Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Φεβ 2014

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΥ, ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ, ΝΕΟΝΑΖΙΣΜΟΥ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑ ΚΑΡΥΠΙΔΗ




Πρωτοβουλία Χριστιανών κατά του Εθνοφυλετισμού, Νεοφασισμού, Νεοναζισμού





ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑ ΚΑΡΥΠΙΔΗ
5 Φεβρουαρίου 2014

Η Πρωτοβουλία Χριστιανών κατά του Εθνοφυλετισμού, Νεοφασισμού, Νεοναζισμού εξετάζοντας με προσοχή όλο το υλικό που ήρθε στη δημοσιότητα γύρω από το πρόσωπο και τη δράση του Θεόδωρου Καρυπίδη, αλλά και τα λόγια του ιδίου όπως τα εκφέρει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θεωρεί απαράδεκτη την υποφηφιότητά του ως περιφερειάρχη με το ψηφοδέλτιο του Σύριζα. 

Ήδη η θλίψη μας και η απογοήτευσή μας είναι βαθύτατη για την τόσο μεγάλη διείσδυση της ακροδεξιάς σε χώρους παραδοσιακά αντιφασιστικούς

Η ζημιά που έχει γίνει είναι τεράστια. Σε κάθε περίπτωση απαιτούμε την ανάκληση αυτής της υποψηφιότητας, η οποία και μας προσβάλλει ως πολίτες και ως ανθρώπους.


15 Ιαν 2014

Αριστερά της Καταγγελίας, ή στο Δρόμο της Ελπίδας


Know Hope, Δεν θα σε σώσουν οι καιροί, αλλά τ' αγκάλιασμά τους.



Ενώ οι μπουλντόζες της δεξιάς έχουν διαλύσει τα σύμπαντα, ενώ πάνω από τη χώρα περνά ήδη οδοστρωτήρας που πατικώνει τα χώματα και κλείνει τα όποια κενά, η δυσαρέσκεια δεν είναι η αναμενόμενη, παρά τα αρνητικά μεγέθη για τη συγκυβέρνηση που καταγράφουν –ξεκάθαρα πια– οι δημοσκοπήσεις.

Αντίθετα, υπάρχει μια ανάκαμψη του ιδεολογικού λόγου της δεξιάς, ίσως από την αδήριτη ανάγκη, ως σπάραγμα ενός κόσμου που δεν προτίθεται και δεν πρόκειται από μόνος του να παραδώσει την εξουσία, τουλάχιστον ομαλά.

Αρκετοί συμπολίτες μας ακόμη μοιάζει να πιστεύουν κάτι ολοένα και περισσότερο παράλογο: ότι δεν είναι η δεξιά που καταστρέφει με μπουλντόζα, αλλά η αριστερά που καταστρέφει με ένα σφυράκι.

Πρόκειται για μια συναισθηματική και όχι τόσο λογική προσέγγιση, αλλά προσωπικά επιθυμώ λίγο να τη διερευνήσω, παρατηρώντας τις αντιδράσεις του κοινού.

Ίσως λοιπόν αυτή η εντύπωση περί καταστροφής, μέσα από τις μεταλλαγές ενός καλειδοσκόπιου, να οφείλεται στην κατά πολύ προτιμώμενη χρήση ενός καταγγελτικού λόγου από την αριστερά – και πώς να μην καταγγελθούν οι ακρότητες του σήμερα, όταν αυτό που ζούμε μοιάζει περισσότερο με λογοτεχνική δυστοπία παρά με πραγματικό; Ίσως γιατί η ειρωνεία ενός κριτικού λόγου, που συνοδεύεται και με εσώτατο θυμό, μοιάζει να εκφέρεται με ποντιφική απολυτότητα, να μην αφήνει τελικά χώρο στον άλλο, να μην κατανοεί επαρκώς την πολλαπλότητα αλλά και τη συνθετότητα των πραγμάτων. Ένα κάπως μονολιθικό ιδεολογικό εποικοδόμημα παρουσιάζεται ως η μόνη αλήθεια, ένα στέγαστρο που ρίχνει πυκνή σκιά σε ό,τι μπορεί να φύεται από κάτω. Παράλληλα, συχνά αντλείται περηφάνια από έναν αιρετικό τρόπο σκέψης, αλλά η εμμονή σ' αυτό αφενός δεν αίρει την "ορθοδοξία" του εποικοδομήματος, αφετέρου γεννά ερωτήματα για το κατά πόσον γίνονται αντιληπτές οι ανάγκες της κοινωνίας, νοούμενης πλατύτερα.

