Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Νοε 2021

Αγώνας

 


Μια ζωή σημαδεμένη από τη μοίρα
δικαιοσύνης θύμα ταμένη από πατέρα κι από μάνα
δικαιοσύνης θάμα σα σκαφτιάς γυρεύω
σέρνοντας πόδια και μηρούς και όχι δίχως φύρα.

Ο νους μαραίνεται σαν εννοεί με πόνο
τους χίλιους τρόπους που δουλεύει το κακό
ασίγαστο αργόσχολο ευρηματικό
μ' ένα χαμόγελο που δόντια δείχνει μόνο

και σφυρίζει όσο σε σιγοκαίει και τσιτσιρίζει
— αγνή και φρέσκια σάρκα — ηδονικά
βάσταγε θόρυβο αβάσταχτο καρδιά
ταμένη από πατέρα κι από μάνα

δικαιοσύνης εργαζόμενη το θάμα
που έρχεται σαν καθυστερημένο λεωφορείο
όταν πια τέσσερις σε φέρουν σε φορείο
και όλοι σε υμνούν την ώρα εκείνοι αντάμα.

Ο πίνακας, με τον τρόπο του Μοντιλιάνι, έργο της
Magdalena Walulik

25 Αυγ 2015

"Μισώ κάθε λογής νεκρίλα πάντα. Λατρεύω κάθε λογής ζωή"






Το 1924 ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι συνέθεσε ένα ποίημα για το ιωβηλαίο των 125 χρόνων από τη γέννηση του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν. Δυστυχώς, όσοι από εμάς δεν μοιραζόμαστε τους ήχους, τη χροιά και την ομορφιά της ρωσικής γλώσσας αδυνατούμε να γευθούμε και να κατανοήσουμε το μέγεθος του μέγιστου ρώσου ποιητή, ο οποίος είναι μοναδικός στη λυρικότητα της γλώσσας του. Όσοι όμως έχουμε έστω διαβάσει Πούσκιν από μεταφράσεις, ιδίως εκείνες τις παλιότερες που στεγάζονταν στις εκδόσεις Κοροντζή, έχουμε γνωρίσει από την ποιητική του ένα απαύγασμα, που γλυκά μας μερεύει σαν το ασημένιο φως του φεγγαριού καθώς αντανακλά το λαμπρό χρυσό του ήλιου. Αυτή είναι η μοίρα των μεταφράσεων και ιδίως των ποιητικών μεταφράσεων, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ποιητές που η μουσικότητα της φράσης τους είναι το κατεξοχήν της ποίησής τους.

Το «Ιωβηλαίο» του Μαγιακόφσκι το διάβασα σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου, στην εικοστή έβδομη έκδοση ποιημάτων του ποιητή (γραμμένου με –η στην κατάληξη) σε έκδοση του Κέδρου.



Ενώ αγαπώ ιδιαίτερα τον Ρίτσο κι ενώ, ή ακριβώς επειδή, αναμφίβολα λατρεύω τον Μαγιακόφσκι όπως και τον Πούσκιν, δυσκολεύτηκα να διαβάσω την ποιητική απόδοση των ποιημάτων του Μαγιακόφσκι. Η γλώσσα του Ρίτσου, χαρακτηριστική δημοτική μιας άλλης εποχής, ίσως με μετέφερε σε ένα πολύ συγκεκριμένο συγκείμενο, ήλιου λαμπρού και πέτρας, σεμνού κυκλάμινου και ιδρωμένων, ροζιασμένων χεριών που με δυσκόλευε να τοποθετηθώ στην ατμόσφαιρα του λεπτού φιλτραρισμένου φωτός της πλατιάς και αχανούς ρωσικής (σοβιετικής) επικράτειας. Χρειάστηκε λίγος χρόνος για να συνηθίσω, και φωναχτή ανάγνωση, που συνέβαλε στο ξεπέρασμα των ορθογραφικών ιδιοτροπιών και με επικέντρωνε στην ίδια την ποίηση.

Όταν έφτασα στο «Ιωβηλαίο», κάπου στο μέσον του βιβλίου, είχα εξοικειωθεί.Σχεδόν μου άρεσε. Μάλλον μου άρεσε, με την επίγνωση ότι το πρωτότυπο θα ήταν κάτι άλλο.

