Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6 Οκτ 2014

Η Βουβή Αφήγηση






Η ιστορία γράφεται από τη σκοπιά των ισχυρών. Στους πολέμους επικυριαρχεί η γραφή των νικητών. Η αφήγηση των ηττημένων είναι μια αφήγηση ψιθυριστή, αυτολογοκριμένη, εμπιστευτική, που αφορά κυρίως τον κύκλο των ιδίων. Ο ιστορικός ερευνητής χρειάζεται γενικότερα να καταβάλει μεγάλο μόχθο προκειμένου να ερευνήσει την ιστορία από μια ειδικότερη σκοπιά, κοινωνικών στρωμάτων που δεν επικυριαρχούν και δεν ηγούνται της ιστορίας. Έτσι, για παράδειγμα, η ιστορία από τη σκοπιά των γυναικών καθίσταται μια δύσβατη όσο και ενδιαφέρουσα εξερεύνηση.

Η ιστορική περίοδος που διανύουμε δεν διαφέρει σε κάτι, ως προς αυτό. Και σήμερα, η κεντρική μας αφήγηση δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη της τη σκοπιά των φτωχών. Οι φτωχοί δεν έχουν φωνή, για να αφηγηθούν τη ζωή τους, το μόχθο τους, τον αγώνα τους τον καθημερινό, τα πάθη τους, τις μικρές νίκες ή ήττες της καθημερινότητάς τους, τα αισθήματα που τους κατακλύζουν, τη σκέψη τους.

Η αφήγηση των φτωχών δεν υπάρχει όχι μόνο όχι μόνο στο πλαίσιο της συστημικής κυρίαρχης αφήγησης, που σχεδόν ταυτίζεται με την προπαγάνδα των ΜΜΕ, αλλά δεν υπάρχει ούτε στον εναλλακτικό και διαδραστικό τρόπο ενημέρωσης που υπάρχει εν δυνάμει στο διαδίκτυο.

Οι φτωχότεροι του κοινωνικού αυτού κυβερνοχώρου διαθέτουν στέγη, ρεύμα και τηλέφωνο, και διαθέτουν φωνή που θέτει τις δικές τους πολιτικές και κοινωνικές προτεραιότητες. Οι όλο και περισσότερο πτωχευμένοι μικροαστοί, επαγγελματίες, υπάλληλοι, όλο και περισσότερο τείνουν να αγνοούν την ύπαρξη των εντελώς απόκληρων, εκείνων που στις παρυφές της κοινωνίας ζουν άστεγοι, και πάμφτωχοι, με κύριο μέλημα τη συντήρηση της ύπαρξής τους, τη βολή ή τη ζεστασιά τους κάθε μέρα, κάθε ώρα ή κάθε στιγμή.

Δεν είναι ότι πέθαναν όλοι. Δεν είναι ότι κοινωνικές υποδομές τους απορρόφησαν. Δεν είναι ότι τα παγκάκια νέου τύπου και οι άλλες επινοήσεις των δημάρχων τους έσπρωξαν σε όλο και πιο απόμερα μέρα. Είναι η συνήθεια. Έχουμε επιλέξει να μη βλέπουμε, να μην ακούμε κάτι που έχει εξελιχθεί σε μέρος της δικής μας κανονικότητας, που μας προσφέρει όλο και μικρότερη συναισθηματική έξαρση, ξάφνιασμα, αναστάτωση.

Η φωνή ενός ανθρώπου που ετοιμάζεται να κάνει ένα απονενοημένο διάβημα, είναι βουβή. Μόνο η πράξη είναι εύγλωττη και ηχηρή.

Μάλλον όμως φταίνε τα μάτια και τα αφτιά μας, που δεν προσφέρονται για ακροατήριο τέτοιων αφηγήσεων πόνου.

Η βουβή αφήγηση μας αναστατώνει τόσο που σβήνουμε και τα τελευταία της ίχνη στη συνείδηση. Πόσο μάλλον στην ιστορία. Η αφήγηση των φτωχών θα παραμείνει βουβή. Εικασίες θα απομείνουν και ξεθωριασμένα στατιστικά, αλλ' όχι ανθρώπινα υποκείμενα.

15 Σεπ 2014

Επάνω στα Ψηλώματα, με Γλέντια και με Πρόβατα!


