Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Ιαν 2014

Rough Mind


Pablo Picasso, The Kiss



Sunny morning in a rough mind
You kiss me tender you kiss me kind
The day goes on
Again alone

Full midday working like a fool
Smiling all over pretending cool
Tiresome job
Dealing with mud

Third millenium the world falls appart
Hit by austerity struggling so hard
Time to rest
Let’s meet in the nest

Tonight

24 Ιουλ 2013

Η Θάλασσα Aενάως Kαταφιλούσα την Aκτή


Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα, Σούρουπο με Kαύσωνα. 
Ακουαρέλα σε χαρτί. Διαστάσεις 23,5 Χ 30 εκ. 
(Παραλία Νέας Μάκρης, 9 Αυγούστου 2012)



Αυτό το χρώμα το ακόρεστο, μπλε με κίτρινο, ελάχιστο κόκκινο, με έντονη ανάμειξη ενός ενδιάμεσου τόνου της κλίμακας του γκρι, μουντό μολυβί αλλά παράδοξα φωτεινό την ώρα του ιλαρού φωτός, λίγο πριν τ’ απόβραδο...

Το αενάως κινούμενο. Ακούω το γλυκοφίλημα του φλοίσβου στα βράχια. Ο παιδικός μου έρωτας, ο ενθουσιασμός των νεανικών μου χρόνων, η πρώτη επιλογή σε ώρες μοναξιάς συνήθως προσφιλούς, χειμώνα με παλτό ώς τ’ αφτιά, θέρος με το απολύτως τίποτα...

Σμίξαμε σήμερα μετά από καιρό, σε μέρες που οι ανάγκες για χαρές λιγοστεύουν, που η δίψα της χαράς πρέπει να σβήσει στη μέσα μας πηγή...

Σμίξαμε σήμερα, κι ως ακούω τον ηδονικότατο ήχο σου, ως απλώνω το βλέμμα ανεμπόδιστα ώς πέρα, στις άκρες του ορίζοντα και του χρόνου, σε ξέρω από χρόνια πιο εύπλαστα, σε νιώθω όπως τότε ως το καθρέφτισμα του Θεού στη ζωή μου. Αφήνομαι στην ομορφιά, χαρίζομαι στο σμίξιμο, αντλώ χαρά και δύναμη ικανή... Σχεδόν μετεωρίζομαι πατώντας στέρεα στο ψιλά χαλίκια.

Ανάβει τσιγάρο ο Δ. και πορεύεται κατά μήκος της ακτογραμμής, μέχρι που χάνεται... Κι εγώ σημειώνω με κόκκινο στυλό σ’ ένα παλιόχαρτο, ακουμπισμένο σε δυο πόδια – ασταθή επιφάνεια.

Είμαστε οι δυο μας. Τα παιδιά έχουν φύγει... Μια γλύκα από παλιούς καιρούς σε πιο απαλούς ρυθμούς.

Και ησυχάζουμε οι δυο, ενώ γύρω μας χτυπούν τα ντραμς του δελτίου των οκτώ, ενώ γύρω μας πέφτουν κορμιά.

Δεν είναι ανάγκη να βρομίζω την αιωνιότητα με την επικαιρότητα...

Μα ήθελα απλώς να σημειώσω μια ημερομηνία, αυτή των πρώτων απολύσεων συναδέλφων, μια ημερομηνία που σχίζει τη θάλασσα στα δυο, και ξεχύνεται απ’ το ρήγμα το μάγμα της κολάσεως.

Να ο Δ., επιστρέφει. Θα γυρίσουμε στο κλεινόν άστυ.

Τα φώτα ανάψαν στην απέναντι ακτή, κι ο ήχος του φλοίσβου μου σβήνει το καύμα. Η σκέψη μαζεύεται στο απτό και ορατό. Η θάλασσα αενάως καταφιλούσα την ακτή.

Η φύση είναι πιο δυνατή από την όποια επικαιρότητα.

Η θάλασσα γλείφει τα βράχια, κι εκείνα σμιλεύονται στο ήμερο ή άγριο φιλί...

