1 Αυγ 2014

Τα φασολάκια







Τα φασολάκια είναι χλοερά, τρυφερά και όμορφα. Τα φασολάκια είναι ατέλειωτα.

Κάθομαι στη βεράντα και καθαρίζω φασολάκια. Δεν είναι για μένα αυτές οι δουλειές. Δεν είμαι υπομονετικός άνθρωπος. Δεν ξέρω από ραχάτι, όλο τρέχω.

Ο Θεός μας λυπήθηκε και φυσάει ένα ελαφρύ αεράκι. Ένας πλάγιος ήλιος μου χαϊδεύει την πλάτη. Φόρεσα καπέλο, το πλατύγυρο, ψάθινο καπέλο, δώρο της πολυαγαπημένης μου Ιωάννας. Η μεσημβρινή ησυχία είναι απόλυτη. Νιώθω πως είμαι στην παραλία. Μα δεν είμαι, σπίτι είμαι. Όσο θέλει ο Θεός και έχουμε σπίτια.

Είμαι καλύτερα από την παραλία. Πίνω αργά τον καφέ μου. Χωράνε στο τραπεζάκι μου, ο καφές, το κρύο νερό, τα φασολάκια κι ένα βιβλίο. Το «Οψόμεθα τον Θεό καθώς εστί» του γέροντα Σωφρονίου Σαχάρωφ. Το τελειώνω το βιβλίο. Το τελειώνω και γίνομαι λιγότερο ατελής, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων μου. Παρέα με το βιβλίο πάει το κομποσχοίνι. Όχι το μεγάλο, το κατοστάρι, το πιο μετρημένο των ενήλικών μου χρόνων. Το 33άρι. Πάει να διαλύσει κι αυτό. Μα δεν πιάνω το κομποσχοίνι καθώς διαβάζω.

Είπαμε: Καθαρίζω φασολάκια. Κάνω μεσημέρι, διαβάζοντας και καθαρίζοντας φασολάκια. Τα φασολάκια είναι κομποσχοίνι. Ευτυχώς, τα φασολάκια είναι ατέλειωτα.

Δεν έχω φωτογραφία να βάλω. Δάνεισα τη φωτογραφική στα παιδιά, που πήγαν διακοπές. Δεν έχω φωτογραφία, αλλά εσείς έχετε φαντασία.

Κάποιο φασολάκι ίσως είναι κάποιος από σας. Δεν σημαίνει κάτι αυτό, είμαι ανάποδος άνθρωπος. Σημαίνει μόνο πως μπήκαμε στο μήνα Της, και το λένε τα πουλιά, το λέει το αεράκι, το λεν τα φασολάκια, το λεν οι συγγνώμες και οι ευχές. Γιορτάζουμε. Προεορτάζουμε κι ετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη γιορτή.

Καλό μήνα και καλή Παναγιά!


Σημ. Η φωτογραφία είναι μαϊμουδιά. Τα δικά μου φασολάκια θα μπουν αργότερα στη χύτρα.

31 Ιουλ 2014

Είτε



Έρημη Χώρα, του Loccus



Είτε ηχούν οβίδες
Είτε συρίζουν τα καλάσνικοφ
Καθώς τις σφαίρες τους βυθίζουν
Σε μελαμψό κορμί

Είτε στη σιγή
Με έναν τελευταίο παφλασμό
Χάνεσαι, ψυχή μου,
Στο αχερούσιο νερό

Είτε με εκκωφαντική αλαζονεία
Οι δράστες αθωώνονται
Είτε στη σιωπή
Τα θύματα τυλίγονται

Θ’ αναζητώ
Τον ήχο του τζιτζικιού
Που με ησυχάζει κάθε μεσημέρι
Της θάλασσας το φλοίσβο
Που διατρανώνει
Πειστικά πως είναι καλοκαίρι

Τον άνεμο
Που περνά γλυκά μες στις πευκοβελόνες
Τα καρφιά στο ηδύτατο κορμί σου
Που βάφουν παπαρούνες
Σσσσ...
Τζιτζίκι απλώς να ξάπλωνα
Να σε υμνούσα ζαλισμένη από τη ζέστη
Με ένα τραγούδι αδιάλειπτο
Ύμνος και κλαυθμός

Παραδίδομαι ολότελα
Σου παραδίδομαι
Το πηχτό σκοτάδι
Λαχταρά δυσωπώντας το ανέσπερο Φως.

(31 Ιουλίου 2014)

Νηπενθής κοινωνία ή βαρύτατο πένθος;




Μας έμεινε μια έρημη καμπάνα, να σημαδέψουμε το πένθος της βαρύτατης χθεσινής μέρας.





Η ακουαρέλα της Pauline Gallagher.

30 Ιουλ 2014

Η Κοινωνία στη Φυλακή; Όχι ευχαριστώ.



Street Art, του Borondo (Ισπανία).

[Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών (Σαββατοκύριακο),
Αρ. φύλ. 498, 19-20 Ιουλίου 2014, σ. 78].