Αντίθετα προς την καταγγελτική πολυλογία, πολλή σιωπή επικρατεί σε πολλές πτυχές του σχεδίου εξόδου, ενώ η σπείρα του θανάτου ολοένα σφίγγει γύρω από το λαιμό μας. Αυτό όμως είναι φυσικό, καθώς βρισκόμαστε σε μια ζούγκλα, όπου πρέπει εξ υπαρχής να ανοίξουμε το μονοπάτι με το μαχαίρι.

Η κοινωνία δεν θέλει πόλεμο, παρότι καιρός πολέμου. Θέλει να ησυχάζει στα έργα της. Αλλά και γενικότερα ισχύει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ακουμπήσει αρκετά ούτε να αναπαυθεί σε έναν αρνητικό και καταγγελτικό λόγο, ο οποίος οδηγεί σε συνεχή εγρήγορση και δηλητηριάζει την καθημερινότητα με ένα καθεστώς κόκκινου συναγερμού.

Έτσι ίσως εξηγείται η κατά τα άλλα παράξενη προθυμία με την οποία κάποιοι αφήνονται να παρασυρθούν και πάλι από ψευδολογίες και ψεύτικες υποσχέσεις.

Τη μια το "κάτσε χαμηλά και θα τη βγάλουμε καθαρή", την άλλη το "τρένο της ανάπτυξης", την άλλη το "δόγμα της ατομικής σωτηρίας"... Ψεύτικες υποσχέσεις προσφέρουν και ποικίλες νεόκοπες ομάδες στο χώρο της συντηρητικής και φιλελεύθερης δεξιάς, αλλά και μιας εκσυγχρονιστικής κεντροαριστεράς, η οποία σε δυνατό φως δεν δείχνει να διαφέρει σε πολλά από τα πιο σκληρά νεοφιλελεύθερα δόγματα. Καθώς πολλά παλιά και γνώριμα στελέχη θέλουν να αναβαπτίσουν εαυτόν και να τον αποδώσουν πάλλευκο στην κοινωνία, επενδύοντας στην επόμενη μέρα, παρά το καταφανές της απάτης βρίσκουν μεγάλη ψυχολογική απήχηση στο κοινό εκείνο που δεν είναι έτοιμο να διαβεί το Ρουβίκωνα της αριστερής σκέψης, αλλά και εγρήγορσης. Αυτό το κοινό, άνθρωποι συγκρατημένοι, δειλοί, νουνεχείς, νοικοκυραίοι, συμφεροντολόγοι, φοβισμένοι, και όπως θέλετε πείτε τους, παραδίδουν εαυτόν αυτοβούλως στη φενάκη. Και ενώ φοβούνται να δώσουν μια ευκαιρία στην αριστερά, η οποία ουδέποτε κυβέρνησε τον τόπο, ανασύροντας όλα τα αντικομουνιστικά σύνδρομα και τις ιστορικές αποτυχίες ποικίλων εκδοχών του "σοσιαλισμού", ενώ τους ταράζει συθέμελα ο φόβος του αγνώστου, και η ανάληψη μιας πορείας σε εδάφη αχαρτογράφητα, ευκολότερα πιστεύουν απύθμενες ανοησίες, όπως το... αειπάρθενο του φιλελευθερισμού.

