Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Απρ 2020

Ωδή στη Χαρά της Κοινωνίας


Τις ώρες που γράφονται αυτές οι αράδες οδεύουμε προς το Πάσχα, ένα Πάσχα που θα το βιώσουμε διαφορετικά από κάθε άλλη φορά, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού έχει μεταβάλει βασικές ορίζουσες του βίου, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών μας σχέσεων. Έχει εξάλλου οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο σε μια βιωματικά πρωτόγνωρη μνήμη θανάτου και μέσω αυτής σε μια συνειδητή κατάφαση της ζωής, που απειλείται, δεν είναι δεδομένη, και δοξολογείται. Τούτη την ώρα δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η εξέλιξη της πανδημίας στη χώρα μας, ήδη όμως είναι ορατά τα όρια των δυνατοτήτων των υπηρεσιών υγείας, καθημαγμένων σε βάθος δεκαετίας. Παρά ταύτα, η άνοδος της καμπύλης μεταδοτικότητας είναι σχετικά ομαλή, και τα έγκαιρα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης μοιάζουν να αποτρέπουν τα χειρότερα. Στο πλαίσιο αυτών των μέτρων, και η κυβερνητική απόφαση για τη μη τέλεση ιεροπραξιών και τη δυνατότητα «ατομικής προσευχής» και μόνο στους ναούς είναι σε πλήρη εφαρμογή, ενώ δεν προβλέπεται καν δυνατότητα μετάβασης στον ναό μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, μήτε γνωρίζει κανείς πότε τυχόν θα μεταβληθεί αυτή η κατάσταση προς μια θετικότερη εξέλιξη – ασφαλώς μετά το Πάσχα.

Στο πλαίσιο της ζοφερής ατμόσφαιρας των ημερών έλαβε χώρα στη δημοσιότητα και μια εκτεταμένη συζήτηση για τη λειτουργία της Εκκλησίας, την κοινή προσευχή στους ναούς και ακόμα την ίδια τη θεία Λειτουργία και Κοινωνία. Το χριστεπώνυμο πλήρωμα κατηγορήθηκε από πολύ νωρίς και με σφοδρότητα ως παράγων διάδοσης του ιού, παράγων μολυσματικός, που χαρακτηρίζεται από ιδεοληψία και κοινωνική ανευθυνότητα, καθώς αδιαφορεί για την έκθεση του πλησίον σε κίνδυνο. Εκφράστηκε η απαίτηση να απαγορευτεί η λατρεία, που είναι βλαπτική ακόμα και για όσους δεν μετέχουν σε αυτή, εξαιτίας του κινδύνου διάδοσης του ιού, και βέβαια λοιδορήθηκε ιδίως η συμμετοχή των πιστών στη θεία Κοινωνία μέσα από την κοινή λαβίδα.

Είναι προφανής η πολλαπλότητα των κινήτρων όσων έθεταν τέτοια ζητήματα, ενώ η πολυπλοκότητα της κοινωνικής αντίδρασης συσχετίζεται επίσης και με τους χρόνους και την ένταση με την οποία διατυπώθηκαν κάθε λογής επιφυλάξεις. Δεν μπορεί να μη σημειώσει κανείς την ηχηρή εμφάνιση ενός ρατσιστικού λόγου, που μαζί με χαρακτηρισμούς και ρητορικά σχήματα υπερβολής ζητούσε και την άρση της ελευθερίας της λατρείας από τους χριστιανούς, μαζί και με την εγγραφή τους στο πεδίο της ανηλικιότητας και ανευθυνότητας – συνθήκης που θα έπρεπε να τύχει κοινωνικής επιτήρησης από τους ενήλικες θιασώτες του «ορθολογισμού». Ας σημειωθεί πάντως ότι στο ίδιο πεδίο ανηλικιότητας έχει από χρόνους πολλούς κατατάξει το ποίμνιο και μέρος της ποιμένουσας εκκλησίας, που ενθαρρύνει την κηδεμόνευση και τον πατερναλισμό, και με ιδιαίτερη έμφαση εμμένει εξίσου στην αέναη σιωπή των λογικών της προβάτων. Αυτό είναι όμως μια συζήτηση λίγο διαφορετική, αν και όχι ασύνδετη.

Πολλοί συνάνθρωποι εξάλλου είχαν απλώς μια υγιή ανησυχία και περίσκεψη ή έστω μια κάπως οξυμένη αίσθηση φόβου ή ακόμα και πανικού.

Michael Triegel

Πριν έρθουν οι δειλές και αμήχανες, ανεπαρκείς όσο και προσχηματικές αποφάσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, για κατάργηση των καθημερινών ακολουθιών και λιτή θεία Λειτουργία, κατά τις 7-8 το πρωί δίχως άλλους περιορισμούς, δείγμα μιας δραματικής κακοφωνίας εντός της Συνόδου (ΔΙΣ, έκτακτη συνεδρία 16/3/20), ήδη το αίσθημα της απαξίωσης της Εκκλησίας είχε κορυφωθεί. Πριν ἀλέκτωρ λαλῆσαι ακολούθησε το κυβερνητικό ΦΕΚ (872 τεύχος Β΄, 16/3/20) με την ολική απαγόρευση κάθε ιεροπραξίας.

Μερίδα των θεολόγων συνέβαλαν ή και ηγήθηκαν σε έναν δημόσιο διάλογο, που επικεντρώθηκε ιδίως στη θεία Κοινωνία. Η σκοπιμότητα αυτού του δημόσιου διαλόγου δεν εξετάστηκε συνειδητά και μεθοδικά, επί της αρχής, από όσους έδωσαν το σχετικό έναυσμα, αλλά ακολούθησε ανεπίγνωστα και αυτοματικά τις τάσεις της εποχής, μιας εποχής όπου η δημοσιολογία του ιδιωτικού και η τυραννία της οικειότητας, είναι πολλαπλά εμπεδωμένη. Όμως, το έθος και ο αυτοματισμός δεν αναιρούν την ύπαρξη επιφυλάξεων για μια τέτοια δημόσια συζήτηση, όπως αυτή εκτυλίχθηκε, καθώς:

1. Η ώρα του πανικού δεν είναι η ώρα για θεωρητικές συζητήσεις, μήτε είναι ο φόβος ο κατάλληλος σύμβουλος του θεολογείν. Οι περιστάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε κατ’ οικονομίαν λύσεις ανάγκης, εντούτοις το θεολογικώς ζητούμενο είναι η ελευθερία των τέκνων του Θεού.

2. Η συζήτηση ήταν εν όλω παρελκυστική: πριν φτάσει κανείς να συζητά για τη θεία Μετάληψη, όφειλε να αντιμετωπίσει το ίδιο το ζήτημα της συνάθροισης. Σε τι θα άλλαζε άραγε τις συνθήκες μια αλλαγή στο τυπικό της θείας Μετάληψης, που με τόση σπουδή ευκαιριακώς και πολυτρόπως προτάθηκε, εάν και εφόσον η συνύπαρξη των ανθρώπων είναι ικανός και επαρκής παράγων μετάδοσης του ιού;

3. Ο δημόσιος χαρακτήρας της συζήτησης φανέρωσε αρκετή αδιακρισία και αποκάλυψε επίσης πόσο ο αρχαίος κανόνας του «ανεκλάλητου» των μυστηρίων είχε νόημα, προς αποφυγή ενός περίγελου γύρω από το ίδιο το σώμα του Χριστού.

4. Κάνει εντύπωση η σχάση της ακαδημαϊκής θεολογίας από τη ζωή της Εκκλησίας, καθώς ο τρόπος του περιεργάζεσθαι το μυστήριο από λαϊκούς θεολόγους ή θεολογούντες διανοητές κάποιες φορές έμοιαζε να αγνοεί και να παραγνωρίζει τα πρόσωπα των ιερέων ή την ανθρώπινη ιδιότητά τους. Η άνεση με την οποία εξέφραζε κανείς φόβους και αναλυτικές σκέψεις γύρω από το μυστήριο, επέβαλε την αμφιβολία στη δημόσια συζήτηση, ενστάλαξε τον φόβο ακόμα και σε ιερείς ως προς την κατάλυση της θείας Κοινωνίας. Ενώ ο λαϊκός θα μπορούσε απλώς διακριτικά να απέχει από τη θεία Κοινωνία για ένα διάστημα, αυτό δεν ισχύει για τους ιερείς, καθόσον οι ιερείς είναι ταγμένοι να ιερουργούν και δεν μπορούν να δραπετεύσουν από τις υποχρεώσεις τους, μεταξύ των οποίων και η κατάλυση της θείας Ευχαριστίας από το κοινό Ποτήριο, κάθε φορά. Είναι συχνό φαινόμενο να καταγράφονται μεγαλορρήμονες θεολογικές αναλύσεις, που όμως αναπαράγουν μια λάθος κατανόηση της Εκκλησίας, με βάση την οποία το ιερατείο είναι «άλλοι», και δεν είμαστε όλοι οργανικά συνδεδεμένοι στο ένα Σώμα του Χριστού. Αν συχνά ισχύει ότι η διοίκηση της Εκκλησίας δείχνει κατεξοχήν ή και μόνο τον εαυτό της παραθεωρώντας το εκκλησιαστικό σώμα, δεν είναι σπάνιο και το αντίστροφο: να ξεδιπλώνεται ένας κοσμικός θεολογικός λόγος που εξίσου θεωρεί την κεφαλή «ξένη», ή εν προκειμένω να αδιαφορεί για τη θέση των ιερέων μέσω μιας ακαδημαϊκής συζήτησης δίχως αγάπη ή ανθρώπινη μέριμνα και για τον κλήρο.