 

Ανάμεσα στο «η φτώχεια θέλει καλοπέραση» και στο «οι φτωχοί ξέρουν να γλεντούν» κύλησε το Σαββατοκύριακο στο Ζαγαρά, το χωριό μας ψηλά στον Ελικώνα. Φεύγει ο μεγάλος ανιψιός, ο πρωτότοκος, για στρατό, και μας κάλεσε όλους, μαζί και με τους φίλους του, για γλέντι τρικούβερτο. Όπερ και εγένετο! Με προβατίνα στον ξυλόφουρνο, σίγλινο Μάνης, σαλάτα από το χωράφι που ανταγωνιζόταν σε νοστιμιά τα κρέατα, συνοδευτικά και άφθονο κρασί να ρέει, με τη γλυκιά παρέα, κύλησε το γλέντι μέχρι το πρωί. Σηκώθηκαν ποτήρια, ένα πανάρχαιο έθιμο, στο οποίο μυήθηκαν και οι καινούργιοι της συντροφιάς. Έρρεαν οι ευχές, τα φιλιά και τα τραγούδια, μέχρι που αποσώθηκαν οι φωνές κοντά στα ξημερώματα. Είναι από τις περιπτώσεις που βλέπεις πώς ζει το δημοτικό τραγούδι, αλλά και πώς επίσης το έντεχνο είναι ζωντανό κομμάτι της ζωής και του γλεντιού. Άνθρωποι άγνωστοι ήρθαν κοντά, και τα παιδιά μας τα έβλεπες που έχουν γίνει άντρες και γυναίκες, κι είχαν στα χέρια τους όλη τη διοργάνωση. Δεν χρειαζόταν να έχουμε εμείς τον πρώτο λόγο, και είναι τόσο υπέροχα ανέμελο αυτό!

Την ώρα που προηγήθηκε αλλά και τη μέρα που ακολούθησε τη βγάλαμε στο «Λαβά», τοπωνύμιο που σημαίνει για την ευρύτερη οικογένεια τους μόχθους και τους κόπους γενεών ξωμάχων παππούδων, κτηνοτρόφων και αγροτών. Εκεί κι εμείς, συνέχεια μιας γερής αλυσίδας όπου τώρα κάποιοι από τα αδέρφια είναι κρίκοι βασικοί, κι εμείς επισκέπτες που η ανάσα μας γεμίζει από τη μυρωδιά του υγρού χώματος.

Ανάμεσα στα πρόβατα λοιπόν, που είναι γερά και καλοταϊσμένα, δόξα να ’χει ο Θεός. Εκεί και μια οχιά, που μακέλεψε το κριάρι, και τη μακέλεψε η γάτα. Αυτό το κριάρι, το δύσμοιρο, είναι αμφίβολο αν θα ζήσει – μεγάλη ζημιά! Εκεί και ο Αράπης, σκύλος ετών δεκατεσσάρων, που έχει βγάλει πέρα το κοπάδι σε δύσκολους καιρούς, έχει δώσει μάχη με το λύκο ξανά και ξανά, και είναι ακόμη ζωντανός, χάρη στην περιποίηση και την αγάπη του αφεντικού του. Όμως, έτσι νιώθουμε, είναι μάλλον η τελευταία φορά που τον βλέπουμε, καθώς οριακά σηκώθηκε, ήρθε να τον χαϊδέψουμε σαν σε αποχαιρετισμό, και κατόπιν άραξε στο έδαφος και δεν ξανασηκώθηκε όσο και να του φωνάζαμε. Εκεί αυτό το δέντρο το γιγάντιο, το βίδι, που κλαδεύτηκε με άδεια του δασαρχείου... Τα κλαδιά του κόπηκαν και ταΐστηκαν τα πρόβατα με την αγαπημένη τους λιχουδιά, τα πράσινα πλυμένα φύλλα, ενώ με το ξύλο του θα ταϊστεί η σόμπα, να ζεστοκοπηθεί ο παππούς όλο το χειμώνα.

Φέτος θα έχουμε βαρύ χειμώνα, λένε τα μερομήνια, λένε τα έλατα που γέρνουν από τον καρπό, λέει κι ο παππούς στοχαστικά: «Είναι καιρός να κάνει χειμώνα, έχει δυο χρόνια που δεν έκανε καθόλου, μα αλίμονο στη φτωχολογιά».

Με αυτό το βίδι παλεύαμε όλη μέρα πριν το γλέντι, μα και την επομένη. Με φόβο και τρόμο, με το μηχανάκι δεμένο με τριχιά, ανέβηκε ο Σπύρος στα πιο ψηλά από τα κλαδιά, και εκεί, ισορροπώντας πάνω στα πιο γερά, έκοβε και καθάριζε λίγο λίγο, ενώ εμείς του δίναμε οδηγίες και εργαλεία από κάτω. Στην προσπάθεια να του πετάξω ένα μαγκούρι για να αδράξει ένα κλαδί, από κάτω προς τα πάνω σε καμιά δεκαριά μέτρα ύψος, ξέχασα την αγκύλωση στον ώμο μου κι έχασα τη μιλιά μου από τον πόνο για ώρα πολλή. Ευτυχώς, ο Δημήτρης το πέτυχε καλύτερα από μένα. Λίγο λίγο το καταφέραμε το δέντρο, και μετά το λιανίσαμε, το διαλέξαμε, το στοιβάξαμε, σύραμε τα μεγάλα κλαδιά από το δρόμο μέσα στο κτήμα. Αυτό θα φουντώσει και πάλι, ανανεωμένο και θαλερό. Την άλλη μέρα κατεβάσαμε και κάποιες μεγάλες κλάρες που είχαν μείνει απάνω, καθώς τις συγκρατούσαν εκεί μετέωρες άλλα κλαδιά.

