10 Μαΐ 2013

Η Αγάπη εκφράζεται με Χορό και με Τραγούδι.



Πάσχα 2013

Η αγάπη εκφράζεται με χορό και με τραγούδι.
Και μετά από χρόνια πολλά, που το ένα πένθος ακολουθούσε το άλλο, και ανάμεσα σ’ αυτά και κάποια πολύ οδυνηρά, ήρθε η ώρα να καεί το πελεκούδι. Στήθηκαν κοντά δέκα αρνιά στη σειρά. Και λέω κοντά δέκα, γιατί δεν θέλω να μετρήσω εκείνα που μπήκαν στο μπάρμπεκιου, ούτε εκείνα που γύριζαν με μοτεράκι. «Α, ρε “σημιτικοί”, “εκσυγχρονιστάν”», τους φώναζα πρωί πρωί… Αλλά μετά χαιρόμουν που δεν χρειαζόταν να τα γυρίζουμε κι αυτά, αρκετά είχαμε ψηθεί με τα υπόλοιπα.

Η εικόνα ήταν, όπως πάντα, κάπως ίδια αλλά και λίγο αλλιώτικη. Για όσους δεν ξέρουν καλά τα πράγματα της στενής οικογενειακής μας παράδοσης, τους ενημερώνω ότι ο Χριστός “ανασταίνεται” μόνο σ’ εκείνο το χωριό. Κάτι που κι εγώ δεν το είχα σπουδάσει στα θρανία, αλλά το έμαθα μόλις παντρεύτηκα. Έσκισα κι εγώ το πτυχίο της θεολογίας και υποκλίθηκα στο μεταπτυχιακό επίπεδο της παντρευτικής ακαδημίας! Όμως, και να θέλεις να κρατήσεις το χρόνο, κυλάει μέσα από τα χέρια σου. Φέτος για παράδειγμα, ο παπάς, πάνω από 90 χρόνων, δεν ήταν πια μαζί μας. Ήταν στην Αθήνα με τα παιδιά του.

Οι ξάδερφοι ήταν σαν πλατάνια αγέραστα, λίγο μόνο πιο βαρείς. Οι μικρότερες ξαδέρφες, που τις θυμάμαι αρχικά χωρίς στήθος, με κάτι πόδια καλαμάκια, και μετά με λίγο στήθος, πόδια χυτά και σούπερ μίνι, και λίγο αργότερα με πολύ στήθος και ακόμα πιο μινιμαλιστική περιβολή, ενώ σχετικά πρόσφατα με υπέροχα σύνολα κολλητά αλλά πολύ εκλεκτά και κάπως σεμνότερα οριακά πάνω από το γόνατο, δεν εκτιμούσαν και τόσο τις χάρες του χωριού μέχρι τελευταία. Τώρα, ντυμένες με το απλό τους τζιν, περιστοιχίζονταν από κουτσούβελα και για πρώτη φορά μετά απ’ εκείνα τα περασμένα και σχεδόν ξεχασμένα παιδικά χρόνια έδειχναν να νιώθουν απόλυτα ενταγμένες, απόλυτα στο σπίτι τους, εδώ, στο ορεινό χωριό.

Τα δικά μου παιδιά, κατά βάση παραθεριστές στο χωριό, αλλά αληθινά δεμένα με αυτό, νεαρά ενήλικα πλάσματα, ένιωσαν παράξενα με τη δυναμική είσοδο της ακόμα νεότερης γενιάς, δίχρονων και τετράχρονων πιτσιρικάδων που πρόσθεταν κι αυτά μπόλικο χρώμα με τη φωνή και το κλάμα τους.

Κι ο παππούς, να στηρίζεται όλο και περισσότερο στη μαγκούρα του, με την προϊούσα κουφαμάρα του, δεν έλεγε καθόλου να το βάλει κάτω. Αμάραντος, ο άτιμος.

Η μια συννυφάδα, η συνονόματη, δούλευε στο νοσοκομείο και είχε βάρδια ανήμερα Πάσχα. Ήρθε μόνο για τον πρωινό καφέ. Η άλλη ήρθε τις μεγάλες ώρες, αλλά δεν χρειάστηκε και πολύ για να το στρώσει στο χορό. Η Γεωργία έχει φωνή αηδονιού, αλλά και το αγαπάει το άθλημα.

