9 Μαΐ 2013

Ιστορίες του Χάροντα


όπως τις αφηγήθηκε ο παππούς ο Γιώργος

 


Είχαμε ήδη γιορτάσει την πρώτη Ανάσταση, με μια λαμπρή θεία Λειτουργία, και πίναμε τον πρωινό καφέ στην μπροστινή βεράντα. Λουσμένη σε έναν καυτό, εντελώς καλοκαιρινό ήλιο, θα έτεινε να είναι αφιλόξενη, αν μια ισχνή μηλιά δεν προσέφερε έναν οριακό ίσκιο, ο οποίος μετά βίας χωρούσε τις τρεις καρέκλες και την τέταρτη που είχε γίνει τραπεζάκι, με τους καφέδες και τα νηστίσιμα κρακεράκια. Τα νέα ήταν στην ημερήσια διάταξη, αφού τώρα πρωτομιλούσαμε ουσιαστικά μετά από τόσον καιρό. Η βρύση η μεγάλη, όπως την έλεγαν όλοι στο χωριό, μια δρασκελιά από τη βεράντα και την αυλή του σπιτιού, μας δρόσιζε με το νερό της, φρέσκο στη διάφανη κανάτα. Τα νέα ήταν το περιβόλι και η γρίπη του παππού τώρα την άνοιξη, που δεν του επέτρεψε να τελειώσει τις δουλειές. Χάντρα τη χάντρα, ακολούθησαν κομπολόι οι άλλες αρρώστιες και οι θάνατοι ένας ένας. Ήταν πολλοί, και πολλοί νέων ανθρώπων. «Από καρδιά οι περισσότεροι, να είναι καλά η καταραμένη φτώχεια», είπε ο παππούς χωρώντας σε μια του πρόταση όλη την αντίφαση της ζωής. Το θέμα «θάνατος» έδειχνε να τον συγκινεί όλο και περισσότερο, τώρα που πέρασε τα 85. Αλλά μια στέρεα γνώση της ζωής, μια φυσική αντίληψη των πραγμάτων πότιζε το λόγο του μέλι, κι ήταν χαρά να τον ακούς. Μετά την πρώτη Ανάσταση, και πριν ακούσουμε ακόμα το Χριστός Ανέστη, μου φάνηκε η ώρα κατάλληλη για λίγη ακόμα μνήμη του θανάτου, υπό το λυκαυγές της αναστάσεως. Ο Δημήτρης, κατάκοπος μετά την ολονύχτια εργασία, αποσύρθηκε για λίγη ξεκούραση, και για πολλοστή φορά πεθερός και νύφη κάτσαμε τ’ αντάμα, κι εγώ δεν χόρταινα ν’ ακούω τις ιστορίες του παππού. Ο ήλιος είχε ανέβει κι η σκιά μίκρυνε. Κολλήσαμε τις καρέκλες μας, κάτι που εξυπηρετούσε από κάθε άποψη, ακόμα κι απ’ αυτή της προϊούσας κουφαμάρας του παππού.


Ο παππούς μου αφηγήθηκε τρεις «παλιές ιστορίες» για το θάνατο, κι εγώ σε χρέη λαογράφου αποφάσισα το κατόπιν να τις καταγράψω, όσο πιο πιστά και λιτά μπορούσα. Για την ακρίβεια, μόνο οι δύο πρώτες μοιάζουν για ιστορίες, ενώ η τρίτη για ανέκδοτο. Όσο για την «παλαιότητα» είναι έννοια σχετική, χαμένη όσο η μνήμη του παππού.

1.