Ας περάσουμε όμως στην ουσία αυτής της συζήτησης, της οποίας ο πυρήνας της αγγίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις της ίδιας της θεολογίας. Διότι μπορεί η θεολογία να έχει μερικώς και ακαδημαϊκό, επιστημονικό χαρακτήρα, να μεταχειρίζεται επιστημονικές μεθοδολογίες στην ανάλυση των επιμέρους, η βάση όμως και η καρδιά της θεολογίας εν εκκλησιαστική εννοία είναι η εμπειρία, η κοινή συνείδηση της Εκκλησίας, η κατανόηση και διατύπωση αυτής της εμπειρίας. Θεολογούμε εμπειρικώς και όχι με φιλοσοφικά οικοδομήματα, καθόσον ο ανθρώπινος λόγος φωτίζεται από τον αποκαλυφθέντα Θεό Λόγο.

Ο εξορθολογισμός και επιπροσθέτως η τεχνολόγηση και μικροβιολόγηση της θείας Ευχαριστίας, μέχρι και η τόσο όψιμη ανάπτυξη μιας περί «αφθαρτοδοκητισμού» θεωρίας, τώρα, κατά την τρίτη χιλιετία, δεν απηχούν την εκκλησιαστική και θεολογική παράδοση στην Ανατολή, μια Ανατολή που αρκέστηκε να μιλήσει για μεταβολή του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού, δίχως να αναλύσει περαιτέρω και δίχως να κάνει χρήση του όρου μετουσίωση. Εντούτοις, είναι σαφές ότι και η διατήρηση των φυσικών στοιχείων στη φυσική τους κατάσταση, η συμβολική παρουσία του φυσικού βασιλείου, του ζωικού βασιλείου (μέσω της ζύμωσης, βλ. Τζ. Θεόκριτοφ 2010) και της ελεύθερης συνεισφοράς και εργασίας του ανθρώπου για τη δημιουργία του ψωμιού και του κρασιού, δεν σημαίνει ότι κοινωνούμε τη φθαρτότητα της φύσης, αλλά την αφθαρσία της, καθώς κοινωνούμε με βάση την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας το σώμα και το αίμα του αναστάντος Χριστού. Είναι σημαντική αυτή η ζωντανή ανάμνηση, που παραπέμπει στην εσχατολογική μας βεβαιότητα, μελλοντική και ήδη παρούσα, ότι ὁ τρώγων [Του] τὸ Σῶμα καὶ πίνων [Του] τὸ αἷμα δεν κοινωνεί απλώς τον σαρκωθέντα και σταυρωθέντα Θεό, αλλά τον αναστάντα, εἰς φάρμακον ἀθανασίας καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον.

Ένα δεύτερο θέμα που τέθηκε είναι η, σε πρώτη επίπεδο ορθή, διάκριση μορφής και περιεχομένου. Είναι προφανές ότι το περιέχον, το άγιο δισκοπότηρο, η λαβίδα και γενικότερα τα σκεύη δεν ταυτίζονται με το περιεχόμενο, το σώμα του Χριστού. Είναι γνωστό εξάλλου ότι η ιστορία της λατρείας και της ζωής της Εκκλησίας έχει να μας δείξει μια πολλαπλότητα τρόπων, με τους οποίους η Εκκλησία, κλήρος και λαός, κοινωνεί του σώματος και του αίματος του Χριστού. Όποιος όμως επιθυμεί να κάνει μια ιστορική ανάλυση της Ευχαριστίας και της εξέλιξης του τυπικού, οφείλει επίσης να παραδεχτεί ότι λύσεις που σταδιακά επικράτησαν στη λατρεία, είναι κατά τεκμήριο –όχι απόλυτα– αυτές που η κοινή συνείδηση έχει επιλέξει ως πιο πρόσφορες, φιλτράροντας πρακτικές και πληροφορίες μέσα από μακραίωνα και πλατιά ιστορικά φίλτρα. Δεν ισχυρίζομαι μια παγίωση και ακινητοποίηση του υπάρχοντος, και ασφαλώς η ιστορική εξέλιξη είναι ανοιχτή. Μια εξέλιξη και του τυπικού συνιστά πάντα θεμιτή και επιθυμητή πραγματικότητα εντός της ιστορίας, αρκεί το κριτήριο να είναι μια εσωτερική ανάγκη και ελεύθερη επιλογή, όχι όμως ένας εκκοσμικευμένος νεωτερισμός, μια συμπλεγματική διάθεση να υποταχθούμε στο πνεύμα του κόσμου ή τις μόδες των καιρών. Συζητώντας μεθοδολογικά, διαπιστώνει κανείς σήμερα στις εκκλησίες μας μια διάθεση γενικότερης εκζήτησης στην περιοχή του τυπικού, της οποίας τα κίνητρα είναι κάποιες φορές εξωθεολογικά και εξωεκκλησιαστικά, και όχι σπάνια συνδέονται με μια υπερβολική και αμφιβόλων κινήτρων σπουδή του ενεργούντος [ιερέα] να εισάγει στοιχεία πρωτοτυπίας και εντυπωσιασμού, μετατρέποντας τη λατρεία σε θέαμα ή εισάγοντας κάποια attraction που αυξάνει την απήχηση και την επισκεψιμότητα του ναού, προσελκύοντας ένα ευρύτερο φιλοθεάμον κοινό, όχι όμως απαραίτητα οικοδομώντας τη ζωή της κοινότητας. Όσοι λοιπόν ενθυμούνται και θέλουν απότομα να ανασυστήσουν αρχαία τυπικά, καλό είναι επίσης να θυμούνται ότι το τυπικό δεν είναι μια συνταγή μαγική, ξεκομμένη από τη ζωή της κοινότητας, και ότι στην αρχαία Εκκλησία, κατά τον ασπασμό της ειρήνης, οι χριστιανοί φιλιόνταν στο στόμα, δίχως να εκπειράζονται και δίχως σιχασιά, συμβολίζοντας μέσω του τυπικού τις πραγματικές σχέσεις αγάπης που καλλιεργούνταν μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα.

Θα πρέπει να έχουμε αδιαλείπτως τον νου μας στα θεολογικά μας κριτήρια. Διότι ενώ είναι πολύ σημαντική η ζωντανή λατρεία, και κατ’ επέκταση η λειτουργική και λατρευτική αναγέννηση, ο γνώμονας για όλα αυτά δεν μπορεί να είναι παρά βαθύτατα θεολογικός και άρα κοινωνικός. Η θεολογική οικονομία έχει θέση σε αυτή τη συζήτηση, μαζί με τη θεολογική ακρίβεια, αλλά και η σιωπή, η για ένα διάστημα αποχή, η τέλεση του μυστηρίου με λίγους πιστούς είναι ίσως λύσεις προτιμότερες από μια εμμονική «συμμετοχή» με τρόπους που γελοιοποιούν και εξατομικεύουν τη λατρεία, με πρόχειρες επινοήσεις και εφευρήματα.

[Αφήνω εδώ εντελώς ασχολίαστες τις απόψεις κάποιων πιστών που θεωρούν όλη αυτή την υπόθεση μια τεράστια συνωμοσία και μονιστικά επιμένουν στην αδιατάρακτη τήρηση της λατρείας όπως πάντα, υπονοώντας μια μαγική κατανόηση, αδιαφορώντας για τον λογικό χαρακτήρα της λατρείας, έχοντας σοβαρό πρόβλημα ως προς την πρόσληψη της ίδιας της πραγματικότητας. Και ενώ ο λόγος πολλών, ιδίως ποιμένων, από τους καλύτερους μάλιστα που διαθέτουμε, απευθύνεται συχνά σε ένα τέτοιο ακροατήριο, επιδιώκοντας να κατευνάσει, να πειθαρχήσει, να παρηγορήσει και να δώσει διαφορετικές διεξόδους πνευματικής ζωής και άσκησης, προσωπικά θεωρώ ακραίες φονταμενταλιστικές ή δεισιδαιμονικές τοποθετήσεις μερίδας ενός κόσμου πέραν του πεδίου συζήτησης που θα ήθελα να οικοδομήσω εδώ. Για την ακρίβεια, θλίβομαι όταν διαπιστώνεται ποιο είναι πράγματι το κοινωνιολογικό υπόστρωμα ή η πνευματική κατάσταση μέρους του ποιμνίου, όπως αυτό χρονίως εκπαιδεύτηκε να υπακούει άκριτα, να σκέφτεται μονοδιάστατα, να πάρει διαζύγιο από τη λογική. Στην περίπτωση αυτή δεν μιλώ προφανώς για τη λαϊκή θρησκευτικότητα, στην πολυεπίπεδη γνησιότητά της, την οποία επιμένω να σέβομαι και να τιμώ, σε αντιδιαστολή προς μια κάποια ελιτίστικη θεολογία που κατά καιρούς αναδύεται, σχεδόν ολιγοπωλιακά από μεσοαστικά στρώματα. Μιλώ αυστηρά και μόνο για φαινόμενα πνευματικής εξάρτησης και ψυχολογικής νοσηρότητας, για φαινόμενα μαγικής και φονταμενταλιστικής χάλκευσης της πίστης και της θεολογίας. Ευτυχώς όμως, λειτουργούμε ως σώμα, και συνεπώς και η απεύθυνση σε ένα τέτοιο κοινό, με την εξουσία μάλιστα της ποιμαντορικής ράβδου, στη γλώσσα με την οποία έχει εθιστεί, είναι μια αναγκαία ψηφίδα σε ένα πολύτροπο και πολύχρωμο σύνολο λόγου σε ποικίλες γλωσσικές εκφορές, στο πεδίο τόσο της ακρίβειας και της οικονομίας].

Michael Triegel

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτή της συμβολής είναι λίγο διαφορετικό. Στο πλαίσιο μιας σύγχρονης επιστημολογίας, σε όλο το πλαίσιο του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού, ιδίως μετά τον Βίτγκενσταϊν, η διάκριση μεταξύ μορφής και περιεχομένου διαπιστώνεται ανεπαρκής και καταδεικνύεται ως κατάλειμμα μιας παρωχημένης, τυπικής λογικής μιας αφελούς πρωτονεωτερικότητας. Διότι σήμερα είναι εγνωσμένο ότι η μορφή είναι περιεχόμενο, και αυτό ισχύει ιδίως στην τέχνη και τη λογοτεχνία, αλλά και σε όλες τις επιστήμες του ανθρώπου, κατεξοχήν λοιπόν και στη λατρεία. Παρόμοια, ο θεωρητικός της επικοινωνίας Μάρσαλ Μακ Λούαν, ανέδειξε με όρους του καιρού μας πως το μέσο είναι το μήνυμα, δηλαδή ότι το περιεχόμενο καθορίζεται από το μέσο με το οποίο μεταδίδεται και διαδίδεται. Όσο και να αμφισβητήσει κανείς αυτές τις θέσεις, οι οποίες έχουν γεννήσει μεγάλη συζήτηση, διατυπωμένες στην απολυτότητά τους, δεν μπορεί πια να παραγνωρίσει σήμερα τη σημασία μορφής ή μέσου για την ίδια την ουσία του περιεχομένου.

