16 Απρ 2014

Τρία Καφέ στο Ελσίνκι



Τα καφενεία μιας χώρας είναι χαρακτηριστικό δείγμα του πολιτισμού της. Και υπάρχουν καφενεία ιστορικά, γεμάτα συγκινήσεις, αναμνήσεις, εμπειρία. Κάποιοι λαοί προσέχουν ιδιαίτερα τα ιστορικά τους καφενεία και φροντίζουν κατά την όποια ανακαίνιση να μην χαθούν τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά και φορτία της μνήμης. Κάποιοι μοιάζει να έχουν πάρει διαζύγιο με τη μνήμη τους, λες και το παρελθόν τους φορτώνει ενοχές, λες και τους στοιχειώνει, τους κυνηγά ως ερινύα, τους βαραίνει. Οι ίδιοι κυνηγούν το νέο, ίσως το φευγαλέο, από ανακαίνιση σε ανακαίνιση στο κλίμα μιας αδιάκοπα εφήμερης φτήνιας. Η στιγμή όμως περνά και χάνεται, κι έτσι αν δεν είναι μια γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το αύριο, ίσως είναι απλώς ένα σημείο του χρόνου μηδενικών διαστάσεων και σημασίας. Αντίθετα, αν είναι η οδός μέσω της οποίας δημιουργικά και δυναμικά συναντιέται το είναι μας με τις ρίζες του και καθορίζει την προοπτική του, μπορεί να είναι μαγευτική και σημαντική. Καθώς ο χρόνος είναι συνάμα χώρος, η αντιμετώπιση του χώρου στη διάσταση του χρόνου είναι από τα βασικά χνάρια πολιτισμού.

Γυρίζοντας πάλι στα καφενεία, η μνήμη ανακαλεί μεγάλες συζητήσεις και διαμάχες για ιστορικά καφενεία των Αθηνών, που δεν είχαν πάντα ένδοξη κατάληξη.

Ας πάμε όμως στο Ελσίνκι. Τρία καφέ ξεδιάλεξα τις λίγες μέρες που έμεινα εκεί, που κάτι ξεχωριστό σήμαναν για μένα.

Το “Παρεκκλήσι” 

 


Το ξεδιάλεξα, αλλά δεν το χόρτασα. Για την ακρίβεια το γνώρισα μόνο από έξω. Με γοήτευσε η φωτεινή του διαφάνεια, ένας σταθμός του φωτός στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Γύρω του επιβλητικά και μεγάλα ιστορικά ή σύγχρονα κτίρια, χάρμα οφθαλμών, αλλά και η άπλα του ελεύθερου χώρου, στον κεντρικό αυτό δρόμο και συνάμα πάρκο της πόλης.

Κάποτε εκεί ήταν λιβάδια. Έβοσκαν γελάδια τα καλοκαίρια και σταβλίζονταν το χειμώνα, τρεφόμενα με χόρτο ξερό, μια τεχνογνωσία που οι Φιλανδοί ανέπτυξαν σε ιδιαίτερη πατέντα στους σύγχρονους καιρούς. Όπως με ενημέρωσε ο ξεναγός μου, στις διαρκείς ερωτήσεις μου καθώς ενός τρίχρονου παιδιού που εξερευνά τον κόσμο, έτσι ταΐζουν τα γελάδια με τόσους μήνες χειμώνα και χιόνι, και ο τρόπος επεξεργασίας του χόρτου είναι ιδιαίτερα υγιεινός και υψηλής θρεπτικής αξίας. Εκεί λοιπόν, μου είπε ο ίδιος ξεναγός, υπήρχε ένα κονάκι που πουλούσε το γάλα. Αυτό ονόμαζαν “kappeli”, το οποίο εγώ μετέφρασα μέσα μου θεολογικό τῷ τρόπῳ ως παρεκκλήσι, και αποθαύμασα την ιερότητα ενός κόσμου, που τον φανταζόμουν γεμάτο δρυΐδες και ξωτικά, και ο οποίος ιεροποιεί την τροφή και την αφθονία της. Τα ιστορικά μου άλματα δεν με απασχόλησαν καθόλου –πώς αναπάντεχα προχώρησαν σε τέτοιο ιστορικό βάθος–, αφού εδώ δεν γράφουμε ιστορία αλλά φαντασία, και η φαντασία ανασυνθέτει την ιστορία σε δικό της παραμυθητικό αφήγημα. Ο θρύλος όμως που υπόρρητα είχα στο νου μου, κατέρρευσε μόλις θυμήθηκα, ενώπιος ενωπίῳ της οθόνης μου και επανερχόμενη στη λατρεία του ορθού λόγου, ότι γενικότερα τον ταβερνιάρη τον λέμε «κάπελα». Αλλά καθώς η ανοησία μου έχει τη δική της χάρη, την αφήνω εδώ, για να γελάσετε είτε σε βάρος μου, είτε μαζί μου, σε κάθε περίπτωση γιατί χαίρομαι να σας κάνω να γελάτε...