Με το τελευταίο νομοθέτημα για τις φυλακές, που ψηφίστηκε από το Α’ θερινό τμήμα της Βουλής, μοιάζει να αγνοούνται κοινωνικές κατακτήσεις αιώνων, αλλά και να αμφισβητείται η ίδια η ανθρώπινη διάσταση του ποινικού καταδίκου. Με την εισαγωγή των κελιών τύπου Γ΄ οι κρατούμενοι δεν αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι, αλλά οδηγούνται σε ψυχική και φυσική εξόντωση. Η πολιτική αυτή είναι κόλαφος για την κοινωνία μας, τις αρχές του δικαίου και την ανθρωπιά.

Η εικόνα των φυλακών της χώρας μας είναι ήδη τριτοκοσμική. Τόσο η δραματικότητα των συνθηκών, όσο και οι θάνατοι σε κελιά καθώς και η απεργία πείνας των κρατουμένων, λίγες μέρες πριν ψηφιστεί το νομοσχέδιο, δύσκολα βρίσκουν το δρόμο τους στη συνείδηση του πολίτη. Το μιντιακό καρτέλ της σιωπής φροντίζει γι’ αυτό. Αλλά ακόμα και όταν η πληροφορία φτάνει, η ελληνική κοινωνία παραμένει συχνά παγερά ασυγκίνητη, και ο κοινωνικός αυτοματισμός καλά κρατεί.

Ο μέσος πολίτης θεωρεί πως οι φυλακές αφορούν κάποιον άλλο, και όχι αυτόν. Αυτό δεν είναι παρά –άλλος ένας– (μικρο-)αστικός μύθος. Σήμερα μπορεί πολύ απλά να βρεθείς φυλακή, αλλά το ζήτημα είναι αλλού: ότι το νομοσχέδιο έχει στόχο την καταστολή της κοινωνίας, μέσω ενός αποτρεπτικού παραδείγματος, όχι τον σωφρονισμό του καταδίκου.

Ήδη η θεώρηση των κρατουμένων ως υπανθρώπων συνιστά μια ρατσιστική κατασκευή. Η «άσπιλη» (ή η εξαντλημένη και αποπροσανατολισμένη) κοινωνία βάζει ως προτεραιότητα την προστασία της και αδιαφορεί για εκείνους που υποτίθεται ότι την απειλούν. Ένα μανιχαϊστικό άσπρο μαύρο επικρατεί που δεν έχει καμία σχέση ούτε με την πραγματικότητα, ούτε όμως με τις πνευματικές παραδόσεις τούτου του τόπου.

Ο συγκεκριμένος νόμος συνεπάγεται μια προνεωτερική οπισθοδρόμηση που ανάγεται σε καιρούς πριν τον Τσεζάρε Μπεκαρία και τη θεμελίωση της σύγχρονης ποινικής αντίληψης. Πέραν τούτου: εδώ καταλύονται αρχέγονες πανανθρώπινες αρχές, όπως αυτές που είχε εκφράσει ο Πλάτωνας στον Πρωταγόρα, όπου διακρίνεται το κολάζειν και το τιμωρεῖν, αλλά και επισημαίνεται ο παιδευτικός χαρακτήρας της ποινής (324Α-C). Εξάλλου, στην αρχαιότητα, και οι σοφιστές με τη σχετικοκρατία τους ανέδειξαν την πολλαπλότητα της αντίληψης για το δίκιο και το άδικο, κάτι που δεν διευκολύνει την οικοδόμηση κάστρων μονοσήμαντης δικανικής βεβαιότητας ή και αυθαιρεσίας.

Η χριστιανική παράδοση είναι επίσης φιλικότατη προς κάθε απόκληρο – και τους ποινικούς εγκληματίες. Στο ζήτημα οδηγείται από το Ευαγγέλιο της Τελικής Κρίσης: «ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθατε πρός με» (Μτ. 25: 36), λέει ο Χριστός, θέτοντας την στάση αυτή, που εκφράζεται με τη μέριμνα για κάθε φυλακισμένο, ως πυλώνα σωτηρίας. Σε αυτό επιμένουν και οι Πατέρες, όπως ο Χρυσόστομος: «αἰσχυνέσθωσαν οἱ λέγοντες, Μὴ εὖ ποίει τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς», δηλαδή, να ντραπούν όσοι λένε να μην ευεργετούμε τους φυλακισμένους.[1] Στις φυλακές και τα κάτεργα ανδρώθηκε συγγραφικά ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, που συνδυάζοντας την εμπειρία του με την ανατολική πνευματική παράδοση διατρανώνει τη διαφορά ανάμεσα στην ποινική και την ποιμαντική αντιμετώπιση του εγκληματία: η πρώτη καταδικάζει, η δεύτερη σώζει.[2] Αυτή την παράδοση υπηρετούν σήμερα ιερείς που διακονούν στις φυλακές, όπως ο π. Γερβάσιος Ραπτόπουλος, με δράση υπέρ των φυλακισμένων σε 90 χώρες, εκτός των άλλων με χιλιάδες απελευθερώσεις στο ενεργητικό του χάρη στην καταβολή εγγυήσεων ή προστίμων.