Πήγαμε και στα χωράφια. Είχε βρέξει μια ευλογημένη βροχή, και η λάσπη δυσκόλευε τις κινήσεις. Πλούσια η συγκομιδή σε φασολάκια, ντομάτες, αρωματικά πεπόνια, που μας ζάλιζαν με το μεθυστικό άρωμά τους στο αυτοκίνητο, στο δρόμο της επιστροφής.

Ζωγράφισα το «πορτρέτο» της γαϊδούρας, και ό,τι πρόλαβα σκίτσαρα σε πρόχειρο μπλοκ. Τώρα γνωρίζω καλύτερα τα ζώα και τις κινήσεις τους, αν και αυτά τα πρώιμα σκίτσα θέλουν πολλή δουλειά ακόμα. Βήμα βήμα όμως προχωράει κανείς.

Κι έτσι, σε αργούς ρυθμούς κύλησαν οι ώρες, αργούς και γεμάτους, και έχασα και όλα τα σημαντικά της επικαιρότητας για χάρη αυτής της θεϊκής ομορφιάς, που μας τύλιξε και στην αγκάλη της οποίας αφεθήκαμε με ανακατακτημένη ξεγνοιασιά.

Όλα πήραν τη θέση τους, και οι βουνίσιες ανάσες μας θα μας κρατήσουν αρκετό καιρό ακόμα, μέσα στην πόλη.

Σήμερα Δευτέρα πρέπει να μπολιάσουμε εδώ, στο Πεντελιώτικο βουνό, μια αγριοκορομηλιά με μπόλι βανίλιας και δαμάσκηνου που φροντίσαμε να πάρουμε, από το μερακλήδικο κτήμα ενός θείου.

Εκεί στα ψηλώματα του Ελικώνα, όλα ήταν στη θέση τους. Το ήξερα καλά τη νύχτα, σχεδόν χάραμα, όταν η παρέα των παιδιών έμπαινε στα αυτοκίνητα να πάει στο δρόμο της, και εμείς ευχόμασταν καλό κατευόδιο και να τους φυλάει ο Θεός.

Κατόπιν, ησυχία... Μόνο το θρόισμα των φύλλων και οι νυχτερινοί ήχοι της φύσης, μαζί και η βρύση η μεγάλη που ξέχυνε το λιγοστό, αυτή την εποχή του χρόνου, νερό της, προσμένοντας τα καινούργια νερά και τα χιόνια που θα της δώσουν ζωή. Εκεί μείναμε με το Δημήτρη ώρα πολλή ακόμα... Εκεί, με τη δισταχτική φωνή μου συνέχισα να τραγουδώ, γιατί το τραγούδι δεν έλεγε να βγει από τα μέσα μας.

Εκεί είπα για πρώτη φορά στη ζωή μου ολόκληρο, μόνη μου, σιγανά και τρεμάμενη, αλλά ολόκληρο το κλέφτικο:


Ωρέ βγήκεν ο ήλιος, κόκκινος
και το φεγγάρι μαύρο
κι ο λαμπερός Αυγερινός
δεν πάει να βασιλέψει.
-Πες μας, καημένε Αυγερινέ, κανά καλό χαμπέρι.
-Το Λεπενιώτη βάρεσαν μες στη Φουρνά στη σκάλα
τον κλαίει όλος ο ντουνιάς
τον κλαιν τα κυπαρίσσια...



Το είπα αργά, σπαρακτικά αργά, όπως θυμάμαι να το τραγουδάει ο μπάρμπας ο μουσικός, ο Κώστας ο Πισίνας κάθε χρόνο σε πανηγύρια... Αυτός που μας έδωσε και τα μπόλια, για να τρώμε τους γλυκούς καρπούς!

«Καλά το είπες», μου επιβεβαίωσε ο Δημήτρης, κι εκεί στη βρύση, μέσα στη νύχτα, πάνω στα στέργια βουνά και χώματα, στεργιώθηκαν και σφιχτοδέθηκαν όλες οι σκέψεις που περνούσαν φευγαλέες και ρευστές από το νου και την καρδιά το τελευταίο διάστημα.