Κοντά σ' αυτούς προηγούνται ήδη εκείνοι που βρίσκουν νόημα ζωής στην υποταγή και είναι πρόθυμοι να αφεθούν στην (υποτιθέμενη) στιβαρή καθοδήγηση ενός κομματιού της δεξιάς, ας είναι όλο και πιο ακροδεξιό, όλο και πιο μαύρο. Όσο πιο βέβαιος ακούγεται (αδιάφορο πόσο παράλογος) ο λόγος ενός φασίζοντος ηγέτη, τόσο περισσότερο αφήνονται ως παιδιά στα χέρια του. Εδώ το μείζον είναι να μη χρειαστεί ποτέ κάποιοι πολίτες να ενηλικιωθούν, να αναλάβουν ευθύνες. Αυτό παλιότερα εκφραζόταν με το αποκούμπι στον ντόπιο βουλευτή ή κοινοτάρχη, στέρεα βάση όπου θα μπορούσε κανείς να αναρριχηθεί ως ισχνός κισσός, αλλά σήμερα παίρνει όλο και πιο ακραία, νοσηρά χαρακτηριστικά.

Σε κάποιους ανθρώπους η δραματικότητα της κατάστασης γεννά απλώς ηττοπάθεια, και αδυναμία να πράξουν το ελάχιστο κάτι για να σηκωθούν στα πόδια τους.

Ο λόγος λοιπόν της αριστεράς δεν αρκεί να είναι μόνο κριτικός και καταγγελτικός λόγος. Αυτό νομίζω θα οδηγήσει ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού από το να βρει καταφύγιο στην αριστερά ως λύση ανάγκης, στην πεποίθηση και την πίστη εκείνη που θα γεννήσει τον αναγκαίο δυναμισμό στις σημερινές στιγμές: Ο λόγος της αριστεράς πρέπει να γίνει λόγος ελπίδας, λόγος που να αποπνέει τελικά εμπιστοσύνη.

Η πρόταση όμως της ελπίδας δεν γεννιέται και δεν ολοκληρώνεται στα γραφεία, αλλά στα κινήματα. Εκεί το δύσκολο στοίχημα της υπέρβασης. Εκεί θα φανεί η στοιχειώδης ενεργητικότητα και ανοιχτότητα, ίδιον κάθε κινηματικής διαδικασίας. Εκεί θα κριθεί όχι ο βερμπαλισμός της ανοχής της ετερότητας, αλλά το αν πράγματι χωράμε ο ένας με τον άλλο. Χωρίς μια κινηματική ζωντανή κοινότητα, που θα συντονίζει τις καρδιές και θα επιτρέπει και στους ισχνότερους να ακουμπήσουν στον διπλανό τους, η αναζήτηση από μηχανής θεού θα διαιωνίζει την εξουσία της δεξιάς και των συστημικών κομμάτων ευρύτερα.

Πρέπει να το κατανοήσουμε όσο είναι καιρός. Το ζητούμενο δεν είναι η αλλαγή προσώπων. Το ζητούμενο είναι η αλλαγή παραδείγματος.

Όσο για το αγνωστικιστικό ερώτημα του σχεδίου εξόδου: ο δρόμος θα δώσει το νόημα, ο δρόμος θα δώσει το σχέδιο. Ήδη ο τόπος μας έγινε αβίωτος. Ο δρόμος θα γίνει ο βίος μας.

7 Ιαν 2014

Ενός Κακού, Μύρια έπονται





Αυτό το κείμενο δεν απευθύνεται στο γενικό κοινό: απευθύνεται σε καλόπιστους ανθρώπους που έχουν την αγωνία του μέλλοντός τους, και όχι σε εκείνους που σκοπίμως σκορπούν ζιζάνια, είτε γιατί έχουν εγνωσμένη πολιτική ταυτότητα είτε γιατί έχουν άλυτα προσωπικά θέματα να λύσουν.