Ήδη, η Πρωτοβουλία Χριστιανών κατά του Εθνοφυλετισμού, Νεοφασισμού, Νεοναζισμού ύψωσε σθεναρά τη φωνή ενάντια στο νομοσχέδιο από το ομώνυμο blog και το δίκτυο των μελών της.

Μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση του σωφρονιστικού συστήματος είναι εφικτή. Ένα τέτοιο συγκλονιστικό παράδειγμα μας δίνει στο βιβλίο του Ο Ήχος της Χειροπέδας: Ο Κόσμος του Χρήστη (Μαΐστρος, 2010), ο συγγραφέας του Δημήτρης Ελεύθερος, γνωστός και ως «Φαντομάς του Κολωνακίου». Ο Δημήτρης ήταν για 25 χρόνια στην πρέζα, τα περισσότερα έμπορος, και πέρασε 17 χρόνια πίσω από τα σίδερα, σε πλείστα όσα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας. Στο βιβλίο του περιγράφει τη σκληρή πραγματικότητα των φυλακών, δίχως ωραιοποιήσεις και συχνά με ονοματεπώνυμα. Πάνω από όλα όμως περιγράφει την πορεία του επιστροφής και ένταξης στην κοινωνία, μέσω ενός άλλου παραδείγματος σωφρονιστικής αντιμετώπισης που συνάντησε ο ίδιος στον Ελαιώνα Θηβών.



Street Art, του Ernest Pignon-Ernest (Λυών, Γαλλία).

Αυτό, και άλλα πολλά παραδείγματα εμπιστοσύνης που γεννά την ελπίδα είναι η δική μας προτεραιότητα για το ποινικό σύστημα.

Παρά τις τελευταίες εξελίξεις, μπορούμε και οφείλουμε να πιάσουμε το ζήτημα από την αρχή. Γιατί βασικό στοιχείο μιας κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς είναι η εικόνα του σωφρονιστικού της συστήματος. Εξάλλου, ούτε η μοιρολατρία, ούτε ο ετεροκαθορισμός των προτεραιοτήτων είναι ο δρόμος της δημοκρατίας.

---------------------------

[1] Εἰς τὰς Πράξεις, ΝΔ’, β’ / PG 60, 375[Ca].


[2] Αδερφοί Καραμάζοβ, μτφρ. Άρη Αλεξάνδρου, μέρ. 1, βιβλ. ΙΙ, τόμ. 1, Αθήνα: Γκοβόστης, χ.χ., σσ. 70-80. Σύγκρ. και Το Ημερολόγιο ενός Συγγραφέα, μτφρ. Μίνας Ζωγράφου, Αθήναι: Εκδ. Σπ. Δαρεμάς, χ.χ., σσ. 557-571. 



22 Ιουλ 2014

Σκεύος Κεραμέως




Είμαστε σάρκινοι, αλλ' όχι σαρκικοί. Μέσα από τη σάρκα μας, μέσα από τον ψυχισμό μας, καλούμαστε σε ένα ταξίδι πολλαπλώς ενδιαφέρον και περιπετειώδες. Πώς να μην εξαντληθούμε στη σαρκική και ψυχική μας ύπαρξη αλλά να είμαστε πνευματικοί άνθρωποι. [Και δεν ομιλώ για τα κνώδαλα που αυτοσυστήνονται ως πνευματικοί άνθρωποι μέσω lifestyle περιοδικών].

Είχα τη χαρά και την πολύ λεπτή συγκίνηση να γνωρίσω την αυγή της ζωής στο πρόσωπο ενός βρέφους πολύ αγαπημένου φίλου. Και βλέπει κανείς πώς η σωματικότητα δεν είναι παρά το πρώτο απλώς επίπεδο επίγνωσης των ανεπίγνωστων, γλυκύτατων νεοσσών. Μόλις του μιλήσεις, του χαμογελάσεις, το κοιτάξεις στα μάτια, ανταποκρίνεται και σου μιλά, σου γελά, σε κοιτά στα μάτια. Σου λέει : "είμαι κουρασμένο, τώρα, πεινάω κιόλας, αλλά να, θα κάνω λίγο υπομονή, γιατί με απασχολεί και με ενδιαφέρει πάνω από τη νύστα μου, πάνω από την πείνα μου, η ανθρώπινη επαφή. Μ' ενδιαφέρει να σε συναντήσω".

Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, διαβάζω.

Και σκέφτομαι ότι ο Θεός ημών εθεάθη εν σαρκί. Και μας δείχνει τι είναι Θεός και τι είναι άνθρωπος. Γι' αυτό λέγεται Υιός Θεού αλλά και Υιός ανθρώπου.