Απέκτησα σχέδιο ζωής, το ίδιο, το γνωστό, που ξανακαινουργώθηκε.


Ο ήλιος βασιλεύει κι η μέρα σώνεται
Κι ο νους μου απ’ την αγάπη δεν συμμαζώνεται!





Υ.Γ. Η ζωή ήταν πολύ γεμάτη για να τη φωτογραφήσουμε, εντούτοις ο Γιώργος μου σκέφτηκε να τραβήξει τη βροχή...



27 Αυγ 2014

Περιπέτειες με Ποντίκια



Πριν δυο καλοκαίρια έγραφα μια επιστημονική εργασία στην Ύστερη Αρχαιότητα με πολλές πατρολογικές παραπομπές. Χρειαζόμουν διαρκώς την Πατρολογία του Migne. Την έχω όλη στο σπίτι, και καταλαμβάνει πολλά ράφια, στα δυσπρόσιτα. Αλλά ανέβα σκάλα – κατέβα σκάλα, δεν λέει. Ευτυχώς που υπάρχει ολόκληρη και ηλεκτρονικά. Αυτή τη λύση προέκρινα, όντως φυσικώς τεμπέλα και αναπόδραστα όμηρος μιας καθιστικής ζωής. Όμως εκεί έπαθα άλλη ζημιά. Πάνω – κάτω το ροδάκι του ποντικιού, αγκύλωση στο χέρι. Αυτοί είναι οι σωματικοί πόνοι της πνευματικής εργασίας. Αφόρητοι. Μέχρι να συνειδητοποιήσω γιατί πονάω έτσι, και αφού αδίκως ενοχοποίησα το πληκτρολόγιο, κάποτε έβγαλα τη σωστή διάγνωση. Φταίει το ποντίκι.

Πάω λοιπόν να αγοράσω καινούργιο ποντίκι, να είναι ακριβείας, άνετο στη χρήση, το ροδάκι του να κυλάει απρόσκοπτα στη βαριά ανηφόρα των σελίδων του Migne. Και να μην είναι ασύρματο, γιατί τα σιχαίνομαι. Κατευθύνομαι στον Κωτσόβολο της γειτονιάς μας, και επιστρέφω με ένα ποντίκι gamer, πολύ σταθερό στο χέρι και από μόνο του σκέτη discothèque. Εκείνη τη μέρα ήταν και η ηλικιωμένη μητέρα μου στο σπίτι, και την απασχολούσα δείχνοντάς της έργα ζωγραφικής στο διαδίκτυο. Την έβαλα κάπως στο νόημα, πώς να προχωράει από το ένα έργο στο επόμενο, αλλά αυτό το ποντίκι που άναβε φωτάκια κάθε λογής, σαν φωτορρυθμικό, τη φόβιζε. "Δεν θα σε φάει το ποντίκι", την καθησύχαζα η μικρομέγαλη, καθώς είχα ξοδέψει πολλά ξετινάζοντας τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Οι στερήσεις που ακολούθησαν ήταν δικαιολογημένες: για λόγους υγείας. Και όντως, το χέρι μου ηρέμησε, και ησύχασα ότι είχα κάνει μια καλή επένδυση.

Αυτές τις μέρες με τις ζέστες, το ποντίκι σαν να ίδρωνε και να έβγαζε ένα κολλώδες υγρό. Ρε τα παλιόπαιδα, σκέφτηκα η δόλια και καχύποπτη μάνα, πάλι έχυσαν αναψυκτικό στο γραφείο μου και δεν μιλήσανε καθόλου. Ανακρίσεις, γκρίνιες, φασαρίες, κανένας ένοχος δεν ομολόγησε.

Το ποντίκι συνέχισε την εφίδρωση. Το καθάριζα, το σκούπιζα, με το νύχι ξεκόλλαγα το κολλώδες υγρό. Μα αυτό ασθενούσε βαριά, και πότε δούλευε, πότε όχι. Η αποσύνδεση επανασύνδεση του ποντικιού ήταν μια τελετουργία που εκτελούσα, κανονικά προσευχόμενη, πολλές φορές τη μέρα. Νόμιζα ότι μπορεί να φταίει το pc που κολλάει και όχι το ποντίκι. Κάποια στιγμή έφτασα στο μη παρέκει και διέγνωσα ότι το ποντίκι "τετέλεσται". Άντε να βρεθεί άλλο. Όχι, δεν θα πήγαινα ξανά στον Κωτσόβολο στη γειτονιά μου, και ασφαλώς δεν θα ξόδευα πάλι τόσα λεφτά. "Κανένα ποντίκι ξέμπαρκο", ρωτούσα τους δικούς μου; Μα δεν υπήρχε ξέμπαρκο και διαθέσιμο ποντίκι στο σπίτι.