Εγώ πάλι την έκανα την αμαρτία μου, καθώς βρήκα μοναδική ησυχία στο σπίτι, και διάβασα μια δυο ώρες το πρωί με ξάστερο μυαλό. Θυμήθηκα τον πατέρα μου που πάντα διάβαζε και ανήμερα Πάσχα, κι έτσι έσμιξα τα ήθη δυο τόσο διαφορετικών οικογενειών με τον άριστο τρόπο. Πλήρης ικανοποίησης, στη συνέχεια το έκαψα κι εγώ διπλά.

Ψήθηκαν τα δυο 25άρια αρνιά μας, της πιο στενής οικογένειας, και μαζευτήκαμε στο χαμηλοτάβανο ταπεινό κονάκι, όπου είχαμε στρώσει τρία μεγάλα τραπέζια. Χωρέσαμε οριακά, στριμωχτά κι αγαπημένα. Δοξάσαμε τον Κύριο, φάγαμε, ήπιαμε, και πιάσαμε το τραγούδι.

Λίγο λίγο ακολούθησαν όλα τα παιδιά.

Το πρόγραμμα βάρυνε με το κρασί, σαν ένα σωστό ρουμελιώτικο γλέντι. Κι έγινε πιο πολιτικό, όσο και κλέφτικο

Και να, ω! του θαύματος. Όλο το ευρύτερο σόι μαζεύτηκε σαν αποφάγαμε στο σπίτι μας, και γίναμε όλοι, τα παιδιά και τ’ αγγόνια κι οι νυφάδες κι οι γαμπροί από τα δέκα αδέρφια του προπάππου ένα σε μια σταλιά τόπο, ένα τσαμπί σταφύλι. Όλοι οι καλοί χωράνε, έστω και κρεμασμένοι στα παράθυρα, να μας φυσάει ο αέρας

Να είμαστε καλά και να τραγουδάμε μερακλίδικα, λαϊκά κι ερωτικά

Να υψώνουμε ποτήρια σε παλιούς καημούς που γίνονται και πάλι καινούργιοι.

*

Σε κάθε γλέντι γίνεται απαραιτήτως και μια γερή καφρίλα. Όλο και κάποιος μεθάει και δεν ξέρει τι λέει. Όλο και κάποιες πικρές αλήθειες λέγονται ανάμεσα στα τραγούδια, και τα γέλια μπλέκονται με κλάματα. Αλλά φέτος το γλέντι δεν είχε καμία πρόνοια για τον αφηγητή του. Δεν πήρε τον κατήφορο. Ένας μόνο που μέθυσε μ’ αγκάλιαζε και με ξαναγκάλιαζε και τρόμαξα να τον ξεκολλήσω από πάνω μου… Σαν βγήκε η νεολαία έξω για καφέ, εμείς ακόμα πίναμε, κι εγώ σχεδίασα με το μολύβι κάμποσα μεθυσμένα πρόχειρα σκίτσα…

Το βράδυ απομείναμε μόνοι, οι δυο μας, και συνεχίσαμε με έντεχνο. Στη βουνίσια ησυχία, ακόμη δεν χορταίναμε το τραγούδι... Η φωνή μας έκλεισε οριστικά την επομένη, που νόμιζα πως ακόμη τραγουδούσα καθώς σφουγγάριζα, αλλά πιθανότατα μάλλον γκάριζα…

Ανεβαίνω σκαλοπάτια, καθώς σφουγγαρίζω και μαζεύω, και σίγουρα δεν ετοιμάζομαι για τη Σκάλα του Μιλάνου, αλλά απλώς για το επόμενο γλέντι στις αγκάλες των Μουσών…

Με αρνιά και με κρασιά ή μόνο με κανέλα και γαρύφαλλο, με χαρές και λύπες, στα δύσκολα και τα εύκολα, Χριστός Ανέστη!

3 σχόλια:

γρηγόρης στ. είπε...

Να 'στε πάντα καλά, ν' ανταμώνετε και να τραγουδάτε!

Χριστός Ανέστη!

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Αληθώς ανέστη Γρηγόρη! Κι εσείς να είστε καλά και να συναντηθούμε κάπου σ' αυτά τα υπέροχα βουνά με τα νέα τους, και τ' αρχαία τους, και τα βυζαντινά τους!

https://www.youtube.com/watch?v=6Z0rSpCfA_c