Μια ατυχής υπερβολή στη σάτιρα σε ατμόσφαιρα ιλαρή οδήγησε βουλευτή της αριστεράς, ανάμεσα σε τραγούδια και κεράσματα στο πλαίσιο παραδοσιακών καρναβαλικών εκδηλώσεων, να προσφέρει μεταλαβιά από ένα γουδί, χωρίς ίσως πλήρη επίγνωση ότι η ενέργειά του θα προσβάλει την πίστη και τα άγια των αγίων κάποιων χριστιανών συμπολιτών του.
Εκφράζοντας τους τελευταίους, ένας ιεράρχης, επίσης γνωστός για τον ακέραιο χαρακτήρα του αλλά και για την αντιφασιστική του δράση, αντέδρασε έντονα. Όχι μόνο έβγαλε από μία συγκεκριμένη ενέργεια γενικευτικό συμπέρασμα για το πρόσωπο αλλά απηύθυνε ερώτημα στον πρόεδρο του Σύριζα, αν θα κυβερνήσει με τέτοιο επίπεδο συνεργατών.
Και οι δύο είναι πρόσωπα που εκτιμώ.
Ο μεν Βαγγέλης Διαμαντόπουλος ίσως δεν συνειδητοποιεί ότι η βουλευτική του ιδιότητα προσδίδει στις πράξεις του διαστάσεις που ενδεχομένως δεν είχε αρχικά διανοηθεί.
Αλλά και ο Σισανίου Παύλος επίσης δεν συνειδητοποιεί το βάρος που έχει η έκφραση γνώμης από τη θέση του επισκόπου, δηλαδή δεσπότη. Διότι αμέσως μετά σήκωσε το θέμα ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος, με τον γνωστό του ιδιαίτερο, χειραγωγητικό και συναλλακτικό τρόπο, αλλά και πολλοί άλλοι βρήκαν την ευκαιρία ή το πρόσχημα για αντικομουνισμό.
Η ανακοίνωση του Σύριζα προσπάθησε να κρατήσει ισορροπίες, αλλά απαξιώθηκε ως καθ’ υπαγόρευσιν. Οι μεν θυμήθηκαν όλα τα αντικομουνιστικά τους σύνδρομα, οι δε ότι ζούμε σε θεοκρατία.
Η δεξιά ευλογεί τον Ύψιστο για το ανέλπιστο δώρο, την ώρα που ο λαός ωδινάται και αναρωτιέται πώς θα βγάλει από πάνω του τα μνημόνια και την καθολική καταστροφή που συντελείται στη χώρα.
Μα αυτό ακριβώς ήταν το αρχικό θέμα της σάτιρας του Διαμαντόπουλου, η κηδεία του μνημονίου. Και αυτό τελικά δεν υπηρετείται από το διχασμό που γεννήθηκε. Για να πούμε λοιπόν ορισμένα βασικά:

·           Η σάτιρα είναι ελεύθερη
·           Η σάτιρα κρίνεται ως προς το ποιόν της και την ευστοχία της
·           Η γνώμη είναι ελεύθερη
·           Η γνώμη όταν εκφέρεται δημόσια και από δημόσια πρόσωπα πρέπει να προβλέπει τα [ενδεχομένως και μη επιθυμητά] παραγόμενα αποτελέσματα
·           Όλοι καλούνται να έχουν συναίσθηση της ευθύνης που πηγάζει από τη θέση τους
·           Κάθε γεγονός, όταν απομονώνεται από το συγκείμενο, αποκτά διαστάσεις που πιθανώς δεν έχει
·           Ο σεβασμός στην ανεξιθρησκία είναι αντίθετος προς την καλλιέργεια φονταμενταλιστικού μένους ή προσβολή των συμβόλων κάθε θρησκείας
·           Ο σεβασμός στην ανεξιθρησκία δεν επιτυγχάνεται με την επίκληση στην αριθμητική δύναμη μιας θρησκευτικής κοινότητας, εργαλείο για να επιβάλλει κανείς την άποψή του

Κατά συνέπεια:

·           Η αριστερά οφείλει να ερευνήσει αν θα γίνει η ίδια θρησκεία και θα χωρίσει τους πολίτες σε «ορθοδόξους» ή «αιρετικούς» καλώντας τους σε ιδεολογικού τύπου συμπαράταξη, ή αν θα τους καλέσει στη βάση πολιτικών προταγμάτων και συμφωνίας
·           Η εκκλησία καλείται να δει αν θα είναι με την κοινωνία ή με την εξουσία – ή ελευθερία ή επιβολή: και τα δύο μαζί δεν γίνεται.