Βρήκα λοιπόν ένα παλιό από laptop, αποξεχασμένο σ' ένα συρτάρι. Τι αφέλεια! Το καλώδιο ήταν κοντό. Πού να φτάνει; Έφτιαξα λοιπόν πατέντα, για το Σαββατοκύριακο. Πήρα ένα χαμηλό τραπεζάκι, το εγκατέστησα δίπλα στην καρέκλα μου, έστρωσα χαλάκι το mouse pad, και εκεί, οριακά με λίγο ξέντωμα, ζαβά εντελώς έφτανε το ποντίκι. Μετά από λίγο συνήθισα την παράξενη χρήση.

Δευτέρα πρωί ξύπνησα με αφόρητο πόνο στην ωμοπλάτη. Ευτυχώς με φώτισε αμέσως ο Θεός για την αιτία του πόνου. Το ποντίκι του laptop φταίει, σκέφτηκα. Κοντεύω να εξαρθρώσω τον ώμο μου. Έδωσα εντολή στο Δημήτρη που πήγαινε κέντρο να αγοράσει οπωσδήποτε ποντίκι την ίδια μέρα. Εγώ βέβαια στο μεταξύ συνέχισα το χαβά μου, δηλαδή να δουλεύω, πονώντας. Οι σωματικοί κόποι και οι μικρές θυσίες της πνευματικής εργασίας, αλάτι και πιπέρι στη ζωή.


Αργά τη νύχτα ήρθε ο Δημήτρης και φώναξε. "Ποντίκι, ποντίκι, έχουμε ποντίκι". Ξεχνώντας τα πάντα πετάχτηκα πάνω. "Τι ποντίκι, πού;" ρώτησα ανάστατη, γιατί τη χρονιά που κάηκε το βουνό όλα τα ποντίκια του ορεινού όγκου ήρθαν στα κατοικημένα, και γνωρίσαμε κανονική επιδρομή μέσα στα σπίτια. Σ' εμάς κατέφαγαν τα καλώδια του πλυντηρίου πιάτων και του φούρνου της κουζίνας, αμαρτίες που πληρώνω ακόμα και σήμερα.

Αφού η οικογένεια χόρτασε διασκέδαση με το παρ' ολίγον εγκεφαλικό μου, μου παρουσίασαν τη σακούλα με το καινούργιο ποντίκι.

Απλό, πάμφθηνο και... microsoft. Μια κακιά σκέψη που πήγε να μου περάσει για τις πολυεθνικές – την έδιωξα σαν αρουραίο...

Και τώρα, επιτέλους, μπορώ να συνεχίσω ακάθεκτη να σας ζαλίζω με ιστορίες και λόγια, η καλλιτεχνική αξία των οποίων αμφιβάλλεται.

Αλλά εντελώς στο χώρο του μεταμοντέρνου, οι μικρές αυτές αφηγήσεις καταλαμβάνουν σχεδόν το όλον της ζωής μας. Τι άλλο να αφηγηθούμε κι εμείς οι γραφιάδες;

16 Απρ 2014

Τρία Καφέ στο Ελσίνκι



Τα καφενεία μιας χώρας είναι χαρακτηριστικό δείγμα του πολιτισμού της. Και υπάρχουν καφενεία ιστορικά, γεμάτα συγκινήσεις, αναμνήσεις, εμπειρία. Κάποιοι λαοί προσέχουν ιδιαίτερα τα ιστορικά τους καφενεία και φροντίζουν κατά την όποια ανακαίνιση να μην χαθούν τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά και φορτία της μνήμης. Κάποιοι μοιάζει να έχουν πάρει διαζύγιο με τη μνήμη τους, λες και το παρελθόν τους φορτώνει ενοχές, λες και τους στοιχειώνει, τους κυνηγά ως ερινύα, τους βαραίνει. Οι ίδιοι κυνηγούν το νέο, ίσως το φευγαλέο, από ανακαίνιση σε ανακαίνιση στο κλίμα μιας αδιάκοπα εφήμερης φτήνιας. Η στιγμή όμως περνά και χάνεται, κι έτσι αν δεν είναι μια γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το αύριο, ίσως είναι απλώς ένα σημείο του χρόνου μηδενικών διαστάσεων και σημασίας. Αντίθετα, αν είναι η οδός μέσω της οποίας δημιουργικά και δυναμικά συναντιέται το είναι μας με τις ρίζες του και καθορίζει την προοπτική του, μπορεί να είναι μαγευτική και σημαντική. Καθώς ο χρόνος είναι συνάμα χώρος, η αντιμετώπιση του χώρου στη διάσταση του χρόνου είναι από τα βασικά χνάρια πολιτισμού.