Στο εν λόγω ποίημα ο Μαγιακόφσκι συνομιλεί με τον Αλέξανδρο Σεργκέϊτς (Πούσκιν) ως μεταξύ δύο ποιητών σε εορταστικό ιωβηλαίο. Ο τόνος είναι οικείος, τα κουβεντιάζουν ξεκλέβοντας μια ωρίτσα από την αιωνιότητα. Ο Βλαντιμίρ συστήνεται στον μέγιστο πρόγονό του και του μιλά, του ψιθυρίζει μάλλον, ως ποιητής σε ποιητή για ανθρώπινες αγωνίες και ζητήματα που άπτονται ασφαλώς και της ποίησης. Η αίσθηση της κατηφόρας, μιας κατηφόρας παγκόσμιου βεληνεκούς, οδηγεί τον ποιητή σε μελαγχολίες που του στερούν τη διάθεση να στήνει ομιλίες. Έτσι, κατεδαφίζοντας κάθε πομπώδη προσδοκία από έναν επετειακό λόγο, εισάγοντας ακόμα και χυδαίες δημώδεις εκφράσεις, ο Μαγιακόφσκι γίνεται καθημερινός, όσο και στην απλότητά του βαθιά ουσιαστικός.

Κακὸ μεγάλο τ’ ὄνειρο,
ἀνώφελο νὰ ὀνειρευόμαστε δῶ χάμω.
Πρέπει χωρὶς ἀνασασμὸ
Τὸν ὑπαλληλικὸ νὰ συνεχίζεις καταναγκασμό.


Εντούτοις, μέσα από το παράλογο, γνώρισμα των καταστάσεων της εποχής, μπορεί άξαφνα και αναπάντεχα να συλλάβει κανείς το νόημα των πραγμάτων. Ο Μαγιακόφσκι δίνει συνοπτικά μια συντακτική της ποιητικής του, τοποθετώντας και τους δύο συνομιλητές ποιητές στο πεδίο της μάχης, όπου με ξιφολόγχες επιτίθενται στο λυρισμό, γυρεύοντας την ακρίβεια του λόγου και τη γυμνότητά του. Εδώ ο «λυρισμός» σηματοδοτεί και στοχεύει προφανώς τον πομπώδη επιτηδευμένο λόγο, τον φορτωμένο επίθετα και ανούσια τεχνάσματα που μάλλον σκοτίζουν παρά αποκαλύπτουν την αλήθεια του ποιητή. Και προφανώς δεν ταυτίζεται με τη μουσικότητα και τον λυρισμό, όπως ως ρυθμική και ηχητική τον νοούμε, όταν αναφερόμαστε σε αυτόν ως χαρακτηριστικό της ποιητικής του Πούσκιν. Έχει εξάλλου περάσει ένας αιώνας γεμάτος από την ποιητική δημιουργία του Πούσκιν. Οι δρόμοι και το ύφος της ποίησης έχουν σημαντικά μεταβληθεί, αλλά έχει μείνει αμετάλλαχτη η ποιητική ουσία, ο βασιλικός πολτός της ποίησης, όπως αναγνωρίζει ο Μαγιακόφσκι στον ομότεχνό του.


Περνώντας από τη μια κουβέντα στην άλλη, με την επισήμανση ότι η χώρα του είναι «υπερβολικά φτωχή σε ποιητές» ο Μαγιακόφσκι περιηγείται του ποιητικού τοπίου. Ένα τοπίο ιδιαίτερα οικείο και γνώριμο, όχι μόνο σε όσους ασχολούνται με τα ρωσικά γράμματα και τη ρωσική λογοτεχνία στη διαχρονία της, αλλά και εξαιτίας της αναγωγής της συγκεκριμένης αποτύπωσης σε μια αναγνωρισμένη καθολικότητα, πέρα από τα επιμέρους πρόσωπα. Η τυπολογία προσώπων και καταστάσεων ξεπερνά το ενδιαφέρον της εποχής και του τόπου. Αναδεικνύονται οι φθόνοι, οι ομαδοποιήσεις, οι ανούσιοι ανταγωνισμοί, το τετριμμένο και αφόρητα πληκτικό μιας ποίησης που επιδιώκει να καθιερωθεί χάρη στον εντυπωσιασμό της. Πολλά μέσα στο γενικό πλαίσιο μιας κατηφόρας, στην οποία γλιστρούν και ξεγλιστρούν σαν σε τσουλήθρα κάθε λογής ανθρωπάκια, κυνηγοί του ανούσιου και ανίκανοι να συλλάβουν το ουσιώδες, θυμίζουν τις μέρες μας.

