3 Απρ 2013

Ξεγελάσματα


Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα, Κεφάλι Γυναίκας.
Ακρυλικό σε χαρτί Velvet, 280 gr. Διαστάσεις 70 x 60 cm. 2010.


Το μη βιώσιμο των σχέσεων
Σε συνθήκες κρίσης
Το φρούδο των ελπίδων
Το βαρύ των φορτίων
Μακραίνουν τα μαλλιά μου
Μέχρι το δάπεδο
Και πάνω τους πατώ
Θα τα δέσω κότσο
Θα φορέσω το
Σταυρωτό αυστηρό ταγιέρ
Θα ξεγελάσω
Συμπολίτες και κυρίως
Συνεργάτες
Βαμμένη επαγγελματικά στην πένα
Ένα βήμα πριν τη
Λυτρωτική σαλότητα

2 Απρ 2013

Οι Σταυρωτές του Χριστού


Σχέδιο Νίκου Χούτου


Πρωτοβουλία Χριστιανών κατά του Εθνοφυλετισμού, Νεοφασισμού, Νεοναζισμού


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΧΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ

Η Πρωτοβουλία Χριστιανών κατά του Εθνοφυλετισμού, Νεοφασισμού, Νεοναζισμού καταδικάζει απερίφραστα την επίθεση ταγμάτων εφόδου της ΧΑ εναντίον συναθροίσεως Μαρτύρων του Ιεχωβά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Οι τραμπουκισμοί, αυτή τη φορά κατά θρησκευτικής μειονότητος, αποτελούν πλήγμα στην ίδια τη δημοκρατία. Παραλλήλως η ενέργειά τους αυτή αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου σχεδίου βάσει το οποίου επιχειρούν να εμφανισθούν ως "προστάτες" της Ορθοδοξίας, αποσκοπώντας σε εκλογικά οφέλη. Ας μη ματαιοπονούν. Το πλήρωμα της Εκκλησίας ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΩΣ Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΒΑΤΗ ΜΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗ.


Σημείωση: Η Πρωτοβουλία Χριστιανών κατά του Εθνοφυλετισμού, Νεοφασισμού, Νεοναζισμού καλεί τους πολίτες να ξεπεράσουμε τις όποιες αναστολές, επιφυλάξεις, επιμέρους διαφοροποιήσεις ή ακόμη και ιδεολογικές και λοιπές περιχαρακώσεις, αλλά και το αίσθημα ή το κλίμα της αυτοπαραίτησης και ηττοπάθειας, και να υπογράψουμε με αποφασιστικότητα το Αίτημά της (Petition) προς την Ιερά Σύνοδο, για συνοδική καταδίκη του φαινομένου. www.gopetition.com/petitions/πρωτοβουλία-χριστιανών-κατά-τ.html

28 Μαρ 2013

Μάτια Πράσινα




Τα μάτια πράσινα
Καθότι
Αντιφεγγίζουν
Τον ποταμό
Που αργοκυλά
Στο δρόμο της βελανιδιάς

Σε ώρες σκοτεινιάς
Γκριζάρουνε
Στου βένιου το σταχτί
Με την κόρη μεστωμένο
Καστανόχωμα βαμμένη

Κλωστές από τα χρυσαφιά
Φθίνοντα πεφταστέρια
Ενός αιωνόβιου πλάτανου
Διαχέουν το φως
Τη λάμψη της καρδιάς

Στεφανωμένη η ίριδα
Βασιλικό πολτό και μέλι
Μιας ηλικίας ώριμης

Κι αν οι κόχες τους βαθαίνουν
Σε σπηλιά
Κι αν τα βλέφαρα βαραίνουν
Και στον άνεμο
Κρατιούνται πιο κλειστά
Κι αν οι πόροι τους στερέψαν
Από δάκρυα

Κάτι απ’ τη σπίθα
Συμπυκνώνουν
Του παλαίμαχου αετού

Με επίγνωση εαυτού
Στοχάζεται τον κόσμο
Από ψηλά

Μάτια πράσινα
Καθότι
Στο βυθό σας 
Η ομορφιά του κόσμου

[Σχεδίασμα ατελές, στον Δ.Π.]