Είναι εξάλλου θλιβερά ψευδοεπιστημονικές οι προτάσεις που επιχειρούν να εισαγάγουν έναν εξελικτικό ντετερμινισμό, και οι οποίες κατατάσσουν τον καθιερωμένο τρόπο της θείας Κοινωνίας σε «επίπεδο υγιεινής προγενέστερων πολιτισμών». Αυτοί οι διανοητές «μεταγενέστερων πολιτισμών» εν μέσω μιας πανδημικής δυστοπίας, μοιάζουν να ισχυρίζονται ότι το μέλλον της ανθρωπότητας αναδεικνύεται λαμπρό, και εξελικτικά λαμπρότερο, ενώ παρά τις κατά καιρούς περί αυτού αναλύσεις τους, δεν μοιάζει τελικώς να γνωρίζουν κάτι από την τραγωδία του ανθρώπου του 20ού αι., από την πεσιμιστική ή και μηδενιστική στροφή της φιλοσοφίας, αλλά ακόμα συμμερίζονται με τρόπο αντιφατικό την χαρωπή αφέλεια των πρώτων αιώνων της νεωτερικότητας. Τέτοιες φωνές δεν διαβλέπουν τη δυστοπία του μέλλοντός μας, μήτε προβλέπουν αλλά και μήτε διατυπώνουν προτάσεις που να προλαμβάνουν ή να θεραπεύουν. Σε σφαίρα διαρκούς επιτάχυνσης ενός μεταρρυθμιστικού οίστρου, απαξιώνουν εντελώς την έννοια της εμπειρίας ή της παράδοσης, ομνύουν σε μια στενή λογοκρατία, πολλαπλά ήδη απαξιωμένη στη μετανεωτερικότητα, και διέπονται από μια ανάγκη να φτάσουν, ιδρωμένοι, σε αυτή την εξέλιξη που θεωρούν αναμφίβολα και ντετερμινιστικά θετική. Δεν θα επικαλεστώ εν προκειμένω την εκκλησιαστική παράδοση, αλλά την πρόσφατη κοινή μας και πάνδημη στη χώρα εμπειρία της μνημονιακής περιόδου, όπου με το πρόσχημα των μεταρρυθμίσεων επιβλήθηκαν σωρεία απορρυθμίσεων στην αγορά και ιδίως την αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα όχι τη διόρθωση αλλά την πλήρη διάλυση και καταστροφή της οικονομίας, όπως καταδεικνύεται από όλους τους οικονομικούς δείκτες, ποιοτικούς και ποσοτικούς – σαν σε καιρό πολέμου.

Αν λοιπόν η μορφή είναι περιεχόμενο, το μέσο είναι το μήνυμα, η θεία Ευχαριστία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον τρόπο του κοινωνείν. Το ζήτημα προφανώς δεν είναι αυστηρά δογματικής τάξης, και η συζήτηση επ’ αυτού είναι θεμιτή – αλλά με σοβαρές θεολογικές και πνευματικές προϋποθέσεις, που να μην καταλύουν την ουσία και το νόημα του μυστηρίου.

Η πίστη είναι ο χώρος της ελευθερίας. Δεν είναι ο χώρος του καταναγκασμού. Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι μια πραγματικότητα αποδείξιμη με αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια, είναι όμως η βάση και η απόλυτη βεβαιότητα της ύπαρξής μας. Όπως λέει ο απόστολος Παύλος, εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν (Α΄ Κορ. 15,17). Κατά όμοιο ακριβώς τρόπο με την Ανάσταση, μήτε εδώ αποδεικνύεται μια «μη μεταδοτικότητα» της θείας Ευχαριστίας – και θα ήταν άσκοπη και ανώφελη μια τέτοια απόπειρα, εξέτασης μοριοβιολογικού τύπου. Στο πεδίο όμως της διυποκειμενικότητας, της κοινής εμπειρίας, γνωρίζουμε ότι η θεία Κοινωνία είναι η κατεξοχήν υπέρβαση του θανάτου, και δεν το γνωρίζουμε μόνο θεωρητικά, αλλά και μέσα από την πρακτική των ταπεινών ιερέων που κοινωνούν όλο το εκκλησιαστικό σώμα, κοινωνούν τους λεπρούς, κοινωνούν τους αρρώστους στο Λοιμωδών, κοινωνούν κάθε ασθενή και ετοιμοθάνατο άνθρωπο.

Στη σύγχρονη εποχή, μια εποχή δημοκρατίας και πολυκεντρικότητας του κόσμου, γνωρίζουμε ότι και η πιο «αντικειμενική» επιστημολογική αρχή έχει ισχύ μόνο εντός ενός ορισμένου πεδίου του επιστητού. Ακόμα και οι νευτώνιοι νόμοι ανακαλούνται στο πεδίο της θεωρίας της σχετικότητας. Ό,τι γνωρίζουμε γενικότερα για τον κόσμο δεν ισχύει στον μικρόκοσμο ή τον μακρόκοσμο. Η προσπάθεια μιας νεωτερικής επιστημολογίας να διατυπώσει μια θεωρητική αρχή που να διέπει και να θεμελιώνει τη γνώση, έναν μικρό θεό της γνωσιακής θεωρίας, που να οδηγεί σε γενικά παραδεκτά δεδομένα, είναι αδιάκοπη όσο και αλυσιτελής: δεν οδηγεί παρά σε ποικίλες διαδρομές μιας απέραντης περιπέτειας και σε έναν διαρκή αναπροσανατολισμό της σκέψης. Η περιπέτεια όμως αυτή είναι μια περιπέτεια ελευθερίας, ενώ οι παρωχημένες περί Θεού ή περί γενικών αρχών αποδείξεις δεν είναι παρά ένα λογικό lapsus, μια λήψη του ζητουμένου. Η αλήθεια διακριβώνεται επιστημολογικά μόνο στο πεδίο της διυποκειμενικότητας – αυτό είναι η θεμελιώδης αρχή της νεωτερικότητας και εντεύθεν.

Οι πιστοί που πιστεύουν στην κοινωνία με τον αναστάντα Χριστό, δεν διατυπώνουν συνεπώς μια επιστημονικά γενικά παραδεκτή αρχή, εφόσον η διατύπωσή τους δεν υπερβαίνει τον φραγμό της γλώσσας, αντίθετα διατυπώνεται σε μια εσωτερική γλώσσα, τη γλώσσα της πίστης. Η πίστη δεν συνιστά προϋπόθεση της επιστήμης, μήτε μπορεί ποτέ να αποτελέσει μια επιστημονική αρχή. Είναι και παραμένει μια εκλογή ελευθερίας, με όλες τις διακινδυνεύσεις της. Εντούτοις, οι πιστοί δεν περιπίπτουν σε σολιψισμό και ακραίο υποκειμενισμό, καθόσον η εμπειρία τους τεκμαίρεται στο πεδίο της διυποκειμενικότητας και της κοινής εμπειρίας. Η συζήτηση συνεπώς αυτή, στο πεδίο της θεολογίας, είναι μια συζήτηση μυημένων. «Ἴσασιν οἱ μεμυημένοι τὰ λεγόμενα», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (PG 49, 380A). Τίθεται συνεπώς αναπόδραστα το δίλημμα για τους θρησκευομένους και ιδίως τους θεολόγους αν κάποιος είναι στοχαστής του θανάτου του Θεού, ή πιστός, δηλαδή κήρυκας της Αναστάσεώς Του.

Michael Triegel

Ας αφήσουμε τα διάφορα προσχήματα που οδηγούν σήμερα σε μια θεολογία της εξατομίκευσης κατά το επικρατούν κλίμα της αγοράς, ή και σε μια θεολογία της σιχασιάς του αδελφού και απόλυτης ατομικής περιχαράκωσης, σε ένα ακραίο πλαίσιο συσχηματισμού με τη λογική του κόσμου ή μια υπερβολή και επιβολή του φόβου έναντι της αγάπης.

Είναι σημαντικό, η όποια θεολόγηση περί την θεία Ευχαριστία να διατηρεί το κατεξοχήν οντολογικό και συμβολικό νόημά της, που είναι η Κοινωνία με τη θεία ζωή, αλλά και με τους αδελφούς μας. Στο πεδίο της οικονομίας, και μιας ανθρώπινης συγκατάβασης πολλά μπορούν να ειπωθούν, αρκεί να μην ανάγουμε την οικονομία σε ακρίβεια.

Το κυβερνητικό ΦΕΚ, σε προσυνεννόηση ή σε ανταπάντηση στην ανεπαρκή και αμήχανη αρχική απόφαση της Συνόδου, αδιάφορο, δεν είναι τόσο ανώδυνο θεολογικά όσο βολικά προφασιζόμαστε. Διότι ασφαλώς περιφρουρεί τη δημόσια υγεία, όπως οφείλει κάθε κυβέρνηση να κάνει, αλλά δυστυχώς υπεισέρχεται και στο πεδίο της θεολογίας. Η ίδια η ακραία δυσανεκτικότηκα και ολοσχερής απαγόρευση κάθε ιεροτελεστίας μοιάζει να τοποθετεί το γνώριμό μας και πολυδιατυπωμένο από κυβερνητικά χείλη πολιτικό δόγμα της «μηδενικής ανοχής» πάνω από το Τριαδικό δόγμα. Ας μην λέγεται μήτε λέξη επ’ αυτού, είναι σαφές πώς εξυπονοείται η θεώρηση της θείας Ευχαριστίας ως δημοσίου κινδύνου. Διαφορετικά μια πιο μετριοπαθής λύση, όπως θεία Λειτουργία με ελάχιστους πιστούς, και δυνατότητα των πιστών να προσέρχονται κατά μόνας ή σε οργανωμένη κυκλικά εναλλαγή, θα ήταν εφικτή. Επιπλέον, η διατύπωση περί «ατομικής λατρείας» είναι μια θεολογία της εξατομίκευσης που πλήττει και αλλοιώνει ευθέως τη χριστιανική θεολογία, και μεταβάλλει την Εκκλησία σε πάροχο θρησκευτικών υπηρεσιών, που εντέλει δεν είναι και τόσο απαραίτητες σε συνθήκες λοιμού – και όχι μόνο.