11 Απρ 2013

Δημιουργική Μέθη



 Έντβαρντ Μουνχ, Η Επομένη, 1894-5.
Λάδι σε καμβά, 115 x 152 cm
 
Μια φορά ήμουν μεθυσμένη, σκνίπα. Σπανιότατα μου συμβαίνει, αλλά ήταν Πρωτοχρονιά στο χωριό, με μαζεμένη όλη την οικογένεια. Ήμασταν σε φάση που τα παιδιά είχαν αρκετά μεγαλώσει, κι εμείς χαλαρώσει. Ο παππούς, τα τρία αδέρφια, οι νυφάδες, τα δέκα πρωτοξάδερφα της ανερχόμενης γενιάς μαζί με τους επισκέπτες και γειτόνους… Το γλέντι είχε ανάψει και… κάναμε διαγωνισμό πιόματος. Καθώς δεν έχω ιδιαίτερη έφεση στο τραγούδι, επιδόθηκα στο ποτό. Το ήπια και με ήπιε. Μετά από δεκάδες, ίσως εκατοντάδες τραγούδια και γεμάτα ποτήρια, φιλιά, αγκαλιές και γυροβολιές, μετά και τα ξερνοβολητά, ξάπλωσα στο στενό διπλό κρεβάτι, των προπαππούδων, κι ο κόσμος γύριζε. Χώθηκα βαθύτερα στα μάλλινα. Αφού ηρέμησα κάπως και αφέθηκα στη γοητεία ενός περιστρεφόμενου κόσμου, άρχισαν και οι σκέψεις να γυρίζουν σε επάλληλους κύκλους. Νόμιζα ότι πετούσα ακολουθώντας τις σκέψεις, χωρίς βιάση, χωρίς σκοπό. Και τότε, ξαφνικά, ένιωσα μια μοναδική διαύγεια, σαν αυτές που περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι πριν από την επιληπτική κρίση, αλλά στην περίπτωσή μου ήταν εν μέσω κρίσης και πλήρους μέθης... Κι απρόσμενα συνέλαβα μια σκέψη που κυνηγούσα εις μάτην από καιρό, μια ξεκάθαρη λύση σε επιστημολογικό πρόβλημα. Μάταια πάσχιζα και τριβέλιζα τόσο διάστημα το μυαλό μου στο γραφείο και στο σπίτι, περπατώντας και οδηγώντας, μπροστά στην οθόνη ή στο λευκό χαρτί, κουρασμένη ή ξεκούραστη. Όσο πάσχιζα, η σκέψη απομακρυνόταν, η λύση χανόταν. Εκείνη όμως τη μέρα, μέρα σχόλης, γλεντιού και σπάνιας μέθης, η σκέψη ήρθε και θαρρείς με φίλησε… Καθώς το σημειωματάριο είναι η φυσική προέκταση του είναι μου, το έβγαλα ψηλαφώντας την τσάντα και άρχισα να γράφω κατακλυσμιαία, σε κυματιστές γραμμές, χωρίς να με απασχολεί η ορθότητα ή η ορθογραφία, συναισθηματικά, ενστικτώδικα. Έγραφα έγραφα μέχρι που ένιωσα ότι το κατέγραψα, όλο όσο ήταν. Πάνω στην ώρα ήρθε ο Δ. και αντί να με βρει σε ύπνο βαθύ, με βρήκε σε βαθύ συγγραφικό οίστρο. Αθεράπευτα εργασιομανής, μερικώς απροσάρμοστη, ένιωσα ότι η χαρά του γλεντιού, του τραγουδιού, του μεθυσιού, μόλις ολοκληρώθηκε σε μια πλησμονή δημιουργικών αισθημάτων. Αποκοιμήθηκα καβάλα σε ένα δελφίνι, που νόμιζα πως το συγκρατούσα με χαλινάρι ή κρατιόμουν απ’ αυτό, κι εκείνο με οδηγούσε σε αφρισμένες θάλασσες και στα ερέβη των ωκεανών.

Την άλλη μέρα που είδα το "πόνημα", δεν μου έμοιαζε δελφίνι, αλλά μάλλον με μαρίδα. Κάτι απ’ την αφρισμένη βόλτα μου διασωζόταν στις κυματοειδείς γραμμές. Με όλη τους την ακαταστασία, όμως, ο πυρήνας της σκέψης που αναζητούσα καιρό υπήρχε, ήταν εκεί, παρών. Η λύση του προβλήματος μου προσφέρθηκε, δεν τη βρήκα. Το επόμενο απόγευμα, η αποκαμωμένη ταξιδεύτρια συγγραφέας, πολύ πιο αντικοινωνική από την προηγουμένη, κλείστηκα στο δωμάτιο, μεθυσμένη ακόμα τάχα, και κατάφερα να οργανώσω τις αράδες σε κείμενο. Αλλά μη με δώσετε. Γιατί όταν είμαι στο χωριό, κάτι τέτοια βίτσια, όπως της γραφής, τα εξασκώ στα κρυφά, σαν μαθήτρια που καπνίζει στις τουαλέτες. Μα ναι, τους αγαπώ όλους πολύ, αλλά όταν βρίσκω και το χρόνο μου, τους αγαπώ περισσότερο…

Μια και μοναδική φορά το έζησα αυτό στη μέθη, και κάποιες άλλες παραπλήσιες αναμνήσεις μου συνοδεύουν αρρώστια με πυρετό. Δεν μπορείς να κάνεις πολλά, αλλά τότε η δεκτικότητα είναι μεγάλη χάρη...

