικίας, πότε αστεία, πότε χρεωστική, πότε ευχητική. Τόσος ουρανός σε ένα παιδικό κορμί ήταν κάπως βαρύς. Ευτυχώς είχαν την πρόνοια οι δικοί μου να κόψουν το όνομά μου σε ένα απλό και λιτό Εύη. Το Εύη είναι ένα σημαίνον χωρίς σαφές σημαινόμενο, πέρα από το περιεχόμενο που του προσέδιδε η τρελιάρικη και λίγο μποέμικη φύση μου. Ωστόσο, αυτό το Ευαγγελία Ουρανία, επανερχόταν πότε πότε, και σήμερα ακόμα με συνοδεύει, ως γνωστική απορία, και ενδεχομένως μύχια επιθυμία.

Εντούτοις, είμαι εντελώς, μα εντελώς γήινη. Και σήμερα, μέρα γιορτής, ασχολήθηκα με ένα πεζότατο έργο. Διότι είμαι και εργασιομανής. Έκανα «σέρβις» στον υπολογιστή μου, ένα παλιομηχάνημα που σέρνεται και βογγάει. Με την υψηλή μου τεχνογνωσία και με πλήρη επίγνωση ότι αν δεν τα καταφέρω πάει για format, εξάσκησα τις δεξιότητές μου στο μάξιμουμ, καθότι «πενία τέχνας κατεργάζεται». Ξεβίδωσα λοιπόν το καπάκι, πήρα το πιστολάκι των μαλλιών, και φύσηξα όλη τη σκόνη από τα σώψυχα του μαγικού κουτιού, το οποίο απέλαυσε τη σπάνια περιποίηση, σαν αγχωμένη νοικοκυρά σε πολυθρόνα κομμωτηρίου… Χαλάρωσε το μηχάνημα… Το βίδωσα, το σύνδεσα, και με ευγνώμονα διάθεση ανταπέδωσε τη χάρη. Το μηχάνημα τρέχει, πετάει. Το ίντερνετ διπλασίασε ταχύτητα, ο θόρυβος σίγησε, ο βόγγος σταμάτησε… Η Εύη, γήινη ύπαρξη, καταϊκανοποιήθηκε… Και αφέθηκε στις περιποιήσεις μιας χαδιάρας οικογένειας… και στην παρέα σας.

6 Ιαν 2013

Ο Ιωνάς και το Σκοτάδι του Εθνικισμού




Μια από τις ομορφότερες αφηγήσεις της βιβλικής παράδοσης είναι η ιστορία του Ιωνά. Η ιστορία κατά την οποία ο προφήτης καλείται από τον Θεό να κηρύξει στην πόλη Νινευί. Και αιχμάλωτος ενός ιουδαϊκού εθνικισμού αρνείται να εκτελέσει την εντολή. Ο Θεός όμως επιμένει να υποδεικνύει στον προφήτη το έργο του. Εκείνος, ανένδοτος, μπαρκάρει σε αντίθετη κατεύθυνση, ελπίζοντας να κρυφτεί από τον Θεό. Και τότε μαίνεται η θαλασσοταραχή, και οι άνδρες του καραβιού πετούν τον Ιωνά στη θάλασσα, κατά κοινή παραδοχή ότι αυτός είναι υπαίτιος της συμφοράς. Η περιπέτειά του μόλις έχει αρχίσει. Τον καταπίνει ένα ψάρι, που τον ξερνάει, τρεις μέρες αργότερα, στη στεριά. Κι αφού γλιτώνει, έχοντάς μας παραδώσει μια ποιητικότατη ευχή απ’ τα σκοτάδια της κοιλιάς του ψαριού, και δέσμευση στον Θεό για υπακοή, κηρύττει στην πόλη Νινευί, την τρυγημένη από το μύθο [Δ. Αρμάος].

Η πόλη μετανοεί και σώνεται, μα ο προφήτης θυμώνει πάλι, γιατί η αγάπη του Θεού διαχέεται και στους απίστους, τους αλλοδόξους και αλλοεθνείς, τους ποταπούς εκείνους.

Και τότε ο Θεός προστάζει να φυτρώσει ένα φυτό, να μεγαλώσει γρήγορα, να σκιάζει τον προφήτη, τον θυμωμένο και αποκαμωμένο από τη στανική του υπακοή. Ευφραίνεται ο προφήτης Ιωνάς, μα όχι για πολύ. Την άλλη μέρα στέλνει ο Θεός σκουλήκι να φάει τις ρίζες του φυτού, το οποίο ξεραίνεται. Και πάλι θυμώνει με τον Θεό ο προφήτης, για την απώλεια του φυτού που θεωρούσε δεδομένο – μολονότι του δόθηκε δώρο και δεν το έσπειρε ό ίδιος, μήτε μόχθησε γι’ αυτό. Και τότε του μιλάει ο Θεός και του εξηγεί ότι, αν ο προφήτης λυπήθηκε για ένα φυτό, πώς ο ίδιος ο Θεός δεν θα λυπόταν τη μεγαλούπολη όπου ζούσαν 120.000 ψυχές, χώρια τα ζωντανά;

Προτύπωση της Ανάστασης θεωρείται η ιστορία του Ιωνά. Και η τριήμερη παραμονή στα σπλάχνα του ψαριού, εικόνα της τριήμερης ταφής του Κυρίου. Ήδη όμως στην Καινή Διαθήκη η Ανάσταση συνδέει την ιστορία του Ιωνά με τη σωτηρία των εθνών (Μτ 12,39· Λκ 11,29).