Οργανωσιακού τύπου θεολογίες περί ατομικής σωτηρίας έχουν λάβει σήμερα το φιλί της ζωής. Ενώ δεν προτείνω καμία ανταρσία προς τη Σύνοδο ή το κράτος στις παρούσες συνθήκες, και θλίβομαι για τις ελάχιστες τέτοιες περιπτώσεις που καταγράφονται, δεν μπορώ να μη διαμαρτυρηθώ για την ακύρωση και αυτοακύρωση του γεγονότος της Εκκλησίας.

Ο ιερέας δεν μπορεί να μεταβεί να κοινωνήσει τον άρρωστο, μήτε να τον εξομολογήσει. Εάν για τον περισσότερο κόσμο αυτό είναι μια παροδική κατάσταση εξαίρεσης που μπορεί ποικιλότροπα να παρηγορηθεί, για τον πάσχοντα και τον θνήσκοντα πιστό είναι μια ολική ανατροπή στη ζωή του. Αντ’ αυτού, προβλέπεται όλες οι ψυχικές ανάγκες να καλυφθούν από ψυχολόγους, επιστήμονες τους οποίους διόλου δεν επιθυμώ να απαξιώσω, μήτε προσωπικά μήτε την επιστήμη τους και τη συμβολή της στη ζωή του ανθρώπου, αλλά δεν νοείται να αναβαθμίζονται σε πανάκεια και συνταγή σωτηρίας, να αλώνουν όλο τον χώρο που αφορά (κατεξοχήν και) τη θρησκεία, με την υποστήριξη μιας κρατικής και βίαιης ολικής απάλειψης του θεμελιώδους δικαιώματος του θρησκεύειν.

Η ανάγκη για ένα δημόσιο σύστημα υγείας, που ξεθεμελιώθηκε με πολιτικές και ιδεοληψίες των τελευταίων χρόνων, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά σε μεγάλο βαθμό σε παγκόσμιο επίπεδο, κατέδειξε και τη χρεοκοπία των ακραίων νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων, που δεν έχουν τελικώς και πολύ συνάφεια με την έννοια της ελευθερίας. Η ελευθερία πραγματώνεται εν κοινωνία. Η δεινή αυτή δοκιμασία των ημερών μας, μπορεί να αποδειχτεί ένα ακόμα χτύπημα που θα επιταχύνει τυχόν μια πορεία προς τη δυστοπία του μέλλοντός μας, μπορεί όμως να αποτελέσει και ένα σημείο καμπής, που θα δώσει χώρο για μια νέα ανθρώπινη αυτοσυνειδησία.

Σε αυτές τις κοινωνικές αναζητήσεις και η χριστιανική θεολογία έχει τη θέση της, επανατοποθετώντας την έννοια της αγάπης, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής ευθύνης –ακόμα και ως παροδικής κοινωνικής αποστασιοποίησης– στην καρδιά του προβληματισμού του σημερινού γίγνεσθαι.

Ανάμεσα σε μια θρησκοληψία του μαγικού και σε μια αποθέωση του ατομικού, η θεολογία του προσώπου και η σαρκωμένη αγάπη μπορεί να οδηγήσει σε νέους τρόπους βίωσης της πίστης και αναστάσιμης, μεταμορφωτικής επαγγελίας. Αυτό συνεπάγεται όμως και την ανάγκη για μια βαθύτατη αναδιαμόρφωση της λειτουργίας μας ως εκκλησιαστικού σώματος, στο πεδίο της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας, σε κάθε θυσιαστήριο, όπου η καθολική Εκκλησία. Εάν η ζωή της κοινότητας δεν εικονιστεί στο πεδίο του πραγματικού, στο πεδίο πραγματικών ανθρώπινων σχέσεων αλληλεπιδραστικών και όχι μονόδρομων, εμφραγματικών, περνάμε ανεπαισθήτως σε μια νέου επιπέδου αχρησία ενός οργανισμού, που δεν είναι ζων, αλλά γραφειοκρατικός και οιονεί νεκρός.

Η εικόνα της λατρείας κεκλεισμένων των θυρών, μια εικόνα θεατρικής σκηνής, πληγώνει βαθύτατα. Η απόλυτη απουσία κάθε γυναίκας αναδεικνύει στον απόλυτο και καθολικό βαθμό το apartheid σε βάρος των γυναικών στη ζωή και τις δομές της Εκκλησίας, απελπίζει καθώς μεταβάλλει το πρόσωπο σε προσωπείο, τη λατρεία σε θεατρική αναπαράσταση, τη συμμετοχή σε θέαμα, το μυστήριο της Κοινωνίας σε δραματική ακοινωνησία.

Μέσα σε όλα αυτά χρειάζεται επαναπροσδιορισμός της θεολογίας μας και με την πατερική σημασία του όρου, αλλά και με την ακαδημαϊκή. Δουλειά της επιστήμης είναι μεταξύ άλλων και να προβλέπει, διατυπώνοντας γενικευτικούς όρους και οδηγητικές διατυπώσεις, με βάση τη συστηματική καταγραφή της εμπειρίας και της γνώσης του παρελθόντος και του παρόντος. Και η πρόβλεψη για την εκκλησιαστική ζωή είναι ότι πρέπει όχι μόνο να αναστοχαστούμε αλλά και να εφαρμόσουμε την έννοια της κοινότητας, της κοινωνίας και ευχαριστιακής θεολογίας, της θεολογίας του σώματος, με υγιή αλληλεπιδραστικότητα των μελών του, γιατί διαφορετικά η διά διαταγμάτων κατάργηση της λατρείας δεν θα είναι κάτι που θα αφορά την ευρύτερη κοινωνία.

Επί του παρόντος, ας παραδοθούμε στη χάρη του ζώντος Θεού.

ΥΓ. Το κείμενο αυτό οφείλει πολλά σε διαδικτυακές συζητήσεις μεταξύ φίλων, και σε πιο μεθοδικές συζητήσεις με τους φοιτητές μου, προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς, ιδίως τους μετέχοντες στο επιλεγόμενο μάθημα «Χριστιανισμός και Σύγχρονος Κόσμος», όπου είχαμε τη δυνατότητα να διεξέλθουμε αναλυτικά την όλη θεματική. Σημειώνω εξεχόντως εν προκειμένω και την ιδιαίτερη συμβολή του φοιτητή Λουκά Ζιάρα.

Η αναφορά στο έργο του Τζορτζ Θεόκριτοφ αφορά το άρθρο του «Η Κοσμολογία της Ευχαριστίας: Ένας Γεωλόγος φωτίζει Άγνωστες Όψεις του Μυστηρίου των Μυστηρίων», Βημόθυρο, 2-3 (2010) 72-76.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Michael Triegel. Ευχαριστώ τον Δημήτρη Αγγελή και το περιοδικό Φρέαρ  για την πρόσκληση αλλά και για την εκδοτική επιμέλεια.]


5 Νοε 2017

Προσωπικά και Γιορτινά - Βιβλιοπαρουσίαση

Τα blogs είναι ένας προνομιακός χώρος προσωπικής έκφρασης. Από μύχιες σκέψεις, αφηγήσεις, ποίηση, λογοτεχνικές και εικαστικές αναζητήσεις, μέχρι θέματα που αφορούν την επικαιρότητα, την πολιτική και κοινωνική ζωή, θέματα επιστημονικά, παιδαγωγικά, στην περίπτωσή μου και θεολογικά, στεγάζονται εδώ, σχηματίζοντας ένα πολύχρωμο μπουκέτο από άνθη του καλού και του κακού, του αγρού και του θερμοκηπίου, από ρόδα και αγκάθια...
Ανάμεσά τους και κάποια πιο ταπεινά γραψίματα που αφορούν νέα προσωπικά και οικογενειακά, ζητήματα που μοιάζουν με φιλικό κουβεντολόι και περισσότερο αφορούν ανθρώπους οικείους, ή κατ' επέκταση όποιον άλλο ενδιαφέρεται και συνεπώς καλείται να μετέχει στη λύπη ή τη χαρά.

Δυο προσωπικά νέα αφορά αυτή η ανάρτηση, που η χρονική τους σύμπτωση είναι συγκυριακή.

Το πρώτο ότι ολοκληρώθηκε μια μακρόχρονη διαδικασία και ήδη μετατάχθηκα σε θέση ΕΔΙΠ στη Θεολογική Σχολή Αθήνας, στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας. Από Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου θα είμαι εκεί για να διακονήσω πρωτίστως το μάθημα της Ιεραποστολής, το οποίο ανασυστάθηκε με απόφαση του Τομέα, καθώς και το μάθημα του Διαθρησκειακού Διαλόγου, αλλά και να βοηθήσω στα Θρησκειολογικά μαθήματα του Τμήματος καθώς και στο υπό Ίδρυση Εργαστήριο Διαθρησκειακού Διαλόγου, με βάση την απόφαση του Τμήματος.

Το εικονιζόμενο έργο είναι
του Χρήστου Κεχαγιόγλου


Το δεύτερο είναι η παρουσίαση του βιβλίου μου, καρπό πολυετούς μελέτης στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου, 2017 στις 19:00, στην αίθουσα του Συνδέσμου Αιγυπτιωτών Ελλήνων,  3ης Σεπτεμβρίου 56, Αθήνα.