Όσοι αριστεροί επέκριναν χθες για σεξισμό την όντως σεξιστική και αηδή σάτιρα κατά των Κωνσταντοπούλου-Μακρή από το γνωστό συγκρότημα τύπου, δεν μπορεί να αρνούνται σήμερα το δικαίωμα κριτικής στη σάτιρα.
Δεν μπορεί επίσης ο δημόσιος λόγος να διολισθαίνει σε απίθανα μεγέθη χυδαιότητας είτε από τη μία είτε από την άλλη πλευρά, σε πουριτανικού τύπου αποκλειστικότητες, σε αριστερόμετρα και ορθοδοξόμετρα κ.ο.κ.
Ένα λάθος έγινε, ας κλείσει εκεί.
Χωρίς λοιπές προεκτάσεις και δόλια συμπεράσματα.

***

Γενικότερα –και πέρα από τα πρόσωπα και το συγκεκριμένο συμβάν–, θα είχα να πω και το εξής σε τόνο πιο προσωπικό:
Ως χριστιανή και αριστερή δεν εκχωρώ σε κανέναν το δικαίωμα αποκλειστικής εκπροσώπησης, είτε της αριστεράς είτε της πίστης. Καλούμαστε να ζήσουμε σεμνά και ταπεινά στο όποιο σκιερό σεντούκι μας εκχωρήσουν κάποιοι αυτόκλητοι εκπρόσωποι, που παρά τον ανέμελο αέρα τους συχνά δεν μπορούν να αποκρύψουν την εξουσιαστική φύση των αποκλεισμών. Δεν μπορεί όμως κανείς να οδηγήσει άνθρωπο με αριστερή κουλτούρα σε μια ανελεύθερη και δειλή φυτοζωή.
Αντίθετα, τα κόμματα της αριστεράς εγκαλούνται για τις ποικίλες φοβίες τους σε ό,τι αφορά την προσέγγιση αριστερών και χριστιανών αλλά και γιατί μοιάζει να αποδέχονται περισσότερο την Εκκλησία ως εξουσία από τους χριστιανούς αριστερούς αγωνιστές στην κοινωνία.
Και αυτό είναι διπλά οχληρό.
Ως χριστιανοί στην κοινωνία υφιστάμεθα την πίεση της εκκλησιαστικής διοίκησης και την αθλιότητα μιας πολυετούς συντηρητικής νοοτροπίας και πρακτικής. Υφιστάμεθα όμως και κάθε λογής προπηλακισμούς από δήθεν αριστερόφρονες επαναστάτες, κάποτε του γλυκού νερού, και μάλιστα κάποιους που θέλουν την αποκλειστικότητα στη νομή της πίττας που ονειρεύονται να ’ρθει. Και στο επίπεδο αυτό, θα τα βρουν μια χαρά με τους χειρότερους και όχι τους καλύτερους της εκκλησιαστικής κοινότητας.
Αυτό που απασχολεί εμάς ως πολίτες είναι ένα πολύ σοβαρό ερώτημα για την αριστερά. Σοβαρό και δυσάρεστο.
Ένα μέρος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μεταξύ αυτών και άνθρωποι που σχεδιάζουν οικονομική πολιτική, δημιουργούν ποικίλα ερωτηματικά με το βίο και την πολιτεία τους, και κυρίως με την πολυγλωσσία τους.
Ένα άλλο μέρος που στελεχώνει την αξιωματική αντιπολίτευση, αυτό στο οποίο ελπίζουμε να φέρει την αλλαγή, επικεντρώνεται σε συμβολικού τύπου ενέργειες. Ή τουλάχιστον, στο σημερινό μιντιακό σύστημα, τέτοιες δράσεις είναι που προσελκύουν την προσοχή ενώ άλλες περνούν απαρατήρητες.
Όσο όμως εμείς προσέχουμε τέτοιες ενέργειες, όσο ασχολούμαστε με τέτοια ζητήματα, θετικά ή αρνητικά αδιάφορο, τόσο μένουν εκκρεμή σοβαρά θέματα πολιτικής ταυτότητας, κατεύθυνσης και σχεδιασμού.
Τελικά όπιο του λαού και εργαλείο αποπροσανατολισμού μπορεί να είναι και η ιδεολογία και η θρησκεία και η επανάσταση και η κάθε λογής μεγαλόστομη ρητορεία.
Το ζητούμενο όμως είναι η πολιτική. Και αυτό παραμένει ακόμα ασαφές... και αμφίβολο.
Στο μεταξύ θεωρώ ότι δεν μπορούμε να αναλωνόμαστε σε σκιαμαχίες που δεν έχουν νόημα και ουσία. Καθόλου μάλιστα.