Το μυστήριο της Ενσάρκωσης είναι τόσο ακατανόητο στον σύγχρονο άνθρωπο. Γιατί προσκρούει σε μια νόηση πλήρως περιφραγμένη στην ίδια της την περηφάνια. Ο Θεός είναι ισχυρός και συνάμα υπηρέτης και βοηθός του ανθρώπου στο πλαίσιο αυτής της λογικής, για τους προσκυνητές της δύναμης.

Ο δρόμος του θανάτου, της σταυρικής ατίμωσης, της συνάντησης με τον Άδη, είναι κάτι αδιανόητο στον σύγχρονο άνθρωπο. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που δεν αναζητούν τη δύναμη, αλλά τον Άναρχο.

Και όμως, εκεί η υπέρτατη ηδύτητα, το φως που εν τη σκοτεία φαίνει, η διαυγέστερη και διαρκέστερη ηδονή.

Ο Θεός μας, που έγινε πηλός, μας έδειξε τι μπορεί να κάνει τούτο το σκεύος κεραμέως.

13 Ιουν 2014

Άνθρωποι Διαβατάρικα Πουλιά...



ΕΥΗ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ-ΠΙΣΙΝΑ, Αγναντεύοντας. Τοπίο του νου.
Ακρυλικό σε χαρτί Modigliani, Candido, 320 gr.
Διαστάσεις 35 x 25 cm. Μάιος 2012.


Ανέμελα πετάνε τα πουλιά διασχίζοντας ωκεανούς και θάλασσες, κυνηγώντας το γλαυκό και το κίτρινο του καλοκαιριού. Τα ζώα τα άγρια δεν κουράζονται να ακολουθούνε τους καιρούς, τον ήχο του νερού, τα άλλα ζώα, το χορτάρι.

Κι ο άνθρωπος, στον πιο βαθύ πυρήνα του είναι τροφοσυλλέκτης, και κατόπιν κυνηγός τροφής. Κι ας έφτιαξε οικισμούς και μονιμότερες εγκαταστάσεις φιλιώνοντας με τη γη, δαμάζοντάς τη, πάντα ήταν έτοιμος να μεταχειριστεί τα δυο του πόδια, ή τα πρώτα εργαλεία που φτιάχνουν ταπεινά τα δυο του χέρια, για να μετακινηθεί, να ξεφύγει τον κίνδυνο, να αναζητήσει καλύτερη τύχη. Αν δεν μπορεί να το κάνει είναι άνθρωπος δεμένος με αλυσίδες, άνθρωπος δέντρο...

Κι εγώ δεν είμαι έτοιμη... Δεν είμαι έτοιμη για τη γιορτή, ο νους μου δεμένος με αλυσίδες, με σκοινιά, αγκυροβολημένος γύρω από το εγώ...

Οι μεγάλοι πολιτισμοί σχηματίστηκαν δίπλα στο νερό, το πλούσιο και πλωτό, γλυκό ή αλμυρό. Οι μεγάλες αφηγήσεις που ορίζουν τη ζωή, τον πολιτισμό, την πίστη συνδέονται συχνά με μια μετακίνηση.

Ο Άβραμ καλείται να φύγει από την πατρογονική γη Χαρράν στη Μεσοποταμία, να περιπλανηθεί, προτού καταλαγιάσει στη γη Χαναάν, γενεί Αβραάμ και άξιος της Διαθήκης. Η Γη της Επαγγελίας, λύτρωση από τη χώρα της σκλαβιάς είναι στην πραγματικότητα ένα ταξίδι των Εβραίων, διαμέσου της θαλάσσης, μέσα στην έρημο, μια περιπλάνηση 40 χρόνων. Η γυναίκα του Λωτ, πάλι, γίνεται στήλη άλατος, γιατί δεν μπορεί να αποχωριστεί τις γεωγραφικές συντεταγμένες ενός παρελθόντος που σκορπά το θάνατο.

Στα καθ’ ημάς, η σοφία του Οδυσσέα συνδέεται με τις περιπλανήσεις του στο μεγάλο ταξίδι επιστροφής προς την Ιθάκη. Η ανάπτυξη ενός πολιτισμού, αρχαίου, με το πέρασμα στ’ αντίπερα του Αιγαίου.

Κι εγώ δεν είμαι έτοιμη... Η βαθύτερη έγνοια της ζωής μου συνδέεται με την έννοια της ξενιτείας, αλλά η ξενιτειά είναι φαρμάκι και καημός.

Το βρέφος Ιησούς έφυγε κυνηγημένο και κατέφυγε στην Αίγυπτο για να γλιτώσει από τον βρεφοκτόνο Ηρώδη. Κινδύνευε τον έσχατο κίνδυνο.

Ο προαιώνιος Λόγος κένωσε εαυτόν, ξενιτεύτηκε από τον ουρανό, ώστε να αναδεχθεί εκουσίως την ανθρώπινη κατάσταση και να υποστεί εκουσίως τον έσχατο κίνδυνο.

Ναι αλλά εγώ δεν είμαι Αυτός... Και δεν μπορώ να παραιτηθώ από τη ζώνη της δικής μου ασφάλειας.