Θα μιλήσουν οι:
Σεβ. Μητροπολίτης Καμερούν κ. Γρηγόριος (Στεργίου)
π. Δημήτριος Μπαθρέλλος, καθηγητής ΕΑΠ
δρ. Φώτης Βασιλείου, βυζαντινολόγος.

Τη συζήτηση θα συντονίσει η βυζαντινολόγος δρ. Νίκη Τσιρώνη.

 Θα πω λίγα λόγια ως χαιρετισμό. Στις 9 Νοεμβρίου είναι συνάμα ημέρα μνήμης του Ηλία Βουλγαράκη και παράλληλα συμπίπτει με την ανασύσταση του μαθήματος της Ιεραποστολικής μετά από σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα.

Σας καλώ λοιπόν να μετάσχετε στη χαρά μου!

_______________________
Περισσότερα για το βιβλίο εδώ.

Αποσπάσματα από την εισαγωγή εδώ.

Μπορείτε να παρακολουθήσετε την εκδήλωση στο facebook event.

-------------------------------------

Οι Εκκλησίες της Ευρώπης ανιχνεύουν το μέλλον


Φωτογραφία: Νίκος Κοσμίδης

Ενώ οι σχέσεις των ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κατά κύριο λόγο ακτινωτές, σχέσεις κέντρου προς περιφέρεια, το Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Εκκλησιών διοργάνωσε μια σειρά από περιφερειακές συναντήσεις, στον δρόμο προς τη Γενική του Συνέλευση, προγραμματισμένη για τον Ιούνιο 2018 στο Νόβι Σαντ της Σερβίας.

Οι ευρωπαϊκές Εκκλησίες φαίνεται να κατάφεραν αυτό που δεν κατόρθωσαν οι πολιτικοί σχηματισμοί: την περιφερειακή διάρθρωση και ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ των λαών της Ευρώπης.

Ετσι, το διάστημα 4-6 Οκτωβρίου φιλοξενήθηκε στην Ελλάδα, από την Ορθόδοξη Ακαδημία του Βόλου, η περιφερειακή συνάντηση Νοτίου Ευρώπης.

Υπήρξε γόνιμη ανταλλαγή απόψεων καθώς και εξαιρετική διάθεση ακρόασης από τα στελέχη της διοίκησης του πολυεθνικού οργανισμού.

Ενός οργανισμού που εδράζεται ξανά από το 2014 στις Βρυξέλλες, ασφαλώς όμως η αντίληψή του για την Ευρώπη δεν περιορίζεται στο πλαίσιο της Ε.Ε., αλλά σε όλη τη γεωγραφική της επικράτεια.

Η οικονομική και θεσμική κρίση στην Ευρώπη, που κάποτε εκφράζεται και με πολιτικούς όρους –ο λόγος ιδίως για τη θλιβερή ανάκαμψη της Ακρας Δεξιάς–, απασχολεί και τους χριστιανούς, όπως και τις ίδιες τις Εκκλησίες.

Ερωτήματα σε σχέση με την ευρωπαϊκή ταυτότητα τίθενται σε ποικίλα επίπεδα. Η ολοένα μεγαλύτερη μετάβαση σε ένα μετα-χριστιανικό τοπίο διαμορφώνει επίσης ένα νέο πλαίσιο προβληματισμού, υπαρξιακού αλλά και κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα.

Το ερώτημα της πρόσδεσης ή μη της Ευρώπης στις χριστιανικές αξίες της αδελφοσύνης, αγάπης και ελευθερίας και η συζήτηση για ζητήματα αυτοσυνειδησίας απασχόλησαν τις εργασίες.

Παράλληλα, η μετανάστευση γεννά μια σειρά από θέματα, με πρώτο ασφαλώς την κατάλληλη υποδοχή και φιλοξενία προσφύγων και μεταναστών, σε ανθρώπινες συνθήκες από κάθε άποψη, αλλά και της προσαρμογής και προοπτικής τους στον ευρωπαϊκό χώρο.

Η επισήμανση των αιτίων της μετανάστευσης, η καταδίκη του οικονομικού επεκτατισμού αλλά και των περιφερειακών πολέμων τέθηκαν επί τάπητος ως κεντρικά ζητήματα.

Ο οικονομικός μονισμός, η αύξηση της ψαλίδας μεταξύ πλουσίων και φτωχών, η διαρκής υποβάθμιση του κοινωνικού κράτους, της ζωής των φτωχών αλλά και της εκπαίδευσης, ζήτημα διόλου ασύνδετο με την αύξηση των ανισοτήτων, ήταν θέματα που απασχόλησαν τη συνάντηση.

Ο Νότος της Ευρώπης διατράνωσε ότι η ευρωπαϊκή πορεία χρειάζεται διόρθωση και ότι αυτό είναι επιτακτικό.

Καταλύτης στη διαδικασία των συζητήσεων ήταν η Ανοιχτή Επιστολή του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών προς τις ίδιες τις Εκκλησίες προκειμένου να καταγράψουν τον τρόπο που κατανοούν την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, τις προτεραιότητες που οι ίδιες θέτουν.

Η πρόσκληση εντέλει αφορά τη συγγραφή ενός νέου ευρωπαϊκού αφηγήματος (ή πολλαπλών αφηγημάτων) προκειμένου να αντικαταστήσουν το ισχύον, που παρουσιαζόμενο ως μονόδρομος έχει αφήσει τόσα κενά και απογοήτευση στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Αναλυτικά ενημέρωσε τους συνέδρους για τη διαδικασία του διαλόγου, για τη λήψη και πρόσληψη των απαντήσεων, για τη διεύρυνση του προβληματισμού στη βάση των Εκκλησιών, για τις επίσημες απαντήσεις ή και την έλλειψή τους, ο ειδικός γραμματέας του ΣΕΕ Πίτερ Πάβλοβιτς.

Ο πρόεδρος του ΣΕΕ π. Κρίστοφερ Χιλ, από την Εκκλησία της Αγγλίας, τόνισε την ανάγκη να αφουγκραστεί κάποιος τις ιδιαίτερες φωνές από κάθε γωνιά της Ευρώπης.

Και πράγματι ένα δυνατό πάνελ με εκπροσώπους από την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, τη Σερβία, την Αρμενία, και με πολυεπίπεδη και πολύ πλούσια την ελληνική παρουσία, έδωσε με τα πιο έντονα χρώματα την περιγραφή των συνθηκών και των προτεραιοτήτων στις χώρες προέλευσης.

Κάποιες φωνές όχι μόνο δεν αποδέχονται μια εξωραϊσμένη κεντρική αφήγηση, αλλά οι σεμνές και μετρημένες εναλλακτικές τους αφηγήσεις αποκτούν εκ των πραγμάτων κάποιες φορές και δραματικούς τόνους.

Ανάμεσα στα θέματα, δεν έλειψε ασφαλώς και η πρακτική διάσταση του ζητήματος των μεταναστών και των προσφύγων, αλλά και της γενικότερης ανθρωπιστικής κρίσης και φτωχοποίησης σε χώρες του Νότου, λόγω εφαρμοζόμενων πολιτικών και οικονομικής κρίσης.

Σε μια ιδιαίτερη εκδήλωση στην Ευαγγελική Εκκλησία του Βόλου, εκπρόσωποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Ευαγγελικής αλλά και της καθολικής οργάνωσης Charitas, έδωσαν έναν εντυπωσιακό απολογισμό των πεπραγμένων σε αλληλέγγυες δραστηριότητες και απετέλεσαν πηγή έμπνευσης για το σύνολο των παρόντων.

Σε ειδική εισήγηση ο αντιπρόεδρος του ΣΕΕ σεβ. μητροπολίτης Γαλλίας κ. Εμμανουήλ διατύπωσε τον προβληματισμό του για τον ρόλο των Εκκλησιών στη συνδιαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας και επισήμανε τη διάσταση ανάμεσα στο τι είναι αυτός και τι θα όφειλε ή θα μπορούσε να είναι.

Το ζήτημα ανέπτυξε περαιτέρω σε συγκροτημένη θεωρητική βάση ο ομότ. καθηγητής του ΑΠΘ κ. Πέτρος Βασιλειάδης, επανατοποθετώντας τον ρόλο και τις δυνατότητες της Θεολογίας για συνδρομή στον δημόσιο διάλογο για την Ευρώπη.

Τέλος, ο γραμματέας του ΣΕΕ π. Χέικι Χούτουνεν (από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Φινλανδίας) περιέγραψε πολύ διεισδυτικά τους σταθμούς στις εξελίξεις των ευρωπαϊκών πραγμάτων και τάσεων τις τελευταίες δεκαετίες και έδωσε ένα όραμα για την ανακατεύθυνση του στοχασμού και της δράσης των εκκλησιών στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Οι διήκουσες έννοιες της συνάντησης, με όλο το κοινωνικό και θεολογικό τους βάρος, συμπυκνώθηκαν σε τρεις λέξεις:

● Κοινωνία, που παραπέμπει στην ανάγκη ενότητας και υπέρβασης των διχασμών και των συγκρούσεων

● Διακονία, που θέτει άμεσα το ζήτημα της αποκατάστασης της κοινωνικής αδικίας, και

● Μαρτυρία, μια ζήτηση μεγαλύτερη εξωστρέφειας αλλά και γνησιότητας στη χριστιανική ταυτότητα.

Σε μια μονοσήμαντη και πολύ βεβαρημένη και κουρασμένη κεντρική ευρωπαϊκή αφήγηση, οι Εκκλησίες και το Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Εκκλησιών θέλουν να αντιπαραθέσουν άλλες αφηγήσεις, που είναι περισσότερο ανθρωποκεντρικές, και να προτείνουν πολιτικές που καταξιώνουν τον άνθρωπο σε όλη την πολυποίκιλη ευρωπαϊκή επικράτεια.

Για τον λόγο αυτό ζητούν και τη μεγαλύτερη συμμετοχή των πιστών στις διαδικασίες καθ’ οδόν προς τη Γενική Συνέλευση του 2018.


Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα των Συντακτών

22 Μαΐ 2016

Στάκαμαν και η Μεγάλη Σύνοδος



Η εικόνα απεικονίζει την Πρώτη Σύνοδο της Νίκαιας. 
Tοιχογραφία του 18ου αιώνα στον Ορθόδοξο Ναό Σταυροπόλεως στο Βουκουρέστι.

[Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στο Νυχθημερόν]


Όταν ήμασταν παιδιά παίζαμε αυτό το παιχνίδι, το στάκαμαν, που έμοιαζε κάπως με το κρυφτό. Μόλις έβλεπες τον συμπαίχτη σου, του φώναζες «στάκαμαν» και έτσι τον ακινητοποιούσες και τον αιχμαλώτιζες. Σαν να μη μεγαλώσαμε ποτέ, ακόμα πολλοί προσπαθούν να ακινητοποιήσουν τη ζωή, να τη συλλάβουν σαν μια φωτογραφία που φυλακίζει μέσα της το χρόνο. Ακόμα μοιάζει σαν να φοβούνται την κίνηση και την εξέλιξη, το ίδιο το διάβα των καιρών, ίσως ακριβώς επειδή ο χρόνος στον χώρο του κτιστού φέρνει μαζί του τον θάνατο.

Ιδιαίτερα συμβαίνει αυτό σε μια κατηγορία πιστών που διακαώς επιθυμούν να ακινητοποιήσουν την Ορθοδοξία σε φωτογραφικό ινσταντανέ, τραβηγμένο κάποια στιγμή μέσα στο χρόνο. Η ακινησία όμως είναι ίδιο των άψυχων αντικειμένων. Όχι των ζωντανών οργανισμών. Και οι όντως πιστοί δεν κοιτούν πώς να αποφύγουν τη ζωή, αλλά πώς να μετέχουν στην όντως Ζωή του αναστημένου Κυρίου.

Γι’ αυτό διάφορες κινήσεις που προσπαθούν να συντηρήσουν μια ταριχευμένη Ορθοδοξία, παρότι βροντοφωνάζουν την υποτιθέμενη πίστη τους, στην πραγματικότητα διαλαλούν την ολιγοπιστία τους. Η εξύμνηση μιας ιστορικής Ορθοδοξίας των 7 Οικουμενικών Συνόδων, δίχως να δέχεται κανείς τον συνοδικό τρόπο για το σήμερα είναι αναμφίβολα στρεβλή. Είναι σαν να ισχυρίζεται κανείς ότι το Άγιο Πνεύμα εξέπνευσε σε κάποιους παλιότερους ιστορικούς χρόνους. Είναι μια άλλη μορφή θρησκείας του θανάτου του Θεού.

Εμείς όμως λατρεύουμε Θεό τον ζωοδότη, τον θανόντα και αναστάντα, το ύδωρ το Ζων, την οδό, την αλήθεια και τη ζωή. Λατρεύουμε τον ζωντανό και παρόντα στην Ιστορία Θεό, και είμαστε κι εμείς ζωντανοί. Στο πλαίσιο αυτό είναι ακατανόητες οι αντιρρήσεις για τη διεξαγωγή της Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου. Όλη η επιχειρηματολογία που διακινείται με προκάλυμμα την παράδοση, στην πραγματικότητα ξεθεμελιώνει την παράδοση. Διότι ξεθεμελιώνει την ίδια την ορθόδοξη εκκλησιολογία, την ίδια την έννοια της Εκκλησίας ως συνάξεως και σώματος Χριστού.

Στο ζήτημα της Συνόδου μπορούμε να εκφράζουμε ενστάσεις ή και ανησυχίες για ορισμένα ζητήματα, να διατυπώνουμε διακριτικά κάποιες απόψεις, να συμβάλλουμε εμπλουτίζοντας τη συζήτηση, αλλά δεν μπορούμε επ’ ουδενί να δείχνουμε τόση ολιγοπιστία και να εκφράζουμε δυσπιστία στην ίδια τη συνοδική διαδικασία. Πόσο μάλλον δεν μπορούμε περίτεχνα μεν, απροκάλυπτα δε, να ισχυριζόμαστε ότι το Άγιο Πνεύμα δεν θα υπάρχει στη Σύνοδο αν δεν συμφωνεί μαζί με τις δικές μας θεωρήσεις.

Ακόμα τραγικότερο είναι το φαινόμενο που επαναληπτικά έχει παρουσιαστεί, να βγαίνουν ιερείς και να μιλούν από άμβωνος ή σε παρασυναγωγές και ειδικές εκδηλώσεις εναντίον της Μεγάλης Συνόδου – προσπαθώντας μάλιστα να αποκόψουν το λαό από τους επισκόπους τους και από τις κεφαλές των εκκλησιών τους. Δεν είναι απλά τραγικό. Είναι μια αισχρή και επαίσχυντη στάση που καταλύει όλη την Ορθόδοξη εκκλησιολογία. Η αποτίμηση αυτή ισχύει ανεξάρτητα από τα ζητήματα που μπορεί να υπάρχουν στην ενότητα των επισκόπων μεταξύ τους ή με το λαό τους, ή ακόμα και με τη δυσκολία ή αδυναμία επικοινωνίας κάποιες φορές με τον λαό.

Η ορθόδοξη εκκλησιολογία δεν επικεντρώνεται στο πρόσωπο μεμονωμένων ή συνασπισμένων ιερέων. Οι φίλτατοι μα τόσο πεπλανημένοι αυτοί αδελφοί ας σιωπήσουν πια ή ας αναλάβουν τις συνέπειες των έργων τους. Ας ανοίξουν μια δική τους παρασυναγωγή, γιατί περί αυτού πρόκειται. Είναι ο συνδυασμός μιας ιδέας περί ατομικού αλαθήτου με μια προτεσταντική εκκλησιολογία, με τρόπο που μήτε οι ετερόδοξοι σήμερα θα υπηρετούσαν. Ασφαλώς πρόκεται για μια σχισματική αντίληψη ή για μια προσωπολατρία του ‘Κηφά’ ή του ‘Απολλώ’ και πάντως όχι του Χριστού. Είναι βέβαιο ότι το κίνητρο περί της προστασίας της Ορθοδοξίας είναι απλώς προπέτασμα καπνού. Γιατί δεν απομένει μήτε ίχνος μήτε κέλυφος Ορθοδοξίας σε τέτοιες θεωρήσεις.

Δυστυχώς αυτές τις πρακτικές τις επαναλαμβάνουν οι ίδιοι κύκλοι ξανά και ξανά, επικυρώνοντας διαρκώς την ίδια τους την αισχρότητα. Ψευδώς εξάλλου επικαλούνται ονόματα αγίων, γιατί δεν υπάρχει άγιος του Εικοστού αιώνα που να μην τίμησε επίσκοπο ή Πατριάρχη.

Σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές τιμά η Εκκλησία μας τη μνήμη του αγίου Κωνσταντίνου και της μητέρας του της αγίας Ελένης. Είναι λοιπόν ευκαιρία περίσκεψης, γιορτής και πανήγυρης και ζωντανής ανάμνησης της Α' Οικουμενικής Συνόδου και της τεράστιας σημασίας της.

Ίσως χρειαζόταν και σήμερα το σθένος και η αγιοσύνη του αγίου Νικολάου, που δεν δίστασε να αστράψει χαστούκι στον Άρειο. Πρέπει όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας καθώς έχει περισσέψει ο μη κατ' επίγνωση σκοτεινός ζήλος και βασιλεύει η αναίδεια κάποιων που δεν συμπεριφέρονται ως ιερείς αλλ’ ως μαινάδες. Διότι η διαρκής διαβολή είναι έργο του διαβόλου.

Και επειδή η πλειονότητα τέτοιων παρασυναγώγων είναι οπαδοί της ακρίβειας, ενώ δεν αναγνωρίζουν την αγάπη ως την κατεξοχήν οντολογία του Τριαδικού Θεού, αλλά την υποβιβάζουν και τελικώς την απορρίπτουν ως συναισθηματικά σάλιατα, οφείλουμε με τη γλώσσα της ακρίβειας να εκφράσουμε την αγάπη μας. Πολύ αυστηρά, όσο είναι καιρός μετανοίας. Με πολλή αγάπη.

Η αυστηρότητα εν προκειμένω δεν αφορά την κριτική προσέγγιση στα όποια τεκταινόμενα, θεμιτή και συζητήσιμη, αφορά ιδίως την εμπάθεια και τη δαιμονική πεποίθηση πως κάποιοι ζηλωτές θα σώσουν την Εκκλησία. Είναι έκκληση να αφήσουν τα υπερφίαλα σχέδια και τους συνδικαλισμούς και να ασχοληθούν με τη δική τους σωτηρία εν Εκκλησία, αφήνοντας ήσυχο αυτό το λαό.

Περίσσεψαν οι οργανώσεις, τα παπαδοσυνδικάτα, οι ομιλίες "διαφώτισης", δηλαδή πλήρους συσκότισης, ο φονταμενταλισμός και το κήρυγμα μίσους που ονομάζουν αρετή. Περίσσεψε η εγωπάθεια και η υπερφίαλη εμμονή στο ίδιον θέλημα.

Ας χαρούμε τη Σύνοδο και την κοινωνία αγάπης των κατά τόπους οικουμενικών Εκκλησιών μας, εμπιστευόμενοι τη διαβεβαίωση του Κυρίου ότι «ὅπου εἰσί δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» ( Μτ 18, 20).



----------------------------------------

Σημ. Σε περίπτωση αναδημοσίευσης παρακαλούμε να τηρείται η δεοντολογία. Το κείμενο να αναδημοσιεύεται με τον αρχικό τίτλο του και με ενεργό link στην πηγή.

14 Απρ 2016

Ας προσευχηθούμε...



Με αφορμή την αυριανή επίσκεψη του πατριάρχη Βαρθολομαίου, του πάπα Φραγκίσκου και του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου στο νησί της Λέσβου





Ο Περιπατητής.
Ακρυλικό και Μολύβια σε καμβά.
Διαστάσεις 30 X 25 εκ.
Κυριακή 26 Ιουλίου 2013


Για μια μεταχριστιανική Ευρώπη και για μια καθημαγμένη Μέση Ανατολή δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει η αυριανή επίσκεψη του πατριάρχη Βαρθολομαίου, του πάπα Φραγκίσκου και του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου στο νησί της Λέσβου.