Και με αυτό τον τρόπο προσοικειώνεται κανείς πλήρως το Ιωβηλαίο του Μαγιακόφσκι στην απόδοση του Ρίτσου, καθώς πέρα από κάθε φραγμό του χωροχρόνου, ή της γλώσσας, δηλαδή της σκέψης, η μεγάλη ποίηση αποθέτει ενώπιόν μας τον άνθρωπο στη γύμνια του. Η ποίηση σαρκώνεται και ο ποιητής, αν και δεν θέλει, κερδίζει την αιωνιότητα. Όχι ως νεκρό είδος, αλλά ως παλλόμενη φλέβα, ως ζωή.

Παραθέτω τη χαρακτηριστική κατακλείδα του ποιήματος.

Σὰν τὸν πνευματισμὸ
ἐκείνη ἡ φλυαρία.
Οὕτως εἰπεῖν,
σκλάβος τῆς ἴδιας του τιμῆς…
τὸν ἔρριξε μιὰ σφαίρα καταγῆς.
Ἕνα σωρὸ ἀπὸ δαύτους
ὣς μὲ τὰ σήμερα κυκλοφοροῦνε,
συμμορία —
τῶν γυναικῶν μας
κυνηγοὶ
κάθε λογῆς.
Εἶναι καλὰ σ’ ἐμᾶς ἐδῶ
στῶν Σοβιέτ μας τὴ χώρα.
Μπορεῖς νὰ ζήσεις, νὰ δουλέψεις
μιὰ δουλειὰ συντροφική.
Μονάχα, νά,
πού, δυστυχῶς,
ποιητὲς δὲν βρίσκεις τώρα
κ’ ἴσως, ποιός ξέρει, κιόλας λέω
νὰ μὴ χρειάζονται κι αὐτοί.
Μὰ εἶν’ ὥρα νὰ τελειώνουμε:
ἡ αὐγὴ
ἔξω ἔχει τὶς μεγάλες της ἀχτίνες ἀμολήσει
Μὴν τύχει κι ὁ ἀστυφύλακας
ἀρχίσει
νὰ σᾶς ἀναζητᾶ.
Σὲ τοῦτο τὸ μπουλβὰρ Τβερσκόϊ
σᾶς ἔχουν τόσο συνηθίσει.
Λοιπόν, ἐλᾶτε,
θὰ σᾶς βοηθήσω νὰ καθῆστε
στὸ βάθρο σας ξανά.
Κ’ ἐμένανε
ὅσο ζῶ
θἄπρεπε νὰ μοῦ στήσουν ἀνδριάντα.
Θἄβαζα κάτωθέ του
δυναμίτη  —
Κι ἄντετε, πῦρ,
στὸν ἀέρα ν’ ἀνατιναχτεῖ.
Μισῶ
κάθε λογῆς νεκρίλα πάντα
Λατρεύω
κάθε λογῆς ζωή.


19 Μαΐ 2015

Το Στήθος


Ενρί Ματίς, Μπλέ γυμνό 1, 1952.



Φρέσκια ψίχα αχνιστού ψωμιού
Το σφιχτό μου στήθος
Κόψτε με το χέρι, φάτε το ζεστό
Να σμιλέψετε ήθος

Πορτοκάλι ζουμερό πάνω σε νερό
Το σφριγηλό μου στήθος
Τη δροσιά του να έχετε
Πιείτε τη χαρά του για χορό και ύφος

Ρουμπινί κρασί αγιωργίτικο
Το πλούσιό μου στήθος
Γουλιά γουλιά απολαύστε το
Θα στεργιωθεί ο μύθος

Μαξιλάρι πούπουλο
Το απαλό μου στήθος
Γευτείτε το μες στο όνειρο
Μονωδιακός ο ήχος

Φάτε με
Πιέστε με
Ρουφήξτε με
Κουράστε με
Κομματιάστε με
Κατασπαράξτε με

Μονάχα μεγαλώστε!


Σημ. Το ποίημα αφιερώνεται στη Μαρία, στις μανάδες και τις κόρες.