27 Μαρ 2013

Ο Αίαντας



EΥΗ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ-ΠΙΣΙΝΑ, Σπουδή για εξώφυλλο βιβλίου.
Ακρυλικό σε χαρτί. Ιούνιος 2012.
 
Είχε γείρει το κεφάλι της στο γυμνό μου πόδι. Το στήθος της σε κάποια έξαρση, σφιχτό, το κορμί χυμένο απαλά σε ελαφριά υγρασία, καρπό μιας πολύπλευρης συγκίνησης. Την άγγιξα με τ’ ακροδάχτυλα στο λαιμό. Καμία αντίδραση. Με μία δρασκελιά θα έμπαινα μέσα στο σώμα της χωρίς αντίσταση, έτσι ένιωθα. Αν πλησίαζα το χέρι μου στο δασώδες ανεξερεύνητο σημείο του κορμιού της, τα πόδια της θα υποχωρούσαν μαλακά…
«Δεν χρειάζεται να μου λες τόσα πειράγματα, το ξέρω ό,τι με θέλεις, μην προσπαθείς άλλο να κρυφτείς», μου είπε γελαστά και ζεματίστηκα.
«Εσύ, με θέλεις;»  τη ρώτησα.
«Να σου περιγράψω, ή να δεις», με αντιρώτησε, και μόνη της επέλεξε το δεύτερο. Το δάχτυλό μου ήδη γλιστρούσε μέσα στο κορμί της, το οποίο αναδιπλώθηκε, αλάφρυνε και μίκρυνε. «Στήριξέ με», μου είπε, κι ορθώθηκα, έγινα γίγαντας, έγινα Αίαντας και πατώντας πάνω στη γη με τις δυο πατούσες μου σε ανατολή και δύση, σήκωνα με το δάχτυλο από τα έγκατά της τη γυναίκα. Χαλαρά ανάδεψε τα πόδια της σε περιστροφή και άρχισε να γυρίζει γύρω από άξονα. Τίναξε τα δυο της χέρια, βοηθώντας και με τα μπράτσα της την περιστροφική κίνηση. Έγειρε πίσω το κεφάλι, έκλεισε τα μάτια. Σε λίγο έπιασε την ταχύτητα του φωτός, κι εγώ μαζί της μετεωριζόμουν τώρα στο διάστημα και περιηγούμασταν τον ένα γαλαξία μετά τον άλλο...
«Τι θέλεις πια να δεις;» τη ρώτησα…
«Ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει, ό,τι είναι ενδιαφέρον», μου απάντησε. Μα σαν ένιωσε πως ίσως να κουράστηκα, ή να βαρέθηκα, με οδήγησε να ξαπλώσω απαλά πίσω στο στρώμα μας. Το κορμί της από πάνω μου έπαιρνε τις κανονικές του διαστάσεις, το στήθος της με βάραινε, ο ιδρώτας είχε μια ηδονική οσμή. Με μισή περιστροφή ακόμα βρέθηκε από κάτω και με οδήγησε μέσα της. Καιρός ήταν, γιατί το ένα κεφάλι κόντευε να συναντήσει το άλλο, και τώρα βυθιζόταν ευχάριστα σε ζεστή φωλιά. Με κινήσεις ανεπαίσθητες με άφηνε όλο και πιο βαθιά μες στο κορμί της, και δεν είχα ξαναδεί γυναίκα να δίνεται έτσι.
«Με σήκωσες από νεκρικό λήθαργο», μου έλεγαν τα μάτια της, που έλαμπαν από χαρά, κι εγώ –παράξενο– τα διάβαζα κατά γράμμα… «Πάρε με», συνέχιζαν σε γλυκύτερους τόνους, και σαν να εννοούσε ότι μου χαριζόταν ολόκληρη μέχρι τα κατάβαθα της ψυχής της. Απολάμβανα τον σωματικό της τρόπο να το κάνει αυτό…
Λίγο μετά, ένα άγχος με κυρίευσε προς στιγμήν … Πολύ μεγάλη η ευθύνη.
Και πάνω στην ώρα που εκείνη λυνόταν σε ένα κλάμα λυγμικό, ακατάσχετο, κι εμένα λύνονταν τα λαγόνια μου, κόβονταν τα πόδια μου και τινασσόταν το είναι μου μαζί με τους χυμούς μου, δυο άλογα ξεχύνονταν αχαλίνωτα και παίζοντας στην ορεινή πεδιάδα. Το σεντόνι έγινε αραχνοΰφαντο πέπλο και μ’ αυτό προσπάθησα να τη συγκρατήσω. Τίναξε τον ατίθασσο λαιμό της, κοίταξε με τα βαθιά μαύρα μάτια της τα βαθυπράσινα δικά μου, χλιμίντρισε απαλά, έσκυψε το κεφάλι και λευτερώθηκε από το απαλότατο εκείνο πέπλο, που ποτέ δεν υπήρξε μήτε λάσσο μήτε χαλινάρι…
Θα έρχομαι κοντά σου όσο επιθυμώ, αλλά δεν θα με δέσεις ποτέ, μου είπε. Πικράθηκα γιατί την ήθελα, ήθελα να την κρατήσω για πάντα δίπλα μου, την ήθελα δικιά μου… Κοίταξα τα μάτια της τα κάπως αθώα κι ανυποψίαστα, γεμάτα αγάπη και αφοσίωση και νόμισα ότι κινδύνευα να τα χάσω διαπαντός. Έριξα τα δικά μου στο έδαφος και άρχισα να τρέχω, με το νου θολωμένο. Ό,τι γίνει ας γίνει μια ώρα αρχύτερα. Αλλ’ ω! Απρόσμενη έκπληξη… Να τη κοντά μου, ένα βήμα δίπλα, χοροπηδηχτή, τινάζοντας με νάζι τη χαίτη, με χάρη το λαιμό.