Για όσους όμως πιστεύουμε στο πρόσωπο και την αγάπη του Εσταυρωμένου σημαίνει πάρα πολλά. Δεν είμαι σε διάθεση για πολλές αναλύσεις. Άλλωστε νομίζω ότι με λίγη καλή θέληση ο καθένας μπορεί να κατανοήσει πολλά.


Είμαι σε διάθεση προσευχής για αυτό που θα συντελεστεί αύριο, και αυτός είναι ο τρόπος της δικής μας παρουσίας, της δικής μας συμμετοχής σε αυτό που θα συντελεστεί.


Ιδιαίτερα συνέχει το νου και την καρδιά, συγκλονίζει τη σκέψη η επιμνημόσυνη δέηση για όσους, τις εκατοντάδες εκείνες, πήρε σιωπηλά η θάλασσα μέσα στη σιωπηλή μας αδιαφορία. Μια εκκρεμότητα, βάρος στην ψυχή τόσα και τόσα χρόνια, για ένα έγκλημα που συντελείται στα ανέμελα γαλάζια μας νερά κάπως θεραπεύεται και παρηγορείται αύριο.


Ας προσευχηθούμε λοιπόν για την ανάπαυση της ψυχής όλων εκείνων που άδικα χάθηκαν, που δεν πρόλαβαν να γνωρίζουν τον ήλιο και το χάδι μας.


Ας προσευχηθούμε η αγάπη του Χριστού να μαλακώσει τις καρδιές των ανθρώπων, ιδίως τις πολύ σκληρές καρδιές των ανθρώπων της εξουσίας.


Ας προσευχηθούμε για τη χώρα μας και τους κατοίκους της, Έλληνες και φιλοξενούμενους. Ας προσευχηθούμε κατά της αδικίας και υπέρ της Βασιλείας Του. Ας προσευχηθούμε, ένα ένα με τη σειρά, όλα τα αιτήματα του Πάτερ ημών.


Ας προσευχηθούμε για την εν Χριστώ ειρήνη, δικαιοσύνη και καταλλαγή μεταξύ των ανθρώπων.


Ο "Περιπατητής" είναι μια εικόνα που τόσα χρόνια με στοιχειώνει. Ας προσευχηθούμε να βρούμε τη συγνώμη Του για το τόσο κακό το οποίο έχουμε κάνει μες στην αδυναμία μας. Ας προσευχηθούμε να έχουν ανάπαυση οι νεκροί και να ζήσουν οι ζωνταντοί.


18 Ιουν 2015

Καιρός για ταξίδι...




Το ρολόι τρέχει, ο καιρός περνάει, δίχως να κοιτάει τη δικιά μας μελαγχολία...

Αλλά ενώ κατανοώ βαθύτατα τον ανθρώπινο φόβο μπροστά στο άγνωστο, τον δισταγμό του να ξεβολευτεί από τον οικείο του χώρο, να διαβεί άγνωστα μονοπάτια, ενώ γνωρίζω πώς οι πραγματικοί ταξιδευτές είναι πραγματικά ελάχιστοι, υπάρχουν φορές που όλοι αναγκαζόμαστε να ταξιδέψουμε παίρνοντας στην πλάτη μας παιδιά και γέρους...

Σκεφτείτε την Ευρώπη στη σχεδιαζόμενή της εξέλιξη, ενός υπερυπουργού Οικονομικών για όλη, σκεφτείτε την αντιπροσωπευτικότητα αυτών των όλων και πιο συγκεντρωτικών θεσμών, σκεφτείτε τη θέση μας στην περιφέρεια και την ισχνή φωνή μας. Δεν θα είμαστε σε καμιά ελληνική δημοκρατία, αλλά σε μια γερμανική αυτοκρατορία με υπηκόους πολλών κατηγοριών. 

Απλώς αφήστε τη φαντασία σας να μιλήσει, ακούστε το κάλεσμα το πιο βαθύ μέσα σας και αναλογιστείτε αν αυτό είναι το μέλλον που μας ταιριάζει, στην καλύτερη και πιο ευνοϊκή των περιπτώσεων. 

Ο υπεσχημένος παράδεισος θα είναι η πιο ανελαστική πρόσδεση στα βάθη της κόλασης...

Το γυαλί έχει ραγίσει. Η εναλλακτική δεν είναι μια νέα εξάρτηση, δεν μπορούμε να περιπέσουμε σε κανενός είδους ετεροκαθορισμό. Μπορούμε όμως να πετύχουμε το σεβασμό των γύρω ξεκινώντας από τον αυτοσεβασμό μας. 

Παρότι είναι πολύ βαρύ για τις δικές μας πλάτες, είναι η ιστορική μας κλήση να γίνουμε ένα παράδειγμα. Αντιπαράδειγμα στην υποβάθμιση της δημοκρατίας στο πλαίσιο της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. 

Η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο. Η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, δεν είναι ρομαντική φενάκη, είναι κατεξοχήν πολιτική αντίληψη και πράξη.

Αύριο ίσως θρηνήσουμε, δίχως μεγάλη ειλικρίνεια, με δάκρυα κροκοδείλια, μια χαμένη ευκαιρία.


19 Απρ 2015

Έρευνα και πίστη. Μια κυριακάτικη, θραυσματική προσέγγιση.



Free from time. Έργο του Ιρανού ζωγράφου Hessam Abrisham. 
Μεικτή τεχνική σε καμβά.



Έχω επιλέξει μεγαλύτερη σιωπή γύρω από τα πολιτικά πράγματα. Αφενός διότι αισθάνομαι την ανάγκη να διαφυλάξω τον λόγο από το να ευτελίζεται σε κραυγές. Αφετέρου διότι έχω από χρόνια εθιστεί στην επιστημονική διάρθρωση του λόγου και στην τεκμηρίωση. Στιγμές διαισθητικής ενόρασης καταυγάζουν με το φως τους και οργανώνουν το λόγο γύρω από άξονα.

Πόση μα πόση διαφορά έχει αυτό από τη μαντική καφενείου, τη μετατροπή του άγχους μας και της κακότροπης αδημονίας μας σε πρόβλεψη, τις κάθε λογής αυτοεκπληρούμενες προφητείες, τις ιαχές που προκύπτουν από τη βαθιά απογοήτευση που γεννά η ψευδαίσθηση της παραδείσιας, δίχως σπίλο, κατάστασης πραγμάτων!

Δεν μιλώ για ό,τι δεν γνωρίζω, και αυτή τη στιγμή είναι πολλά τα άγνωστα σημεία σε μια διαρκώς εν εξελίξει δυναμική κατάσταση.

Μήτε λαχταρώ να οδηγήσω πλήθη, μήτε διά της μπουρδολογίας να υπερυψωθώ πάνω από τα πλήθη. Και δεν θα το ανέφερα καθόλου, αν δεν συνέβαινε να είναι φαινόμενο τόσο βασανιστικά συχνό, όσο και τραγελαφικά προφανές, σε μια προφάνεια εκτυφλωτική για όλους πλην του δύστυχου κάθε φορά εμπλεκόμενου...

Βαδίζουμε σε δύσβατη πορεία, κι ο νους μας πρέπει να είναι άδειος από αγωνιώδη ερωτήματα, οι δυνάμεις μας δεν πρέπει να σπαταλιούνται παρά να συντηρούν τη βέλτιστη φυσική κατάσταση.

Περιφρονώ για πολλοστή φορά τη δήθεν φιλοσοφική απαισιοδοξία, κάστρο απόρθητο για τους περισπούδαστους ρέκτες μιας αέναης καταστροφής.

Παραμένω με τη μαρξιστική θεώρηση, της φιλοσοφίας, της σκέψης, του λόγου που ζητούμενό του είναι να αλλάξει τον κόσμο.

Με δυο λόγια, ζω σε όλο το βάθος την πασχάλια χαρά, τον Αναστάντα και νικητή του κράτους του θανάτου.

Ἀνέστη Χριστὸς καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι.

Ἀνέστη Χριστὸς καὶ πεπτώκασι δαίμονες.

Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ζωὴ πολιτεύεται.

13 Δεκ 2014

Γενικοάνθρωποι και Μέγαρα Σύμβολα της Διαπλοκής





Στα Μέγαρα στα Μέγαρα, αχ κι εγώ να έμπαινα!
(Σατιρικόν)


Τι θα έλεγε ο αείμνηστος Αγουρίδης αν έβλεπε να γίνονται θεολογικές εκδηλώσεις για τη Δημοκρατία στο Μέγαρο Μουσικής;

Έφυγε νωρίς και δεν πρόλαβε να γνωρίσει το χάλι μας του τελευταίου καιρού. Μακαρίζει σήμερα κανείς εκείνους που έφυγαν και μάλλον θλίβεται για εκείνους που μένουν. Ζούμε σε συγκλονιστικούς καιρούς και νομίζω ότι έχουμε στοιχειώδη υποχρέωση συνέπειας λόγων και πράξεων.

Καλώς υψώνονται οι φωνές για τον εκδημοκρατισμό της Εκκλησίας.

Όταν όμως υψώνονται μέσα από το λαμπρακικό άντρο και μέγαρο της διαπλοκής, ένα μέγαρο που χτίστηκε στα χρόνια μας με τον ιδρώτα του προσώπου μας και το χρήμα του ελληνικού λαού, χυμένο και απαλλοτριωμένο από το συγκρότημα Λαμπράκη, όταν μόλις πρόσφατα το διασώσαμε και πάλι αλλά δεν αποδώθηκε ως περιουσία στον λαό που το πλήρωσε και το ξαναπλήρωσε, για ποια δημοκρατία ο λόγος;

Λυπάμαι πολύ που σας χαλάω τη σούπα, συνομήλικοι και μεγαλύτεροι συνάδελφοι. Λυπάμαι που αμφισβητώ την αγιογραφία σας, που ψηφίδα ψηφίδα, γιορτή τη γιορτή, ομιλία την ομιλία έχετε με κόπους κατασκευάσει.