Η αφορμή γι’ αυτό το κείμενο ήταν μια ανάρτηση του Τσαλαπετεινού. Και καθώς ένα μοναχοπούλι βρίσκει παρέα στις πλατείες και τις αλάνες, του αφιερώνεται.

Μαζί μ’ αυτόν και στις ανηψιές μου, Ασπασία, Ιωάννα, Αργυρώ και Μαρία.

15 Μαρ 2013

Ραδιοκύματα




Δεν έχει ύφος, δεν έχει στιλ.

Δεν έχει καμιά ομορφιά.

Καμιά χάρη.

Δεν εξωραΐζεται με τίποτα.

Είναι μια άχαρη και ξερή απόλυση 6 φίλων από το Ραδιόφωνο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κάποιων που τον στήριξαν από τη σύστασή του εργαζόμενοι εκεί εθελοντικά στις αρχές.

Των πρώτων 6 από τους 13 εν συνόλῳ που δεν υπέγραψαν τις παράλογες απαιτήσεις για μείωση μισθού κατά 53%. Οι άλλοι θα ακολουθήσουν τις επόμενες μέρες.

Μου τέλειωσαν τα λόγια, μου σώθηκε η εξυπνάδα....

Συγχαρητήρια στον κ. Αλέξανδρο Κατσιάρα, τον διευθυντή για το κατόρθωμά του.

Ζούμε τον καρνάβαλο... Και σε όσους ντύθηκαν "εκκλησιαστικοί παράγοντες", καλή Σαρακοστή.

Οι μάσκες έπεσαν πριν έρθει Καθαρή Δευτέρα.

Τώρα δεν θέλετε εθελοντές, το γνωρίζουμε πια. Θέλετε πειθήνιους εργαζόμενους του βασικού μισθού.

Να μας διδάξουν το ήθος της εν Χριστῴ ελευθερίας.

Ετοιμάσατε καλά λοιπόν το έδαφος του ιδιώτη επενδυτή…

Πεταλώσατε τον ψύλλο.

Ούτε ψύλλος στον κόρφο σας.

Καλά κούλουμα…

19 Φεβ 2013

Η Υπόσχεση του Θέρους




Τα ξύλα είναι νοτισμένα και κελαηδάει το τζάκι. Κάποια είναι ακόμα χλωρά, γεμάτα χυμούς. Κλαδέψαμε και καθαρίσαμε ένα πεύκο. Κι οι βελόνες μπαίνουν στο τζάκι καταπράσινες, υγρές απ’ τη βροχή, χλοερές. Σαν ένα δεύτερο θάνατο το νιώθω. «Ο θάνατος συντελέστηκε πιο πριν», λέει αποφθεγματικά ο Δημήτρης. Παρηγοριέμαι κάπως… Κι όμως, η μουσική του τζακιού δεν είναι ένα απλό, αδιάκοπο, μονότονο τσιτσίρισμα, είναι κελάηδημα μελωδικό, και σαν κύκνειο άσμα μου μοιάζει των ξύλων που πεθαίνουν και πεθαίνοντας μας χαρίζουν τη ζέστη τους, τη μουσική τους, την ομορφιά της φλόγας τους. Πόσες φορές δεν μαζευόμαστε εδώ, πρωινά, βράδια και μεσημέρια, τρώμε στο χαμηλό τραπέζι που το βάφτισα «σοφρά», κουκουλωνόμαστε στους καναπέδες για έναν υπνάκο. Και χωράμε και οι πέντε, στους δύο καναπέδες και δυο πολυθρόνες ενωμένες, ή καλύτερα στο χαλί, στρωματσάδα, απάνω καταπάνω στη φωτιά…
«Το σπίτι σου είναι κάπως… βουκολικό», μου είχε πει μια φίλη, που κάποτε είχε έρθει οικογενειακώς για φαγητό. Πόσο γέλασα τότε, έχοντας πλήρη επίγνωση της αστικής μας αλλοτρίωσης… Αλλά όσο περνούσε ο καιρός μού άρεσε η ιδέα… Και ρέπω ολοένα περισσότερο προς τη χωριάτικη ζεστασιά…
Η LCD τηλεόραση είναι κλειστή… Και η μαύρη 42άρα οθόνη χρησιμεύει μόνο για στήριγμα ενός πίνακα εν εξελίξει, ενός τοπίου παραθαλάσσιου στα τέλη του Μάη… Αυθαίρετα τοποθετώ εκεί την εποχή, αλλά τα δροσερά πράσινα μαρτυρούν ότι το θέρος δεν έχει ακόμα μπει, κι ενώ απολαμβάνω τη ζέστη του τζακιού και την ψυχρή δροσιά του αέρα λίγα μέτρα μακριά, το εκτυφλωτικό φως του πίνακα με τα ψυχρά του θαλασσιά, τιρκουάζ, μπλε σαξ και μωβ, και τα θερμά καφετιά, ωχροκίτρινα, πορτοκαλιά, η υπόσχεση του θέρους μου εκμαυλίζει όλες τις διαθέσεις, με μεθά σε πείσμα των καιρών. Μεθώ, γοητεύομαι, φαντάζομαι, χασομερώ.
Και κάνω ό,τι μπορώ για να ξεφύγω από τη δουλειά που έχω άμεσα απλωμένη μπροστά μου, με προθεσμία θηλιά στο λαιμό… Πειράζει που μεταβαίνω από την επιστημονική μου στην καλλιτεχνική διάσταση αδιάκοπα, και μπλέκω την αλήθεια με τη φαντασία;
Και τώρα που ολοκλήρωσα κι ετούτο τον καμβά, ω, Θεέ μου, να μην εφεύρω και άλλη, νέα δικαιολογία…