Το Καφέ απέναντι στο Ξενοδοχείο 

 


Μου το είπαν, αλλά δεν θυμάμαι ο όνομά του! Είμαι ξεχασιάρα. Ξέρω όμως τον δρόμο για εκεί. Βρίσκεται πάλι κεντρικά και ακριβώς απέναντι από το σημαντικότερο ξενοδοχείο της όλης Σκανδιναβίας. Έτσι το κατέγραψε με περηφάνια η ξεναγός μου, και εγώ σας το μεταφέρω με θρησκευτική ευλάβεια. Ούτε του ξενοδοχείου θυμάμαι το όνομα, αλλά καθώς μάλλον δεν έχω προοπτική να εγκαταβιώσω ούτε ως παρεπίδημη εκεί, ούτε συχνάζω σε τέτοια μέρη, χρήσιμο είναι να μη φορτώνω τον εγκέφαλό μου με περιττές πληροφορίες.

Η ξεναγός μου είναι μια πολύ ευειδής, λιγνή και ψηλή Φιλανδή, κι εγώ μια υπέροχα στρουμπουλή νοτιοευρωπαία. Τη συνάντησα στο σταθμό του τρένου και τη γνώρισα ως «τυπική και κομψή φυσιογνωμία», κι αυτή εμένα ως «χαρακτηριστική Ελληνίδα». Έτσι έγινε το προξενιό. Ζητώ συγγνώμη από όλες τις Ελληνίδες για τα περιττά κιλά μου, και διευκρινίζω ρητά και κατηγορηματικά προς κάθε κατεύθυνση ότι αυτό δεν είναι χαρακτηριστικό της φυλής μας, αλλά της προσωπικής μου νωχέλειας και εγκατάλειψης.






Ήπιαμε έναν πολύ ωραίο καφέ και ζεσταθήκαμε αρκετά καθώς η μέρα ήταν κρύα. Φλυαρήσαμε για διάφορα, αλλά μια συγκινητική κουβέντα της φίλης μου αφορά τούτο το καφέ: Εδώ γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν ο παππούς της και η γιαγιά της.

Έλαμπαν τα μάτια της καθώς το αφηγήθηκε και αφήνω τη δική σας φαντασία να πλέξει μια λαμπρή ρομαντική ιστορία με αίσια κατάληξη, τόσο αίσια που παρήγαγε παιδιά και ευειδή εγγόνια...

Ο Ιταλιάνος 

 


Ήβρε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του. Κοντολογίς, έτσι αισθάνθηκα καθώς μπήκα στο καφέ και έκανα πανηγύρι μόλις είδα την επιγραφή “cash only”. Κι ενώ ο Φιλανδός μου φίλος ιερέας που με κέρασε τον καφέ δυσανασχετούσε που δεν μπορούσε να κάνει χρήση της πιστωτικής του κάρτας, εγώ έκλεινα το μάτι στον Ιταλό σε κλίμα συνωμοσίας. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να καταλάβει κανείς ότι ούτε εκείνος ούτε εγώ είμαστε από τους πολύ πρόθυμους συνεργούς και χρήστες των τραπεζικών υπηρεσιών, τις οποίες κρατάμε συνειδητά σε απολύτως μινιμαλιστική βάση. «Μπορώ να φωτογραφήσω;» τον ρώτησα. «Γιατί;» με αντιρώτησε με ιταλιάνικη καχυποψία. «Έτσι, για μένα, για ανάμνηση», είπα ψέματα. «Ασφαλώς», μου είπε και συμπλήρωσε γελαστά: «Ευχαριστώ». Με το ευχαριστώ ησύχασα κι εγώ ότι δεν θα αμαρτήσω και πολύ να το ανεβάσω στο blog, αλλά και αν αμαρτάνω το εξομολογούμαι δημόσια μέρες που είναι. 