***
«Θα φτάσουν οι πατάτες για τα παιδιά;» τη ρώτησα.
Ρουθούνισε και σκούπισε με το μανίκι της φόρμας το μέτωπό της. «Γύρισέ μου πάνω τα μανίκια», μου είπε τείνοντάς τα μπροστά, ενώ πρόσεχε να μη με τρυπήσει με το μαχαίρι. Η ποδιά, γεμάτη λαδιές, η φόρμα παλιωμένη… Την έπιασα απ’ τη μέση κι έσκυψα τάχα να δω τη φριτέζα.
«Θα βάλω κι άλλη τηγανιά», μου είπε, «αλλά κάνε πιο πίσω, θα μυρίσεις τηγανίλα».
Σε λίγο έτρωγα μαζί με τα παιδιά τηγανητές πατάτες… Τα άλλα αν είχαν συμβεί στ’ αλήθεια χθες ή προχθές ή πριν δέκα χρόνια ή στους καιρούς του ονείρου δεν θυμόμουν πια. Μπούκωνα πατάτες με κέτσαπ και γελούσα κι εγώ σαν παιδί…
«Κι ύστερα ήρθε ο πρίγκιπας και ξύπνησε τη βασιλοπούλα;» με ρωτούσε ο ένας…
«Και αλήθεια κοιμόταν εκατό χρόνια;» ήθελε να μάθει ο άλλος…
«Εγώ δεν θέλω να κοιμηθώ ούτε λεπτό, ποτέ δεν θέλω να κοιμηθώ», είπε η μικρότερη…
«Μα το ξέρω καλά αυτό», της είπα και τη φίλησα.
«Αν δεν κοιμηθείς, δεν θα δεις τον πρίγκιπά σου!» είπε ο πρώτος.
«Εσύ δεν θα δεις τον πρίγκιπά σου»!
«Στα κρεβάτια τώρα, χωρίς άλλη κουβέντα…, αύριο σχολείο», είπε η μαμά.
Με την αναγκαία σχετική γκρίνια, υπακούσαμε…
Σαν κοιμόνταν οι μικροί θα φιλούσα πεταχτά αυτά τα χείλη με τη γεύση από κέτσαπ… Και σ’ αυτό θα έπρεπε να αρκεστώ κι εγώ… Μα δεν είχα κι άλλα κουράγια. Να έπαιζε κάτι καλό η τηλεόραση…


25 Μαρ 2013

Ευαγγελισμός, κι η Θάλασσα χρυσίζει...