Μια φορά έλαβε ο Χάροντας εντολή απ’ το Θεό να πάει να πάρει μια μάνα που είχε πέντε μικρά. Από το κλάμα των μωρών και το κακό, τη σπλαχνίστηκε ο Χάροντας και την άφησε. Έχει παιδιά να θρέψει, μονολόγησε, ποιος θα τα κοιτάξει αυτά; Σαν πήγε στον Θεό με χέρια άδεια κι έδωκε απολογία για την ανυπακοή του, ο Θεός θύμωσε πολύ και του άστραψε μια γερή σφαλιάρα! Έτσι, ο Χάροντας κουφάθηκε κι έκτοτε δεν μπορεί να ακούσει μήτε φωνές μήτε κλάματα! Γι’ αυτό και δεν λυπάται κανένα το λοιπόν, αλλά τους παίρνει όλους σαν έρθει η ώρα δίχως να εξετάζει.

Αφού λοιπόν τιμώρησε τον Χάροντα ο Θεός, αποφάσισε να του δώσει και ένα μάθημα που σπλαχνίστηκε τη γυναίκα, κι αναρωτιόταν τι θ’ απογίνουν τα παιδιά της. Του λέει, λοιπόν, ο Θεός: «Πήγαινε βούτα στο βυθό της θάλασσας και φέρε μου εκείνο εκεί το πετραδάκι». Πάει ο Χάροντας και φέρνει την πέτρα. «Σπάσ’ τη στα δυο», του λέει ο Θεός. Τη σπάει ο Χάροντας και βγαίνουν από μέσα δυο έντομα ζωντανά. «Βλέπεις», του λέει ο Θεός, «εδώ δεν θα έλεγες πως μπορεί να ζήσει κανείς, αλλά έχω κάνει τα κουμάντα μου ακόμα και γι’ αυτά!»

2. Ένας άνθρωπος έκανε συμφωνία με το Χάροντα, να τον πάρει όποτε θέλει, αλλά να τον ειδοποιήσει πρώτα. Μια μέρα του πόνεσε το χέρι, αλλά δεν έδωσε σημασία. Μια άλλη μέρα του πόνεσε το πόδι, αλλά και πάλι δεν έδωσε σημασία. Κατόπιν εμφανίστηκε ο Χάροντας και του είπε, «Πάμε τώρα». «Μα δεν με ειδοποίησες», διαμαρτυρήθηκε ο άνθρωπος. «Πώς δεν σε ειδοποίησα; Και οι πόνοι στο χέρι και στο πόδι, τι ήταν;» «Μα δεν το κατάλαβα. Δω μου ακόμα 5 μέρες», παρακάλεσε ο άνθρωπος. «Πάρε 5 μέρες», του είπε ο Χάροντας. Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πήγε σε μιαν απόμερη σπηλιά. «Εδώ δεν θα με βρει ο Χάροντας», σκέφτηκε. Μόλις πέρασαν 5 μέρες, ο Χάροντας στεκόταν έξω απ’ τη σπηλιά. «Άι στο καλό σου», του είπε ο άνθρωπος. «Κανείς δεν γλιτώνει από σένα».

3. Μια φορά πήγε ο Χάροντας να πάρει ένα γέρο. Εκείνος έτρωγε αμέριμνος. Ο Χάροντας τον ρώτησε: «Τι κάνεις;» Ο γέροντας είπε να τον ξεγελάσει παριστάνοντας το μωρό. «Μαμ», του λέει. «Ε, καλά, λοιπόν!» του απαντάει ο Χάροντας. «Κάνε τώρα μαμ, και κατόπιν πάμε άτα».

2 σχόλια:

Soultana Gkargkana είπε...

Τι όμορφο!"...μνήμη του θανάτου, υπό το λυκαυγές της αναστάσεως..."
Προσκαλεσμένοι στις καρέκλες της αυλής, στα σκαλιά του σχολείου στο τραπέζι με τους συγγενείς...
Στρωμένος υπέροχος λόγος της καρδιάς και του μυαλού! Όμορφα που νιώθει κανείς να σε διαβάζει!
Ευχαριστούμε!

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Χριστός ανέστη, Σουλτάνα. Το επόμενο θα αφορά το πασχαλινό ρουμελιώτικο γλέντι. Σας προσκαλώ να το κάψουμε. Το έχουμε ανάγκη.