Ένα Σχόλιο για Ειδικότερο Κοινό


Τα καφενεία έχουν μεγαλύτερη σημασία για τις συζητήσεις που γίνονται εκεί.

Εκεί στο καφέ είχα μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις που είχα ποτέ, όχι με τον π. Χέικκι Χούττουνεν, φίλο με τον οποίο μας συνδέει τριακονταετής γνωριμία και συνεργασία και τον λογαριάζω σχεδόν ως οικογένεια και ο οποίος μάς κέρασε τον καφέ, αλλά με τον φίλο του με τον οποίο συστεγάζονται στο ίδιο γραφείο. Άνθρωπος με κοινωνιολογικές και θρησκειολογικές σπουδές, καθηγητής Συγκριτικής Θρησκειολογίας, είναι υπεύθυνος μιας υπηρεσίας που χαρτογραφεί το θρησκευτικό τοπίο στη Φινλανδία. Τον ξεσκόνισα κανονικά, ρωτώντας όχι ως τρίχρονο πια, αλλά ως άνθρωπος με τριάντα χρόνια επαγγελματική πείρα στον τομέα αυτό, για το τι συμβαίνει, πώς συλλέγει τα στοιχεία του, ποιες μεθόδους ακολουθεί, αν οι ίδιοι οι μετέχοντες σε κάθε λογής θρησκευτικές ομάδες υποβάλλουν τέτοια στοιχεία, πώς διαμορφώνει κλίμα εμπιστοσύνης, πώς τους αντιμετωπίζει και τον αντιμετωπίζουν... 


Σκεφτόμουν ότι εδώ σ’ εμάς τέτοια στοιχεία σε κλίμα κακοπιστίας και μόνο συλλέγει η αντιαιρετική υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, χάνοντας έτσι πολλά από την ουσία της ίδιας μας της πίστης που η καρδιά της δεν είναι το «αντί» αλλά η σταυρική θυσία «υπέρ» του σύμπαντος κόσμου. Πόσα χάνονται σε ουσιαστικά εργαλεία προσέγγισης και συνάντησης με τους ανθρώπους αυτούς, με την πρόταξη της αντίθεσης, αλλά και πόσο ξένοι παραμένουμε με την ποικιλία της θρησκευτικής αναζήτησης του σήμερα.


[Όπως γνωρίζουν κάποιοι, προσωπικά δεν είμαι συγκρητίστρια ή αγνωστικίστρια, αλλά είμαι της ιεραποστολικής σχολής της θεολογίας, του ανοιχτού αυτού χώρου μιας θεολογίας των συνόρων, και όχι της σχολής μιας αντι-οτιδήποτε περιχαράκωσης σε ό,τι αφορά την ψυχή του ανθρώπου. Και οι δυο σχολές βλέπουμε τα όρια – οι μεν ως ευκαιρία συνάντησης, οι δε ως φυλακή και φράχτη].

Χαρήκαμε και οι δυο τη συζήτηση όσο λίγες συζητήσεις.

Επίλογος εκτός Θέματος


Θα κάνω μια μικρή παρασπονδία, και τελικώς θα βάλω και μια φωτογραφία πολύ χαρακτηριστική για τη Φινλανδία. Είναι το πρώτο που βλέπεις στο αεροδρόμιο, στο σημείο εισόδου της χώρας. Δεν είναι ασφαλώς καφενείο, είναι μπυραρία. Η μπυραρία του αεροδρομίου. Το βάζω για να μην ξεχνάμε το πνεύμα, και στην ανάγκη ας είναι και οινόπνευμα. 


Μέρες που είναι συγχωρούμε πολλά τῇ Αναστάσει, αλλά βέβαια δεν λησμονούμε ολότελα και την ανάγκη διάκρισης των πνευμάτων.

Πάμε κι ερχόμαστε, χανόμαστε και συναντιόμαστε, μέχρι να συναντηθούμε στο δείπνο της Βασιλείας Του. Γυρίζοντας στα πάτρια, στο καφενείο του σπιτού μου, στο σοφρά του σαλονιού –τραπέζι, γραφείο, εργαστήριο ή ό,τι άλλο–, η εμπειρία με συνοδεύει, μαζί με την πολλή δουλειά που μένει να γίνει.


Αν δεν τα πούμε άλλο μέχρι τότε, καλή Ανάσταση!