Γυρίζοντας πάλι στα καφενεία, η μνήμη ανακαλεί μεγάλες συζητήσεις και διαμάχες για ιστορικά καφενεία των Αθηνών, που δεν είχαν πάντα ένδοξη κατάληξη.

Ας πάμε όμως στο Ελσίνκι. Τρία καφέ ξεδιάλεξα τις λίγες μέρες που έμεινα εκεί, που κάτι ξεχωριστό σήμαναν για μένα.

Το “Παρεκκλήσι” 

 


Το ξεδιάλεξα, αλλά δεν το χόρτασα. Για την ακρίβεια το γνώρισα μόνο από έξω. Με γοήτευσε η φωτεινή του διαφάνεια, ένας σταθμός του φωτός στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Γύρω του επιβλητικά και μεγάλα ιστορικά ή σύγχρονα κτίρια, χάρμα οφθαλμών, αλλά και η άπλα του ελεύθερου χώρου, στον κεντρικό αυτό δρόμο και συνάμα πάρκο της πόλης.

Κάποτε εκεί ήταν λιβάδια. Έβοσκαν γελάδια τα καλοκαίρια και σταβλίζονταν το χειμώνα, τρεφόμενα με χόρτο ξερό, μια τεχνογνωσία που οι Φιλανδοί ανέπτυξαν σε ιδιαίτερη πατέντα στους σύγχρονους καιρούς. Όπως με ενημέρωσε ο ξεναγός μου, στις διαρκείς ερωτήσεις μου καθώς ενός τρίχρονου παιδιού που εξερευνά τον κόσμο, έτσι ταΐζουν τα γελάδια με τόσους μήνες χειμώνα και χιόνι, και ο τρόπος επεξεργασίας του χόρτου είναι ιδιαίτερα υγιεινός και υψηλής θρεπτικής αξίας. Εκεί λοιπόν, μου είπε ο ίδιος ξεναγός, υπήρχε ένα κονάκι που πουλούσε το γάλα. Αυτό ονόμαζαν “kappeli”, το οποίο εγώ μετέφρασα μέσα μου θεολογικό τῷ τρόπῳ ως παρεκκλήσι, και αποθαύμασα την ιερότητα ενός κόσμου, που τον φανταζόμουν γεμάτο δρυΐδες και ξωτικά, και ο οποίος ιεροποιεί την τροφή και την αφθονία της. Τα ιστορικά μου άλματα δεν με απασχόλησαν καθόλου –πώς αναπάντεχα προχώρησαν σε τέτοιο ιστορικό βάθος–, αφού εδώ δεν γράφουμε ιστορία αλλά φαντασία, και η φαντασία ανασυνθέτει την ιστορία σε δικό της παραμυθητικό αφήγημα. Ο θρύλος όμως που υπόρρητα είχα στο νου μου, κατέρρευσε μόλις θυμήθηκα, ενώπιος ενωπίῳ της οθόνης μου και επανερχόμενη στη λατρεία του ορθού λόγου, ότι γενικότερα τον ταβερνιάρη τον λέμε «κάπελα». Αλλά καθώς η ανοησία μου έχει τη δική της χάρη, την αφήνω εδώ, για να γελάσετε είτε σε βάρος μου, είτε μαζί μου, σε κάθε περίπτωση γιατί χαίρομαι να σας κάνω να γελάτε...

Το Καφέ απέναντι στο Ξενοδοχείο 

 


Μου το είπαν, αλλά δεν θυμάμαι ο όνομά του! Είμαι ξεχασιάρα. Ξέρω όμως τον δρόμο για εκεί. Βρίσκεται πάλι κεντρικά και ακριβώς απέναντι από το σημαντικότερο ξενοδοχείο της όλης Σκανδιναβίας. Έτσι το κατέγραψε με περηφάνια η ξεναγός μου, και εγώ σας το μεταφέρω με θρησκευτική ευλάβεια. Ούτε του ξενοδοχείου θυμάμαι το όνομα, αλλά καθώς μάλλον δεν έχω προοπτική να εγκαταβιώσω ούτε ως παρεπίδημη εκεί, ούτε συχνάζω σε τέτοια μέρη, χρήσιμο είναι να μη φορτώνω τον εγκέφαλό μου με περιττές πληροφορίες.