Οι λαοί πάντα μετακινούνταν. Και η ιστορία γνωρίζει πλήθος μεγάλες μετακινήσεις των λαών. Η κατάληξη αυτών των μετακινήσεων ήταν άλλοτε σφροδρή σύγκρουση πολεμική, άλλοτε ειρηνική διείσδυση και συνύπαρξη. Συχνά οι μετακινήσεις των λαών έθεταν σε μια οριακή κρίση όχι μόνο το επίπεδο πολιτισμού αλλά και την πνευματική, ηθική και φυσική ικμάδα ενός λαού.

Ζώντας σε μια τεχνολογική ασφάλεια, πιστεύουμε (θέλουμε να πιστεύουμε) ότι η φύση και η ιστορία μπορεί να δαμαστούν. Ότι τα προϊόντα αντιγήρανσης θα εμποδίσουν τα γηρατειά, ότι η ιατρική και η βιοτεχνολογία θα νικήσει ίσως ακόμα και το θάνατο. Μια γραμμική αντίληψη της ιστορίας γεννάει μέσα μας την ψευδαίσθηση της συνεχούς προόδου. Η γενιά μας μην έχοντας γνωρίσει πολέμους, παρά τους λεγόμενους περιφερειακούς, έχοντας μεριμνήσει για παιδιά και εγγόνια, διασφαλίσει τα γηρατειά, δυσκολεύεται πολύ με τις απροσδόκητες αλλά και αναπόδραστες ανατροπές των συνθηκών ή και της ίδιας της ζωής της.

Χτίζουμε τείχη. Κάνουμε την Ευρώπη φρούριο, να την προασπίσουμε έναντι των εξωτερικών εχθρών. Κάνουμε την Ευρώπη φυλακή, που τη μαστίζει η κλεισούρα, η αλληλοεκμετάλλευση και η χολέρα.

Ίσως έτσι να είναι... Ίσως ο ανοιχτός αέρας είναι υγεία.

Οι ‘εχθροί’ δεν είναι οπλισμένοι. Έρχονται όμως αδιάκοπα. Και μια ρητορική που αρέσκεται να θρέφει το φόβο, αυτή η ίδια που θέλει να καθυποτάξει εμάς, μας κάνει να ζούμε με φόβο και να βλέπουμε εχθρό εκεί που απλώς είναι ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος άοπλος, ένας άνθρωπος σε κίνδυνο.

Και εκθρέφοντας τα πιο φονικά μας ένστιχτα μας κάνει να στρεφόμαστε εναντίον του αδυνάτου, αντί να στραφούμε εναντίον του δυνατού. Δεν αφήνει να δούμε στον άλλο τη δυνατότητα μιας σχέσης που μπορεί να χτιστεί σε πολλά επίπεδα.

Η Χίβα. Η Χίβα... Έφυγε κυνηγημένη από τα κουρδικά εδάφη του Ιράν, διωγμένη ως φεμινίστρια επειδή υποστήριζε το δικαίωμα των γυναικών στη μόρφωση –και ενώ η δασκάλα της δολοφονήθηκε–, πέρασε στο Ιράκ, από εκεί στην Τουρκία... και με τα χίλια βάσανα κατόρθωσε να φτάσει ώς εδώ. Μια νύχτα μου είπε την ιστορία της.

Τη δυνατότητα μιας σχέσης διέκρινα όταν μια πολύ ευγενική κυρία με πήρε στο τηλέφωνο, ρωτώντας με αν εκδίδουμε ποίηση. «΄Οχι», απάντησα στερεότυπα και κάπως σκαιά, «μόνο δίγλωσσες μεταφράσεις έργων μεγάλων ποιητών έχουμε μέχρι τώρα εκδώσει». Αντί στη στερότυπή μου απάντηση να αισθανθώ τη με χίλιους τρόπους εκφρασμένη ανταπάντηση «μα κι εγώ, παραγνωρισμένος μεγάλος ποιητής είμαι», κάτι διαφορετικό μου είπε η Χίβα. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς, θυμάμαι όμως ότι η πολύ μεγάλη της ευγένεια με οδήγησε να της κλείσω ραντεβού. Ραντεβού που κατέληξε στην έκδοση ενός ποιητικού βιβλίου, για το οποίο είμαι περήφανη.

Η Χίβα και σήμερα περνάει πολύ μεγάλες δυσκολίες σε αυτή τη χώρα, έχει όμως μεταφράσει Αισχύλο και πολλούς Έλληνες συγγραφείς και ποιητές στα κουρδικά, πονάει τη πατρίδα μας περισσότερο από εμάς τους ίδιους.

Δεν είμαι έτοιμη να αντέξω άλλο πόνο, θλίψη, κλάμα. Και οι πιο ευαίσθητοι από εμάς φτάνουμε να κλείνουμε τα αυτιά στη θλίψη και τον πόνο των μεταναστών, αυτών που καταλήγουν στα βαθιά μπλε νερά του Αιγαίου, αυτών που σαπίζουν στο λασπερότατο βούρκο τούτης της κοινωνίας μας. Μοιρολόι, τραγούδι, ποίηση.