Με την Ανάσταση του Χριστού γεννιέται ένα καινούργιο γένος, το γένος των χριστιανών. Είναι λαός εκλογής και όχι καταγωγής. Όλοι μετέχουν σ’ αυτόν. Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, διδάσκει ο απόστολος των εθνών Παύλος (Γαλ 3,28), ο οποίος άνοιξε τις πύλες της Ευρώπης στην προσκύνηση του Θεανθρώπου.

Ο Θεάνθρωπος, ο εναθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού, γεννιέται στο στάβλο και υμνείται από ταπεινούς ποιμένες και αγγέλους, προσκυνείται από τους μάγους εξ ανατολής και πολεμάται από το φονικό χέρι της εξουσίας, στο πρόσωπο του βασιλέα Ηρώδη, του παιδοκτόνου.

Η προσκύνηση των μάγων περιγράφεται από τον ευαγγελιστή Ματθαίο και αναλύεται στην πατερική παράδοση ως προεικόνιση της προσκύνησης των εθνών. Κανένας δεν έχει πια σχέση προνομιακή με τον Θεό και ο εκλεκτός, περιούσιος λαός, αποδεικνύεται πιο αδύναμος, πιο προσκολλημένος στις παραδόσεις του και –παρά την προετοιμασία του– λιγότερο ανοιχτός στον Χριστό. Αλλ’ όπως είπε ο πρωτομάρτυρας Στέφανος στην απολογία του προς τους αρχιερείς, τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμών; (Πραξ 7,52)

Αυτή την παγκοσμιότητα του ευαγγελίου έρχεται να καταλύσει στις μέρες μας μια διαδεδομένη, πλην όμως αυτιστική αντίληψη, ότι ο ελληνικός λαός είναι σήμερα περιούσιος λαός. Ότι η γλώσσα μας είναι ιερή γλώσσα (ξεχνώντας το εἴτε γλῶσσαι, παύσονται, Α Κορ 13,8). Η εσωστρέφεια τρέφεται και θεριεύει από τις πίκρες της καθημερινότητας, που όμως δεν γίνονται κριτική σκέψη, αλληλεγγύη, τάση αυτοδιόρθωσης και προκοπής, αλλά παράπονο, που βλέπει κυρίως εξωτερικούς εχθρούς…

Μια τάση τέτοια απαντά στην ελληνική κοινωνία χρόνια, ως ένα ιδεολογικό εποικοδόμημα, παραμυθία ποικίλων ελλειμμάτων. Ελλειμμάτων που σωρεύονται σε εθνικό καημό. Και ο καημός γιγαντώνεται σε ποσοστό υπερπολλαπλάσιο του εθνικού πλούτου και θεριεύει καθώς λιπαίνεται από κάθε λογής λαϊκισμό.

Εντούτοις, το τελευταίο διάστημα μαρτυρείται και μια ακραία εκδοχή του φαινομένου, που αγγίζει τα όρια της απανθρωπίας, με ένδυμα πολιτικής ιδεολογίας και οργάνωση με τη μορφή πολιτικού κόμματος. Ο λόγος για τη νεοφασιστική και νεοναζιστική, καθαρά εθνοφυλετική άκρα δεξιά. Η οποία συγκεκριμένα εκφράζεται, οργανώνεται, συγκροτείται γύρω από το κόμμα της Χρυσής Αυγής. Ένα κόμμα που δίνει ιδεολογικό προκάλυμμα σε κάθε λογής εγκληματικότητα και διαστροφή, και που παραπλανά συστηματικά τον κόσμο και ιδίως τον χριστιανικό. Η παραδοσιακή σύνδεση ενός συντηρητικού και ενίοτε ημιμαθούς και παραδομένου στην ακρισία χριστιανικού κόσμου με την άκρα δεξιά είναι η γέφυρα μέσω της οποίας η Χρυσή Αυγή αποκτά πρόσβαση και επενδύει προνομιακά, παράγοντας σύγχυση στον κόσμο αυτό. Ένα μείγμα αντιμουσουλμανικής και αντικομουνιστικής υστερίας είναι ικανό κατά πώς φαίνεται να κινητοποιήσει τα ανακλαστικά ενός τέτοιου κόσμου. Όμως, η Χρυσή Αυγή είναι όντως στον αντίποδα της χριστιανικής διδασκαλίας, της πανανθρώπινης αγάπης του Χριστού, της Βασιλείας του Θεού ως κατεξοχήν πατρίδας. «Χαρά σ’ εκείνον που είναι μονάχα πατριώτης του ουρανού», αναφωνεί ο ήρωας του Χέρμαν Μέλβιλ στο περίφημο έργο του Μόμπι Ντικ, σχολιάζοντας την ιστορία του Ιωνά.