16 Μαΐ 2013

Χριστιανοί και Αριστεροί

Μια Αυθεντική Συνάντηση


Μαρκ Σαγκάλ, Το Γκρίζο Σπίτι, 1917



Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε σε λίγο πιο συνεπτυγμένη μορφή στην Εφημερίδα των Συντακτών, Τρίτη 14 Μαΐου 2013, Έτος 1ο, Αρ. φύλλου 150, σ. 9.

Η αυθεντικότητα είναι προϋπόθεση κάθε αληθινής συνάντησης. Κατ’ επέκταση είναι προϋπόθεση κάθε αυθεντικού διαλόγου, ιδίως εκείνου του οποίου ο σκοπός ενυπάρχει στην ίδια τη διαδικασία του διαλόγου. Τούτο αφορά κάθε διαπροσωπική συνάντηση, είτε αυτή είναι φιλική, ερωτική ή άλλου είδους, αλλά και κάθε πολιτική συνάντηση συλλογικών υποκειμένων.

Οι φιλίες της παιδικής ηλικίας, ακόμα κι αν έχουν χαράξει τη ζωή μας ανεξίτηλα, φθίνουν και χάνονται, ενώ αντικαθίστανται από ωριμότερες φιλίες. Οι έρωτες της εφηβικής ηλικίας, παιχνίδι στο χώρο του μαγικού, σπανίως έχουν διάρκεια, και αιτία δεν είναι η έλλειψη πρόθεσης. Η προθετικότητα των ερωτευμένων στα πρώτα τους ερωτικά σκιρτήματα είναι, αντιθέτως μαξιμαλιστική. Ο ρομαντισμός κι η νιότη υποβάλλουν την ψευδαίσθηση ότι θα διαρκέσουν για πάντα. Και εντούτοις, η πραγματικότητα συνήθως διαψεύδει οικτρά τις προσδοκίες, καθώς δεν είναι μόνο οι εξωτερικές συνθήκες, αλλά και οι εσωτερικές, βαθύτατες προϋποθέσεις που σχετίζονται με το αδιαμόρφωτο της προσωπικότητας, το ανώριμο ή ρευστό και κατ’ επέκταση θολό τοπίο της ανθρώπινης τοπιογραφίας.

Κάπως ανάλογα ισχύει και στη συνάντηση κοινωνικών και πολιτικών χώρων, ή στο διάλογο θρησκειών και ιδεολογιών.

Και ο νους μας τρέχει στην ανάγκη και επιθυμία συνάντησης χριστιανών και αριστερών. Μια συνάντηση που την καλλιεργούν και την ενθαρρύνουν όχι μόνο οι άνθρωποι εκείνοι που συνδυάζουν άρρηκτα δεμένες στο πρόσωπό τους και τις δυο ταυτότητες, αλλά και εκείνοι που βλέπουν στον άλλο δυνατότητες μιας δυναμικής συνάντησης, μιας γόνιμης ζεύξης, μιας ευκαιρίας αυτοκριτικής και συμπλήρωσης του εαυτού.

Οι επιτακτικές ανάγκες για συμμαχίες υγιών δυνάμεων στο κοινωνικό πεδίο, σε συνδυασμό με την τραγική κοινωνική πραγματικότητα και τα δεινά ενός βασανισμένου λαού και μιας αγωνιώσας κοινωνίας, ενισχύουν την επιθυμία, την οχυρώνουν με την ανάγκη, που παίρνει χαρακτήρα εκρηκτικό και επείγοντα.