Ο Ρόνι είναι ο δάσκαλός μου των αραβικών. Πριν γίνει δάσκαλός μου, ήρθε μια μέρα για να προτείνει συνεργασία με τον εκδοτικό μας οίκο. Η σπίθα του συνάντησε την τρέλα μας, και η συνεργασία άρχισε. Η συνεργασία αυτή προχώρησε σε πολλά επίπεδα και θα είχε προχωρήσει περισσότερο αν δεν ήταν τόσο δύσκολοι οι καιροί. Ο Ρόνι είναι καλός δάσκαλος. Με μαθαίνει συνέχεια πράγματα που δεν γνωρίζω, μου απαντά σε βάθος που δεν θα έφθανα ποτέ χωρίς οδηγό, με βοηθάει να κατανοήσω έναν πολιτισμό. Είμαστε φίλοι. Η παρουσία του είναι στη ζωή μου πλούτος.

Χαρά. Η παρουσία των μεταναστών είναι χαρά, και τη χαρά σπεύδει να τη συναντήσει κανείς. Ω ναι, ποτέ δεν είμαι ανέτοιμη για τη χαρά.

Χθες βράδυ ένας αγαπημένος φίλος με έκανε κοινωνό της δικής του πραγματικότητας. Τα μαζεύει με τη γυναίκα, τα παιδάκια του, και φεύγει, γι’ άλλη γη γι’ άλλα μέρη... Η χώρα μας, πατρίδα μας, μάνα μας, ήταν πολύ αφιλόξενη γι’ αυτόν.

Το είπα στην κόρη μου και κούνησε απλά, στοχαστικά το κεφάλι. Οι περισσότεροι φίλοι της, και ιδίως οι λίγο μεγαλύτεροι φίλοι της φεύγουν, σε πορεία για το άγνωστο...

Πουλάκια διαβατάρικα, πουλάκια ξενιτεμένα...

Τι κι αν φεύγεις ή αν έρχεσαι, πουλάκι, ελπίζω να δώσει ο Θεός να φας απ’ το χεράκι μου, ή να βρεθεί για σένα ψιχουλάκι και φύλλο μαντζουράνας και βασιλικού.


Το κείμενο αυτό είναι συμμετοχή σε δι-ιστολογικό αφιέρωμα με θέμα «Σύνορα- πρόσφυγες – αλληλεγγύη», με την ευκαιρία του 4ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Χίου, το οποίο οργανώνεται από τη «Λάθρα;» – Επιτροπή Αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες Χίου.

13 & 14 ΙΟΥΝΙΟΥ

“....να σπάσουμε τα σύνορα που μας χωρίζουν.” 

 


Συμμετέχουν οι:

6οΣύνταγμα Πεζικού, Βιβλιοθηκάριος

Δυοπαιδιά κυνηγούν την ευτυχία, Rubies and Clouds – Nefosis

Άβυσσος, Ερυθρό Καγκουρό.

Κοινωνία μου, την εικόνα σου βλέπω και ΔΕΝ σουμοιάζω, Rubies and Clouds – RubiRoubinakiM


Άμμος Χαλάσσης, Τσαλαπετεινός 


Είτε το γράφουν ορθά, είτε με γιώτα, Κυνοκέφαλοι

Η μετανάστευση μέσα στα θρησκευτικά κείμενα: Θρήσκευε και επαναστάτησε

9 Ιουν 2014

Εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε!

 

 

Ποιητική και Νόημα του Κοντακίου της Πεντηκοστής


Έργο του Μάρκου Καμπάνη, μια "διαφορετική" Πεντηκοστή.

 
«Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρός τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε, καὶ συμφώνως δοξάζομεν τὸ Πανάγιον Πνεῦμα».



Με πυκνότατα νοήματα το Κοντάκιο της εορτής της Πεντηκοστής μάς ανάγει στο νόημα της γιορτής αλλά και στο νόημα του γεγονότος της Εκκλησίας.

Μια σειρά γλωσσικά παιχνίδια, όπως επαναλήψεις και αντιθέσεις, εικόνες, προσωποποιήσεις και παιχνίδια του ρυθμού, συναρθρώνουν αυτό το κορυφαίο δείγμα βυζαντινής ποίησης. Ο υμνογράφος ποιητής μάς φέρνει σε συνάντηση με το παρελθόν και το λειτουργικό παρόν, αλλά και την εικόνα της Βασιλείας, το εσχατολογικό παρόν και μέλλον.

Σε τρία μέρη, τρεις ποιητικές και μουσικές ενότητες, χωρίζεται το Κοντάκιο.