Η ξεναγός μου είναι μια πολύ ευειδής, λιγνή και ψηλή Φιλανδή, κι εγώ μια υπέροχα στρουμπουλή νοτιοευρωπαία. Τη συνάντησα στο σταθμό του τρένου και τη γνώρισα ως «τυπική και κομψή φυσιογνωμία», κι αυτή εμένα ως «χαρακτηριστική Ελληνίδα». Έτσι έγινε το προξενιό. Ζητώ συγγνώμη από όλες τις Ελληνίδες για τα περιττά κιλά μου, και διευκρινίζω ρητά και κατηγορηματικά προς κάθε κατεύθυνση ότι αυτό δεν είναι χαρακτηριστικό της φυλής μας, αλλά της προσωπικής μου νωχέλειας και εγκατάλειψης.






Ήπιαμε έναν πολύ ωραίο καφέ και ζεσταθήκαμε αρκετά καθώς η μέρα ήταν κρύα. Φλυαρήσαμε για διάφορα, αλλά μια συγκινητική κουβέντα της φίλης μου αφορά τούτο το καφέ: Εδώ γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν ο παππούς της και η γιαγιά της.

Έλαμπαν τα μάτια της καθώς το αφηγήθηκε και αφήνω τη δική σας φαντασία να πλέξει μια λαμπρή ρομαντική ιστορία με αίσια κατάληξη, τόσο αίσια που παρήγαγε παιδιά και ευειδή εγγόνια...

Ο Ιταλιάνος 

 


Ήβρε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του. Κοντολογίς, έτσι αισθάνθηκα καθώς μπήκα στο καφέ και έκανα πανηγύρι μόλις είδα την επιγραφή “cash only”. Κι ενώ ο Φιλανδός μου φίλος ιερέας που με κέρασε τον καφέ δυσανασχετούσε που δεν μπορούσε να κάνει χρήση της πιστωτικής του κάρτας, εγώ έκλεινα το μάτι στον Ιταλό σε κλίμα συνωμοσίας. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να καταλάβει κανείς ότι ούτε εκείνος ούτε εγώ είμαστε από τους πολύ πρόθυμους συνεργούς και χρήστες των τραπεζικών υπηρεσιών, τις οποίες κρατάμε συνειδητά σε απολύτως μινιμαλιστική βάση. «Μπορώ να φωτογραφήσω;» τον ρώτησα. «Γιατί;» με αντιρώτησε με ιταλιάνικη καχυποψία. «Έτσι, για μένα, για ανάμνηση», είπα ψέματα. «Ασφαλώς», μου είπε και συμπλήρωσε γελαστά: «Ευχαριστώ». Με το ευχαριστώ ησύχασα κι εγώ ότι δεν θα αμαρτήσω και πολύ να το ανεβάσω στο blog, αλλά και αν αμαρτάνω το εξομολογούμαι δημόσια μέρες που είναι. 


Ένα Σχόλιο για Ειδικότερο Κοινό


Τα καφενεία έχουν μεγαλύτερη σημασία για τις συζητήσεις που γίνονται εκεί.

Εκεί στο καφέ είχα μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις που είχα ποτέ, όχι με τον π. Χέικκι Χούττουνεν, φίλο με τον οποίο μας συνδέει τριακονταετής γνωριμία και συνεργασία και τον λογαριάζω σχεδόν ως οικογένεια και ο οποίος μάς κέρασε τον καφέ, αλλά με τον φίλο του με τον οποίο συστεγάζονται στο ίδιο γραφείο. Άνθρωπος με κοινωνιολογικές και θρησκειολογικές σπουδές, καθηγητής Συγκριτικής Θρησκειολογίας, είναι υπεύθυνος μιας υπηρεσίας που χαρτογραφεί το θρησκευτικό τοπίο στη Φινλανδία. Τον ξεσκόνισα κανονικά, ρωτώντας όχι ως τρίχρονο πια, αλλά ως άνθρωπος με τριάντα χρόνια επαγγελματική πείρα στον τομέα αυτό, για το τι συμβαίνει, πώς συλλέγει τα στοιχεία του, ποιες μεθόδους ακολουθεί, αν οι ίδιοι οι μετέχοντες σε κάθε λογής θρησκευτικές ομάδες υποβάλλουν τέτοια στοιχεία, πώς διαμορφώνει κλίμα εμπιστοσύνης, πώς τους αντιμετωπίζει και τον αντιμετωπίζουν... 


Σκεφτόμουν ότι εδώ σ’ εμάς τέτοια στοιχεία σε κλίμα κακοπιστίας και μόνο συλλέγει η αντιαιρετική υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, χάνοντας έτσι πολλά από την ουσία της ίδιας μας της πίστης που η καρδιά της δεν είναι το «αντί» αλλά η σταυρική θυσία «υπέρ» του σύμπαντος κόσμου. Πόσα χάνονται σε ουσιαστικά εργαλεία προσέγγισης και συνάντησης με τους ανθρώπους αυτούς, με την πρόταξη της αντίθεσης, αλλά και πόσο ξένοι παραμένουμε με την ποικιλία της θρησκευτικής αναζήτησης του σήμερα.