Προϋπόθεση για τη γονιμοποιό αυτή συνάντηση είναι η αυθεντικότητα της ιδίας ταυτότητας είτε στην αριστερά είτε στην πίστη.

Ιδιωτικές ταυτότητες φιλοσοφικού τύπου, οι οποίες ερανίζονται στοιχεία από την πίστη με τρόπο εκλεκτικό, δεν πληρούν την προϋπόθεση της αυθεντικότητας. Διότι συνήθως έλκονται από πολιτισμικά και δευτερογενή στοιχεία της Ορθοδοξίας,σε μια νοσταλγική δίψα για ένα εξιδανικευμένο, παραδείσιο παρελθόν… Όχι μόνο πρόκειται για μια δραματική αλλά συνηθέστατη παρανάγνωση της ιστορίας, αλλά και για απώλεια προοπτικής. Οι οιονεί «πρωτότυπες» αυτές συνθέσεις, προσπορίζουν κύρος και δόξα ατομική στους εμπνευστές τους, διασφαλίζουν συχνά ακαδημαϊκές καριέρες και αναγνώριση, αλλά δεν εντάσσονται σε μια κοινωνική δυναμική, ούτε εκφράζουν την αλήθεια μιας λατρεύουσας κοινότητας, γιατί και δεν το επιδιώκουν.

Μια φερώνυμη «αριστερή» ταυτότητα, εξάλλου, που εκλαμβάνει την αριστεροφροσύνη ως μια αόριστη «πρόοδο», ένα είδος life style, ένα επίκτητο εξάρτημα του είναι, επίσης δεν πληρεί την προϋπόθεση της αυθεντικότητας.

Τι είναι πίστη ορίζεται στην παράδοση της Εκκλησίας και βιώνεται στην ευχαριστιακή κοινότητα, όπου ο πιστός κοινωνεί σώμα και αίμα Χριστού και γεύεται τη Βασιλεία Του. Η Εκκλησία πάντως δεν είναι μια νομενκλατούρα, είτε των δεσποτάδων, είτε των διανοοουμένων εκείνων που, ακριβώς για να την αξιοποιήσουν σε μια φιλοσοφικοϊδεολογική σύνθεση, αλλοιώνουν τον χαρακτήρα της ως ζώσας κοινότητας, ως σώματος Χριστού.

Τι είναι αριστερά είναι ένα συνθετότερο ζήτημα, ανοιχτό σε περισσότερες απαντήσεις. Εντούτοις, όπως λέει ο Νικόλας Σεβαστάκης, η Αριστερά «προσγειώνεται στο έδαφος της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας και των αντιθέσεών της».[1] Και ο Περικλής Κοροβέσης λέει ότι «όπως όλες οι λέξεις, έτσι και η λέξη «Αριστερά» δεν έχει νόημα, αλλά ερμηνεία. […] Πολλά πράγματα φαίνονται Αριστερά, αλλά δεν είναι».[2]

Και ενώ διεθνώς ο καπιταλισμός αλλάζει και οι προβληματισμοί δίνουν και παίρνουν για το τι είναι αριστερά σήμερα, ένα στοιχείο συνάντησης χριστιανών και αριστεράς είναι δεδομένο, και συνδέεται με την 11η θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ.[3] Όπως «το νόημα της φιλοσοφίας δεν είναι να ερμηνεύσει, αλλά να αλλάξει τον κόσμο», έτσι και η χριστιανική πίστη ήταν εξαρχής μια δύναμη μεταμορφωτική.