Το πρώτο από το δεύτερο μέρος διαχωρίζεται από την άνω τελεία, μια ορθή επιλογή στίξης που προτιμάται επί το πλείστον στις έντυπες εκδόσεις. Και οι δύο ημιπερίοδοι σημαδεύονται από τη λέξη ὅτε, που συνιστά επανάληψη και συνάμα ομοίαρκτη παρήχηση, ένα αγαπημένο σχήμα της βυζαντινής ποίησης σε σχέση με το λιγότερο συχνό ή ανολοκλήρωτο ομοιοτέλευτο. Δεν είναι η ρίμα το ειδοποιό γνώρισμα της βυζαντινής ποίησης, αντίθετα ο τρόπος της τέχνης της μοιάζει να προαναγγέλλει τη νεότερη ποιητική γλώσσα.

Το τρίτο μέρος χωρίζεται από το δεύτερο με ένα και, που ακολουθεί το κόμμα, καθώς αλλάζει και το υποκείμενο. Το τρίτο αυτό μέρος αποτελείται από μία κύρια πρόταση, που αφορά εμάς, στο εκάστοτε παρόν, την κοινότητα, δηλαδή την Εκκλησία που δοξάζει το Πνεύμα το Άγιο, σε αγαστή συμφωνία με όσα εκτέθηκαν προηγουμένως. Είναι μια πρόταση που έχει συμπερασματικό χαρακτήρα, είναι το μήνυμα, χαρακτηριστικό στοιχείο της τυπολογίας της βυζαντινής υμνογραφίας. Με βάση την εκάστοτε αφήγηση, ο πιστός, εν προκειμένω εμείς, η κοινότητα των πιστών είτε αιτούμεθα κάποιου αιτήματος (βοήθησον, σῶσον κ.τ.λ.) είτε υμνούμε και δοξάζουμε. Ο δοξαστικός χαρακτήρας της κατακλείδας τονίζει ακόμα περισσότερο τον πανηγυρικό χαρακτήρα της μεγάλης γιορτής.

Τα δύο πρώτα μέρη που εισάγονται με το ὅτε / ὅτε αποτελούνται από μία δευτερεύουσα και μία κύρια πρόταση το καθένα. Η δευτερεύουσα πρόταση προσδιορίζει και στις δύο περιπτώσεις τις χωροχρονικές συντεταγμένες, το εκάστοτε πλαίσιο, ενώ το κέντρο του νοηματικού βάρους πέφτει ασφαλώς στην κύρια πρόταση και τις δύο φορές. Και στις δύο δευτερεύουσες προτάσεις επαναλαμβάνεται ο τύπος τὰς γλώσσας, με διαφορετική κάθε φορά σημασία, μετεωριζόμενη από την αρχική αντονομασία από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο νόημα (από τη γλώσσα που κινείται σάρκινη μέσα στο στόμα μας, στο παραγόμενο προϊόν της δράσης της) σε μια ιδιότυπη κυριολεξία του σχήματος, που όμως συνιστά και πάλι σαφή μεταφορά, εφόσον ο λόγος δεν είναι για τη σάρκινη γλώσσα του σώματος αλλά για την πύρινη γλώσσα, τη δηλωτική της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Η πρώτη δευτερεύουσα πρόταση επικουρείται και από μια μετοχή αορίστου η οποία συνοδεύει το ρήμα της πρότασης ενισχύοντας την ενέργειά του με μια συνοδευτική νοηματική αλληλουχία, αλλά και συμβάλλοντας στη δημιουργία ρυθμού (καταβάς / συνέχεε). Η δεύτερη πρόταση ακολουθεί απολύτως το ρυθμό με το υπερβατό της σχήμα (τοῦ πυρός τὰς γλώσσας).

Και αν τα στοιχεία αυτά διαμορφώνουν έναν μετρικό, σχεδόν χορευτικό ρυθμό, ο ρυθμός εν ευρυτέρα εννοία ενισχύεται από μια σειρά ευθείες ή συγκεκαλυμμένες αντιθέσεις:

[1] ὅτε / ὅτε. Οι εισαγωγικοί χρονικοί σύνδεσμοι είναι όχι μόνο ομόηχοι αλλά και ταυτόσημοι, εντούτοις μετέχουν πλήρως στο παιχνίδι μιας όχι προφανούς αντίθεσης, που απαιτεί την ενέργεια του ακροατή για να την ξεκλειδώσει, καθιστώντας το ποιητικό παιχνίδι ενδιαφέρον. Και τα δύο ὅτε συνοδεύονται από ρήματα αορίστου χρόνου, αναφέρονται δηλαδή σε γεγονότα ιστορικά, γεγονότα του παρελθόντος.

Η πρώτη περίπτωση αναφέρεται σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε απροσδιόριστους χρόνους και καιρούς αρχέγονους, προϊστορικούς, που περιγράφονται στην Παλαιά Διαθήκη, ενώ η δεύτερη περίπτωση σε ένα εγγύτερο παρελθόν, το οποίο εύκολα και με σαφήνεια ανακαλεί η συλλογική ιστορική μνήμη, τοποθετείται σαφώς στο χρόνο και έχει καταστατική σημασία για την ίδρυση της Εκκλησίας.