Μέρες Χριστούγεννα, κλείνοντας σιγά σιγά τηνπερίοδο των εορτών, η Πρωτοβουλία Χριστιανών κατά του Εθνοφυλετισμού, Νεοφασισμού, Νεοναζισμού (ομάδα στο facebook) θυμίζει τα βασικά της χριστιανικής διδασκαλίας και καλεί τη Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος να καταδικάσει απερίφραστα την εθνοφυλετική και νεοπαγανιστική αίρεση της Χρυσής Αυγής. Ήδη η Εκκλησία της Κρήτης, αλλά και παλαίφατα Πατριαρχεία όπως και πολλοί ηγέτες Ορθοδόξων εκκλησιών έχουν προχωρήσει σε αντίστοιχη καταδίκη. Δημόσια στο διαδίκτυο (πρώτο σε κάθε μηχανή αναζήτησης με τον τίτλο της Πρωτοβουλίας) είναι αναρτημένο το σχετικό αίτημα προς την Ιερά Σύνοδο και στηρίζεται με τις υπογραφές όλων μας:


Είναι η ώρα της δράσης και της προσωπικής έκφρασης κάθε πνευματικού ανθρώπου και υπεύθυνου πολίτη.

Παρουσία



Ιλόνα φον Λέντεμπουρ Γιαγκέουο, Ακρόπολη.
Μελάνι σε χαρτί, από το βιβλίο της Αναφιώτικα.

Ήρθες

Και σίγησε η σιωπή
Το νυχτολούλουδο
Γήτεψε τα δρομάκια
Τα στενωπά σοκάκια
Της καρδιάς

Η ταπεινή καλλιέπεια
Δίσεκτων καιρών
Προσκύνησε τον δωρικού ρυθμού
Περίβλεπτο ναό
Τον παλαιό των ημερών

Οι σκέψεις oι χαμένες
Μες στον ζόφο των νεφών
Αγγίξανε τον Ουρανό
Που έσμιξε σε πανδαιμόνιο με τη γη

Ριγήσαν τα γεράνια
Αναθαρρήσαν οι αυλές
Ξυπνήσαν τ’ Αναφιώτικα
Στο γνώριμο περπάτημα

Σχόλιο στα Θεοφάνεια







Θεοφάνια. Η αποκάλυψη του Θεού. Η φανέρωση της αγιοτριαδικής κοινωνίας. Και συνάμα η αποκάλυψη του ανθρώπου. Ο Χριστός υποκλίνεται στον προφήτη και βαπτίζεται υπ’ αυτού, και η φωνή του Θεού τον αναδεικνύει ως τον μονογενή Υιό και Λόγο. Στο ψηφιδωτό της Βαπτίσεως στον Όσιο Λουκά Βοιωτίας, η τολμηρή απεικόνιση του Χριστού στην πλήρη γυμνότητά του ως ανθρώπου, μας οδηγεί με ρεαλισμό στην πραγματικότητα της θείας Ενανθρωπήσεως. Καμία θέση δεν έχει στην πίστη στο χαλκηδόνιο δόγμα, του τέλειου Θεού και τέλειου ανθρώπου, κανένας όψιμος ευσεβισμός. Αντίθετα, η μέγιστη ομορφιά βρίσκεται στον ρεαλισμό, καθώς η φύση, η κτίση, ο άνθρωπος είναι όλα καλά λίαν.


Ο Χριστός αναγνωρίζει στον Ιωάννη, τον μείζονα εν γεννητοίς γυναικών, την υπεροχή ανάμεσα στους βροτούς (Λκ 7,28). Ο Ιωάννης έδειχνε τον «ισχυρότερό» του (Λκ 3,16), τον ερχόμενο και προσδοκώμενο (πρβλ. Λκ 7, 20).


Ο Ιωάννης μαρτύρησε, όπως ωραία το διατυπώνει ο Φώτης Κόντογλου, απάνω σ’ ένα φαγοπότι της εξουσίας, σε καιρό που πεινάνε χιλιάδες αδέρφια μας.[1]


Ο Χριστός επέκρινε τους Ιουδαίους ότι «ήλθεν γαρ Ιωάννης μήτε εσθίων μήτε πίνων, και λέγουσι· δαιμόνιον εχει·, ήλθεν ο Υιός του ανθρώπου εσθίων και πίνων και λέγουσιν· ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, τελωνών φίλος και αμαρτωλών» (Μτ 11,18-19).


Ο Χριστός μας έδειξε ότι δεν υπάρχει ένας ανθρωπότυπος. Ότι ο καθένας με τον χαρακτήρα του, τη δική του προσωπικότητα και τις θεμελιώδεις επιλογές του είναι όχι μόνο αποδεκτός, αλλά και εν δυνάμει άγιος.


Εμείς θέλουμε ακόμα να στριμώχνουμε τον κόσμο σε ρατσιστικά και ψευδοηθικιστικά κουτιά;


-------------------------

[1] (Πρβλ. «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος: Παίγνιον Ανόμου Γυναικός», σε:  Ασάλευτο Θεμέλιο, Ακρίτας 1996)