Υ.Γ. Επιμελούμαι τυπογραφικά ένα βιβλίο τέχνης. Γι’ αυτό άραγε λες να ακούω το τζάκι να κελαηδάει;
Υ.Γ. 2.  Το εικονιζόμενο έργο είναι του Ρόμπερτ Χόκινς. Καμία σχέση με το εν εξελίξει δικό μου...

7 Ιαν 2013

Τόσος Ουρανός σε Παιδικό Κορμί


 
Κείμενα Ημερολογίου

Τη γιαγιά μου από τον πατέρα μου τη λέγαν Ουρανία. Σαν ήρθε η ώρα να με βαφτίσουν, η γιαγιά δήλωσε πως ήθελε να με βαφτίσουν με το όνομα της δικής της μητέρας, που ήταν Ευαγγελία. Γιατί ο πατέρας μου ήταν μοναχοπαίδι, ορφανό, και το όνομα Ευαγγελία δεν το είχε πάρει κανείς στο σόι. Οι δικοί μου έδωσαν τη σολομώντεια λύση, βαπτίζοντάς με με τα δύο ονόματα: Ευαγγελία Ουρανία. Παρότι μόνο το πρώτο γράφτηκε στα χαρτιά, και τα δυο έχουν γραφτεί στη μνήμη μου, ως μια αφήγηση της παιδικής μου ηλικίας, πότε αστεία, πότε χρεωστική, πότε ευχητική. Τόσος ουρανός σε ένα παιδικό κορμί ήταν κάπως βαρύς. Ευτυχώς είχαν την πρόνοια οι δικοί μου να κόψουν το όνομά μου σε ένα απλό και λιτό Εύη. Το Εύη είναι ένα σημαίνον χωρίς σαφές σημαινόμενο, πέρα από το περιεχόμενο που του προσέδιδε η τρελιάρικη και λίγο μποέμικη φύση μου. Ωστόσο, αυτό το Ευαγγελία Ουρανία, επανερχόταν πότε πότε, και σήμερα ακόμα με συνοδεύει, ως γνωστική απορία, και ενδεχομένως μύχια επιθυμία.

Εντούτοις, είμαι εντελώς, μα εντελώς γήινη. Και σήμερα, μέρα γιορτής, ασχολήθηκα με ένα πεζότατο έργο. Διότι είμαι και εργασιομανής. Έκανα «σέρβις» στον υπολογιστή μου, ένα παλιομηχάνημα που σέρνεται και βογγάει. Με την υψηλή μου τεχνογνωσία και με πλήρη επίγνωση ότι αν δεν τα καταφέρω πάει για format, εξάσκησα τις δεξιότητές μου στο μάξιμουμ, καθότι «πενία τέχνας κατεργάζεται». Ξεβίδωσα λοιπόν το καπάκι, πήρα το πιστολάκι των μαλλιών, και φύσηξα όλη τη σκόνη από τα σώψυχα του μαγικού κουτιού, το οποίο απέλαυσε τη σπάνια περιποίηση, σαν αγχωμένη νοικοκυρά σε πολυθρόνα κομμωτηρίου… Χαλάρωσε το μηχάνημα… Το βίδωσα, το σύνδεσα, και με ευγνώμονα διάθεση ανταπέδωσε τη χάρη. Το μηχάνημα τρέχει, πετάει. Το ίντερνετ διπλασίασε ταχύτητα, ο θόρυβος σίγησε, ο βόγγος σταμάτησε… Η Εύη, γήινη ύπαρξη, καταϊκανοποιήθηκε… Και αφέθηκε στις περιποιήσεις μιας χαδιάρας οικογένειας… και στην παρέα σας.