Παρά τις κατηγορίες που θα μπορούσε ενδεχομένως κανείς να της προσάψει, ότι το όραμα της Βασιλείας του Θεού μεταθέτει το ζητούμενο σε μια μεταφυσική σφαίρα, ενώ η ίδια διδάσκει τη στωικότητα και την υπομονή στο παρόν, λειτουργώντας ως όπιο, τα πράγμα δεν είναι ακριβώς έτσι. Γιατί μια τέτοια μετάθεση δεν είναι αυθεντική έκφραση της πίστης, όπως ακριβώς μια ενδοκοσμική μεταφυσική μετάθεση στο απώτατο μέλλον της ιδέας της επανάστασης, ενώ κανείς αρκείται απλώς σε επαναστατική προγύμναση στο παρόν, δεν είναι αυθεντική έκφραση της αριστεράς και λειτουργεί ως όπιο.

Οι πιστοί θέλουμε να προγευτούμε τώρα τη Βασιλεία του Θεού, όπως καθημερινά προσευχόμαστε «ελθέτω η βασιλεία Σου ως εν ουρανώ και επί της γης». Να ζήσουμε τώρα σε μια πραγματικότητα που εξεικονίζει τα έσχατα. Και οι αριστεροί θέλουμε να παρεμποδίσουμε την αδικία και την εκμετάλλευση, την αλλοτρίωση και την ισοπέδωση του ανθρώπινου προσώπου, να στηρίξουμε τη δικαιοσύνη στο τώρα.

Στο πώς θα επιτευχθεί αυτό, οι χριστιανοί έχουμε πολλά να κερδίσουμε από την εμπειρία της αριστεράς. Και οι αριστεροί έχουν πολλά να κερδίσουμε από τη σταυραναστάσιμη εμπειρία της εκκλησίας, την ετοιμότητα για συμμετοχή στο σταυρό του Χριστού και την πίστη στην ανάσταση.

Αυτή η πίστη μπορεί να εμπνεύσει την ακλόνητη πίστη στις δυνατότητες και να κατανικήσει την όποια ηττοπάθεια. Ιδίως εκείνη που γεννά στις μέρες μας το γεγονός ότι έχουμε να αντιπαλαίψουμε τις δυνάμεις του κεφαλαίου, που έχουν παντού επικυριαρχήσει και μοιάζουν, όσο κοιτάμε από μακριά, να ελέγχουν τον κόσμο.

Η ετοιμότητα πάλι να βαδίσει κανείς στο δρόμο του Γολγοθά, η ετοιμότητα για θυσία και ένα ήθος αγωνιστικής αυταπάρνησης είναι αναγκαίο όσο ποτέ. Αλλιώς δεν μιλάμε για αριστερά, μιλάμε απλώς για λαμογιά. Ούτε για χριστιανική πίστη μιλάμε, αλλά για μια ξενέρωτη αλλοτριωμένη αστική ιδεολογία.

Με το Χριστό στο σταυρό, δεν μπορούν οι χριστιανοί να σκέφτονται μη και σκίζουν το καλσόν. Με την κατάσταση του λαού μας σε αυτό το χάλι δεν μπορούν οι αριστεροί να φοβούνται μη και σπάσουν αυγά.

Αυτό που θα μας ενώσει είναι η ρήση του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη: «Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι».

Ήδη σήμερα οι Αθωνίτες, η Κοινότητα του Αγίου Όρους, συντάχθηκαν πλήρως στις Σκουριές με τον αγώνα των κατοίκων για ζωή. Γιατί η αυθεντικότητα της συνάντησης κρίνεται κυρίως στην πράξη.



[1] «Στο πεδίο των αξιών αναγκαία η παρέμβαση της αριστεράς»: Η Εποχή, Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010 (επισκ. 16/5/13).

[2] «Τι είναι η Αριστερά;», με υπέρτιτλο «Στο Ψευδοκράτος των Αθηνών»: Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010, έτος 36ο, αρ. φύλ. 10523, σ. 10, ηλεκτρ.: http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=192777 (επισκ. 2/5/13).

[3] Παράρτημα στο τέλος του βιβλίου του Φρίντριχ Εγκελς, Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας, ελληνική μτφρ. Κ.Ζαχαριάδης, Αθηνά, 1927· Φ. Φωτίου, Θεμέλιο, 1967 και Γ. Μπλάνας, Ερατώ, 2004.