Εδώ προϋποτίθεται ένας ενήμερος, επαρκής θα λέγαμε, ακροατής, που θα ξεκλειδώσει την ελλειπτικότητα του νοήματος και θα ταυτίσει τη μεν πρώτη περίπτωση με τον πύργο της Βαβέλ, τη δε δεύτερη με τα γεγονότα της Πεντηκοστής. Τα γεγονότα όμως της Πεντηκοστής, πέρα από την ιστορική τους σημασία, δεν είναι ακραιφνώς ιστορικά, παρελθοντικά. Η αναφορά είναι στη γιορτή της ημέρας. Συνεπώς, τα γεγονότα ξεδιπλώνονται παροντικά στον λειτουργικό χρόνο, όπως επίσης είναι συνάμα και αποκαλυπτικά των έσχατων καιρών.

Στην πραγματικότητα η ταυτοσημία των λέξεων καλύπτει και αποκαλύπτει σε ένα ποιητικό παιχνίδι τη διάσταση, ή μάλλον αντίθεση, από το χθες στο σήμερα. Κατά βάση το χθες ξεπερνιέται στο πλαίσιο της Πεντηκοστής, ένα γεγονός που συγκεφαλαιώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

[2] Η χρονική αντίθεση υπογραμμίζεται παράλληλα από την ουσιώδη νοηματική αντίθεση των δύο καταστάσεων. Στην πρώτη περίπτωση κατεβαίνει ο Ύψιστος, σε μια δυναμική πορεία, που τονίζεται από άλλη μια δευτερεύουσα αντίθεση [καταβάς / Ὕψιστος] [3], και συγχέει τις γλώσσες, και χωρίζει (διαμερίζει) τα έθνη. Τα έθνη γίνονται μέρος, ενώ η σύγχυση των γλωσσών σημαδεύει την απώλεια του καθόλου, της καθολικότητας και του νοήματος της ζωής. Αντίθετα, στην δεύτερη περίπτωση, την ημέρα της Πεντηκοστής διανέμει (μοιράζει σε μια διαίρεση που γίνεται πολλαπλασιασμός, πλούτος, πληρότητα) τις γλώσσες του πυρός για να καλέσει τους πάντες σε ενότητα. Οι γλώσσες του πυρός είναι μια αντονομασία και συνάμα μετωνυμία και συνεκδοχή του Αγίου Πνεύματος, μια αλληγορία και συνάμα κυριολεξία από την έποψη της οπτικής αποκάλυψης και αποτύπωσης του γεγονότος. Η χρήση όμως του πληθυντικού αριθμού δεν είναι τυχαία. [4] Γιατί υπηρετεί ξανά την ποιητική των αντιθέσεων. Τα πολλά εδώ, και ξανά ένα παιχνίδι συνειρμών μεταξύ γλωσσών και γλωσσών, καλούν σε ενότητα. Η αρχέγονη πορεία προς τον κατακερματισμό και τη διάσταση, λόγω της έπαρσης του ανθρώπου να θελήσει να φτάσει τον Θεό κατασκευάζοντας τον πύργο της Βαβέλ, ανακόπτεται και αναστρέφεται. Τα διεστώτα καλούνται και πραγματώνουν την ενότητα, και η εν Αγίω Πνεύματι ενότητα γύρω από το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, είναι ταυτόσημη με την καθολικότητα του νοήματος, με την πληρότητα της αλήθειας, με την πραγμάτωση της ανάστασης.

Η ανάλυση του Κοντακίου της Πεντηκοστής θα είχε να δώσει πολλές ακόμα εκπλήξεις και χαρές σε κάθε εξερευνητή των δρόμων της ποίησης. Θα αφήσουμε όμως την ανάλυση, για μια συνολική ανασύνθεση του νοήματος, κάνοντας χώρο στη ...

Η συνέχεια εδώ!

8 Ιουν 2014

Απ’ την Καλή κι απ’ την Ανάποδη


Θεόδωρος Στάμος, Χωρίς τίτλο




Απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη
Πλέκει τις λέξεις
Διάτρητο το ποίημα
Δίκαια ισχνό το χειροκρότημα

Της σιωπής εξυφαίνεται
Συνωμοσία
Στην παραγωγική της φαντασία
Που αναζητά
Λόγους αιτίες
Βολικές δικαιολογίες
Το δάκρυ της κυλάει στο λαιμό
Στο στήθος της κυλάει

Και όταν εκείνη σταματήσει να
Χαϊδεύεται
Και όταν το παρατηρήσει
Αντικειμενικά
Μες στο κυρτό του σχήμα
Καθρεφτίζεται

Ολοκάθαρη
Γιγάντια
Φωτισμένη
Ανελέητη

Η κακοτεχνία

Γυμνή και τσακισμένη
Μετεωρίζεται
Με στομωμένα αισθήματα
Κορεσμένη διάθεση
Ταπεινό ρεαλισμό
Στίβει το μουσκεμένο
Κουρελάκι του είναι της
Ξαναρχινά απ’ την αρχή

Ξαναπιάνει το πλεχτό
Των λέξεων
Πριν έρθει χειμώνας