Έργο του Σπύρου Βασιλείου
Μέρα μουντή. Ο ουρανός έτοιμος να κλάψει. Περπάτησα μόνη μου ώρα πολλή πάνω στο βουνό, ανεβαίνοντας πλαγιά πλαγιά από Μελίσσια προς Πεντέλη, πάνω στο χώμα. Πιο καφέ, ομαλό και υγρό στην πλευρά των Μελισσίων. Εκεί φυτρώναν ανεμώνες. Πιο πετρώδες, κακοτράχαλο καθώς ανέβαινα ψηλότερα. Πατούσα απαλά πάνω στα θυμάρια και τα ρείκια, πηδούσα καμένα και παρατημένα κλαριά. Ξαπόστασα στη θέση «Πέτρες», πάνω σ’ ένα σχιστόλιθο. Είναι η αγαπημένη μου θέση οι Πέτρες, αυθόρμητο δικό μου το τοπωνύμιο, κι ο θρόνος μου σκληρός. Είχα ανάγκη αυτή την επαφή με τη φύση, μακριά από τις ειδήσεις και τον «πολιτισμό». Είχα ανάγκη τη μακρινή θέα. Είχα ανάγκη τη σωματική κόπωση. Κίτρινες μαργαρίτες, άγρια σκυλάκια, και άλλα ταπεινά αγριολούλουδα που δεν ξέρω το όνομά τους ήταν η συλλογή εδώ. Ο αέρας ξύριζε, και το μπουκέτο μου κινδύνευε να μαδήσει, αλλά άντεχε…
…Γαβριὴλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται.
25 Μαρτίου 2010, σύσταση του ευρωμηχανισμού.
25 Μαρτίου 2013, ένταξη της Κύπρου, αρχή του Γολγοθά και για το νησί της Αφροδίτης
25 Μαρτίου, κάθε χρόνο, στον παροντικό και εσχατολογικό λειτουργικό χρόνο, δηλαδή σήμερον
τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον,
καὶ τοῦ ἀπ' αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις·
ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς τῆς Παρθένου γίνεται
Θέλω να το νιώσω αυτό, το νιώθω στα βουνά, με τους φίλους μου τα άγρια σκυλιά…
Στην πολύβουη μητρόπολη των ανθρώπων, πιο κακοποιημένη έννοια από αυτή της σωτηρίας, εσχάτως, δεν υπάρχει… Κάθε λογής σωτήρες ζητούν προσκύνηση και οδηγούν όλο και πιο βαθιά στην άβυσσο.
Είμαι χαρακτήρας δυσσεβής, μα οι χρόνοι της φύσης, της αέναης ανακύκλυσης των εποχών, με φέρνουν πιο κοντά στον Δημιουργό.
Η καταστροφή που έχει συντελεσθεί στο Πεντελικό, το Χαμένο Δάσος, είναι άλλη μια υπόμνηση του προπατορικού αμαρτήματος, της απληστίας μας, του πένθους μας, σε παροντικούς καιρούς.
Αλλά τα ρείκια, τα θυμάρια, τα ταπεινά αγριολούλουδα είναι η υπόμνηση της ομορφιάς.
Διὸ καὶ ἡμεῖς σὺν αὐτῷ, τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν·
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ!
25 Μαρτίου 1821, συμβολική απαρχή της Ελληνικής Επανάστασης.
Η επανάσταση του καιρού μας πρέπει να είναι διαρκής, ταπεινή, και ο ηρωισμός της η αντοχή στη διάρκεια, η σύνεση και η συνεργατικότητα. Η αλλαγή ήθους και ρότας στα πολιτικά πράγματα.
Ο ήλιος βυθίζεται στη θάλασσα, κι η θάλασσα χρυσίζει. Ένα ιστιοφόρο ανοίγει τα πανιά, μα για μισεμό μα για προκοπή. Κι οι ποδηλάτες με τα μέσα τα μηχανικά, με μόνη δύναμη των ποδιών τους, δίχως χρεία καυσίμων, συνεννοούνται. Πρέπει να δυναμώσουμε τα πόδια μας, ν’ ανοίξουμε τα πνευμόνια μας… Θα συμπορευτούμε σε μεγάλη ανηφόρα.
Μια ισχνή και χλομή παπαρούνα ήταν η τελευταία συλλογή της πρωινής μου βόλτας. Άλικη παπαρούνα, ισχνή, χλωμή κι αδύναμη, αμυδρή υπόμνηση της ανάστασης.