Δεν μπορεί όμως να μιλάτε για Εκκλησία και για παραεκκλησιαστικές οργανώσεις, όπως τη Ζωή, και παράλληλα να αποδέχεστε τις προσκλήσεις των οργανώσεων αυτών για ομιλίες.

Δεν μπορεί να κρίνετε το σκοτάδι των απαρχαιωμένων και αντιδημοκρατικών εκκλησιαστικών τρόπων, γινόμενοι έργω διαπρύσιοι κήρυκες του "εκσυγχρονισμού" όπως τον γνωρίσαμε. Και για ποια δημοκρατία μιλάτε; Για μια μεταδημοκρατία, ελάχιστα απέχουσα από τον φασισμό; Αυτή που διοχετεύει το δημόσιο πλούτο στις τσέπες μιας ολιγαρχίας που επιδιώκει να ελέγξει όλες τις όψεις της ζωής και ιδίως τον πολιτισμό;

Τα πάντα όλα για τη λάμψη φίλτατοι; Περάσατε με την πλευρά του επιστάτη; Και όλα αιτιολογημένα με τις αγαθότερες, ιερότερες, ιεραποστολικότερες ιδέες; Ισχυρίζεστε πώς δεν γίνεται τάχα για τη λάμψη αλλά γιατί πιστεύετε στο λόγο που εκφέρετε;
"Δείξον μου την πίστη σου εκ των έργων σου", λέει κάπου το ευαγγέλιο... και η διάθεσή μου δεν είναι να αναζητήσω την παραπομπή. Σημασία δεν έχει η παραπομπή, σημασία έχει αυτό που έχει μείνει μέσα μας, αυτό που έχει γίνει ένα με τη σάρκα μας.
Είναι επιλογή για κάποιους να μένουμε στις άκρες και τα σπήλαια, όχι αδυναμία ή φθόνος. Είναι επιλογή που πολλές δεκαετίες οικοδομήσαμε.

Και ναι μεν οι αστοί εξ υμών έχουν τη δικαιολογία τους στη γενική φιλοσοφία της ζωής τους.
Οι επαναστάτες όμως; Αυτοί που έχουν δήθεν ζευγαρώσει με την επανάσταση και δεν την ξεκαβαλάνε το τελευταίο διάστημα αλλά καλούν και οπαδούς, μαζί να "νικήσουμε τον φιλελευθερισμό", τι δουλειά έχουν στα Μέγαρα; Αυτοί που έχω με τα αφτιά μου ακούσει τη βροντώδη κριτική τους για τον πλούτο τον εκκλησιαστικό, τι δουλειά έχουν στα μαλακά χαλιά;

Φοβάμαι και τρέμω τους "γενικοανθρώπους", μια μεθερμηνεία του "ανθρωποθέου" του Πόποβιτς. Προτιμώ αυτούς που βάζουν σφάγιο το κορμί τους, σαν τον Ρωμανό, παρά αυτούς που σφαγιάζουν τα πάντα στο βωμό μιας ανούσιας προβολής. Δεν πα να 'ναι γεροντάδες της ερήμου, γεροντάδες των Αθηνών και Ευρωπαίοι γεροντάδες.

Ούτε θεατής δεν θα έρθω στο χορό. Πολύ λυπάμαι.

7 Δεκ 2014

Τα Μωρά και τα Νήπια



 Εύη Βουλγαράκη, Ανατολή Ανατολών, 2014.
Ακουαρέλα και μολύβια σε χαρτί 300gr. Διαστάσεις 19 x 24 cm.



"...ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς, ἵνα τοὺς σοφούς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς, ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά..." (1Κορ 1: 27).

Λες και γράφτηκε για την εποχή μας, για τις καταστάσεις μας, για τις μέρες και τις ώρες που ζούμε.
Γράφτηκε ασφαλώς για την τάξη των διανοουμένων, αυτή τη νόθα τάξη.
Μια τάξη στην οποία ανήκω, αλλά και στην οποία δεν έχω την παραμικρή εμπιστοσύνη.

Η διάθεση κοινωνικής ανόδου, σχέσεις υποτέλειας με τους ισχυρότερους και προπετούς περιφρόνησης εκείνων που θεωρούνται κατώτεροι, είναι το κύριο ζήτημα της διανόησης διαχρονικά. Και πολύ δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα από την εποχή που ο διανοούμενος, φιλόσοφος, δάσκαλος, συγγραφέας, καλλιτέχνης, αναζητούσε προστασία στην αυλή κάποιου ευγενούς για να μπορέσει να δημιουργήσει.

Η εποχή πολλούς "φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα" μας καλεί να αναμετρηθούμε με τον βαθύτατο εαυτό μας, τις βαθύτατες ανάγκες μας.

Αν μια κατηγορία ανθρώπων έχει σήμερα κυρίαρχες ευθύνες, κι αν έχει δραματικά επιβεβαιώσει το αυλικό της ρόλο, είναι η κατηγορία της διανόησης.

Σε συνθήκες που καθημάζεται όλος ο ελληνικός λαός και γκρεμίζεται η κοινωνία, αφού έχει καταστραφεί μεθοδικά η συνοχή της με αλλεπάλληλα στρατηγήματα, οι διανοούμενοι έχουν ευθύνες όσο ποτέ. Είναι καιρός να τις αναλάβουν.

Και πιστεύω βαθύτατα, αν και ενάντια στα εν στενή εννοία συμφέροντά μου, ότι η μεγαλύτερη αυστηρότητα πρέπει να δειχθεί σε εμάς. Στην περίπτωση των διανοουμένων που η φυσική τους θέση είναι να εμπνέουν και να οδηγούν μια κοινωνία.

Η αποτυχία μας θα είναι ασύγνωστη.

Αλλά δεν θα ξαφνιαστώ αν μας ξεράσει η ιστορία και αν την οδηγήσουν τα μωρά και τα νήπια...

6 Οκτ 2014

Η Βουβή Αφήγηση






Η ιστορία γράφεται από τη σκοπιά των ισχυρών. Στους πολέμους επικυριαρχεί η γραφή των νικητών. Η αφήγηση των ηττημένων είναι μια αφήγηση ψιθυριστή, αυτολογοκριμένη, εμπιστευτική, που αφορά κυρίως τον κύκλο των ιδίων. Ο ιστορικός ερευνητής χρειάζεται γενικότερα να καταβάλει μεγάλο μόχθο προκειμένου να ερευνήσει την ιστορία από μια ειδικότερη σκοπιά, κοινωνικών στρωμάτων που δεν επικυριαρχούν και δεν ηγούνται της ιστορίας. Έτσι, για παράδειγμα, η ιστορία από τη σκοπιά των γυναικών καθίσταται μια δύσβατη όσο και ενδιαφέρουσα εξερεύνηση.

Η ιστορική περίοδος που διανύουμε δεν διαφέρει σε κάτι, ως προς αυτό. Και σήμερα, η κεντρική μας αφήγηση δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη της τη σκοπιά των φτωχών. Οι φτωχοί δεν έχουν φωνή, για να αφηγηθούν τη ζωή τους, το μόχθο τους, τον αγώνα τους τον καθημερινό, τα πάθη τους, τις μικρές νίκες ή ήττες της καθημερινότητάς τους, τα αισθήματα που τους κατακλύζουν, τη σκέψη τους.

Η αφήγηση των φτωχών δεν υπάρχει όχι μόνο όχι μόνο στο πλαίσιο της συστημικής κυρίαρχης αφήγησης, που σχεδόν ταυτίζεται με την προπαγάνδα των ΜΜΕ, αλλά δεν υπάρχει ούτε στον εναλλακτικό και διαδραστικό τρόπο ενημέρωσης που υπάρχει εν δυνάμει στο διαδίκτυο.

Οι φτωχότεροι του κοινωνικού αυτού κυβερνοχώρου διαθέτουν στέγη, ρεύμα και τηλέφωνο, και διαθέτουν φωνή που θέτει τις δικές τους πολιτικές και κοινωνικές προτεραιότητες. Οι όλο και περισσότερο πτωχευμένοι μικροαστοί, επαγγελματίες, υπάλληλοι, όλο και περισσότερο τείνουν να αγνοούν την ύπαρξη των εντελώς απόκληρων, εκείνων που στις παρυφές της κοινωνίας ζουν άστεγοι, και πάμφτωχοι, με κύριο μέλημα τη συντήρηση της ύπαρξής τους, τη βολή ή τη ζεστασιά τους κάθε μέρα, κάθε ώρα ή κάθε στιγμή.

Δεν είναι ότι πέθαναν όλοι. Δεν είναι ότι κοινωνικές υποδομές τους απορρόφησαν. Δεν είναι ότι τα παγκάκια νέου τύπου και οι άλλες επινοήσεις των δημάρχων τους έσπρωξαν σε όλο και πιο απόμερα μέρα. Είναι η συνήθεια. Έχουμε επιλέξει να μη βλέπουμε, να μην ακούμε κάτι που έχει εξελιχθεί σε μέρος της δικής μας κανονικότητας, που μας προσφέρει όλο και μικρότερη συναισθηματική έξαρση, ξάφνιασμα, αναστάτωση.

Η φωνή ενός ανθρώπου που ετοιμάζεται να κάνει ένα απονενοημένο διάβημα, είναι βουβή. Μόνο η πράξη είναι εύγλωττη και ηχηρή.

Μάλλον όμως φταίνε τα μάτια και τα αφτιά μας, που δεν προσφέρονται για ακροατήριο τέτοιων αφηγήσεων πόνου.

Η βουβή αφήγηση μας αναστατώνει τόσο που σβήνουμε και τα τελευταία της ίχνη στη συνείδηση. Πόσο μάλλον στην ιστορία. Η αφήγηση των φτωχών θα παραμείνει βουβή. Εικασίες θα απομείνουν και ξεθωριασμένα στατιστικά, αλλ' όχι ανθρώπινα υποκείμενα.