19 Νοε 2014

Πλῆθος







Εἷς ἦχος ἐπικράτησε
Κι ἐμεῖς διαλυθήκαμε ἡσύχως.


Ζωγραφικὸ ἔργο τοῦ Σπύρου Βασιλείου.

11 Οκτ 2014

Σιρόκος





Ο ήλιος
Αποθέτει κίτρινα στεφάνια
Σε φρέσκους τάφους
Αγοριών και κοριτσιών

Οι ζωντανοί
Άταφα κουφάρια
Καλοτυχίζουν
Τη μοίρα των νεκρών

Η σκόνη ίπταται
Πάνω απ’ την πόλη του Κομπάνι
Τα βουνά σκορπίσαν
Στο διάβα του Σιρόκου

Χώμα δεν έχει μείνει να σταθείς
Μήτε ψωμί μήτε νερό μήτε δρόμος
Φύλλα χρυσανθέμων μαδημένα
Οι άνθρωποι

Γυναίκες καταβρέχουνε τη γειτονιά με αίμα
Μπροστά στο βλέμμα δολοπλόκου
Αδιάφορου θεατή
Μήπως φυτρώσει ο μίσχος της ζωής

Εδώ δεν γράφονται ποιήματα
Χαλάστηκε η φωλιά
Εδώ λαλούν τα καριοφίλια
Και σιγήσαν τα πουλιά


3 Οκτ 2014

Στο Δρόμο για το Μικρότερο Κακό





Στο δρόμο για το μικρότερο κακό
Έχασα τα μάτια σου
Πέρα στον ορίζοντα κοιτούσαν
Οραματικά
Μα όταν στρεφόσουν στους ανθρώπους
Χαμηλά, ρεαλιστικά, σ’ απασχολούσε
Η σκόνη και η λάσπη στα ποδήματα

Κι εκείνα τα βήματα που δίδαξες
Οι διαδρομές που έμαθα
Για χρόνια
Πώς να ΄μαι εξερευνητής του αέρα
Δύτης του βυθού
Σκορπίσαν ανάμεσα
Στη θλίψη και τη μέθη

Φύλλα του φθινοπώρου
Χρυσοκόκκινα γεμάτη θαλπωρή
Σάπισαν στην πρώτη τη βροχή

Μουσκεύτηκα ώς το κόκαλο
Να βλέπω
Τις adaggio ρυθμού συνεργασίες
Τις ανησυχίες για τις τύχες
Και το ψωμί των λόρδων
Λευκό, σαρκώδες, σε μικρά
Ακρογυάλια και ορμίσκους
Για να τρώγεται
Μακριά από τη βιομηχανική ζώνη
Του Περάματος

Δίχως τα μάτια σου
Χρωστώ
Να ξαναβρώ τον εαυτό μου
Βηματίζοντας
Να μην αργοπεθαίνω



Σημ. Ο πίνακας είναι του Σπύρου Βασιλείου.

5 Σεπ 2014

Σκαλί της Προόδου







Τη σκάλα
Ανεβαίνεις της προόδου
Σκαλί σκαλί
Θαρρείς πως ανεβαίνεις
Η ευκρίνεια του ορίζοντα
Σε ουρανί γαλάζιο
Χάνεται

Εσύ πλησιάζεις
Αυτό απομακρύνεται
Και άξαφνα η σκάλα
Διαλύεται
Σε γκρεμούς δρόμους
Περιβόλια και δρυμούς

Πικραμένος
Και σοφός σκεπτικιστής
Αναζητάς πια
Μια διαδρομή
Λαβυρινθώδη
Δίχως τον κατακόκκινο μίτο
Της εγκόσμιας
Παραμυθητικής εσχατολογίας

Απαρηγόρητος
Κοιτάς τον Άδη
Με την αφή νιώθεις
Την πίστη ανάραιη
Ως βαθύτατη μορφή
Απιστίας

Με καμπάνες νταούλια και κρουστά
Η μεταφυσική αρχινά
­­                 —Ως εμπράγματη φυσική διάσταση
                    Ως επιστήμη εμπειρικά επαληθεύσιμη—
Ήχος τριχτός
Μόλις εκπέσει
Η λατρεία του ανθρωποθέου
Στην καρδιά ενός αθέου
Τότε ο Θεός
Σε συναντά
Σε αυτοπρόσωπη διαύγεια