[Όπως γνωρίζουν κάποιοι, προσωπικά δεν είμαι συγκρητίστρια ή αγνωστικίστρια, αλλά είμαι της ιεραποστολικής σχολής της θεολογίας, του ανοιχτού αυτού χώρου μιας θεολογίας των συνόρων, και όχι της σχολής μιας αντι-οτιδήποτε περιχαράκωσης σε ό,τι αφορά την ψυχή του ανθρώπου. Και οι δυο σχολές βλέπουμε τα όρια – οι μεν ως ευκαιρία συνάντησης, οι δε ως φυλακή και φράχτη].

Χαρήκαμε και οι δυο τη συζήτηση όσο λίγες συζητήσεις.

Επίλογος εκτός Θέματος


Θα κάνω μια μικρή παρασπονδία, και τελικώς θα βάλω και μια φωτογραφία πολύ χαρακτηριστική για τη Φινλανδία. Είναι το πρώτο που βλέπεις στο αεροδρόμιο, στο σημείο εισόδου της χώρας. Δεν είναι ασφαλώς καφενείο, είναι μπυραρία. Η μπυραρία του αεροδρομίου. Το βάζω για να μην ξεχνάμε το πνεύμα, και στην ανάγκη ας είναι και οινόπνευμα. 


Μέρες που είναι συγχωρούμε πολλά τῇ Αναστάσει, αλλά βέβαια δεν λησμονούμε ολότελα και την ανάγκη διάκρισης των πνευμάτων.

Πάμε κι ερχόμαστε, χανόμαστε και συναντιόμαστε, μέχρι να συναντηθούμε στο δείπνο της Βασιλείας Του. Γυρίζοντας στα πάτρια, στο καφενείο του σπιτού μου, στο σοφρά του σαλονιού –τραπέζι, γραφείο, εργαστήριο ή ό,τι άλλο–, η εμπειρία με συνοδεύει, μαζί με την πολλή δουλειά που μένει να γίνει.


Αν δεν τα πούμε άλλο μέχρι τότε, καλή Ανάσταση!

23 Δεκ 2013

Ξυλαράκια και Χρώματα




 Απλότητα
Ακρυλικό σε ακατέργαστο ξύλο πεύκου. Διαστάσεις 10,5 x 14,00 cm.


Τελειώσαν οι καμβάδες μου, μα δεν τελειώσαν τα κέφια μου για ζωγραφική.

Κι εκεί που αναρωτιόμουν τι θα μπορούσα να πασαλείψω με χρώματα, ο γείτονάς μας μάς ρώτησε μήπως τυχόν χρειαζόμαστε ξύλα για το τζάκι. Προσπαθεί μόνος του να χτίσει το σπίτι του, και έχει κάθε λογής ξύλα οικοδομής για πέταμα. Μόνο να προσέξουμε, έχουνε πρόκες.

Μα και βέβαια χρειαζόμαστε, πόζες θα παίρνουμε τώρα; Οι άντρες του σπιτιού, πολύ προκομμένοι και διόλου καλομαθημένοι, κουβάλησαν τα ξύλα. Ένας μεγάλος σωρός βρίσκεται κάτω στην αυλή. Κάθε τόσο ανεβάζουμε σανίδια και σανιδάκια με μπαζότσαντες, αυτές τις λινάτσες τις πλεχτές από πολυπροπυλένιο, διαστάσεων ενός κυβικού. Για να ανέβει μια τέτοια τσάντα, γεμάτη, δεν φτάνουν τ’ αγόρια. Βοηθάμε και οι γυναίκες.

Στο τζάκι μαζί με τα κούτσουρα, ρίχνουμε και τα σανιδάκια. Τα σανιδάκια κάνουν τη μεγαλύτερη φλόγα, μα θέλουν προσοχή. Και για τις πρόκες και για τις σπίθες. Ευτυχώς είναι καθαρά ξύλα, χωρίς προσμίξεις και βερνίκια.

Τα ρίχνω λίγα λίγα, να κρατιέται το σπίτι ζεστό. Έχω γίνει μεγάλη μαστόρισσα στη φωτιά, σχεδόν ινδιάνα. Καθώς τα ρίχνω, ξακρίζω και μερικά καθαρά σανιδάκια.

Αυτά είναι για ζωγραφική. Άλλοτε τα ζωγραφίζω με λεπτομέρεια, κι άλλοτε φτιάχνω σκαριφήματα. Σε ένα πεντάλεπτο, σκάρωσα μια γυναίκα, με άσπρο, μαύρο, σιένα και ώχρα. Μου αρέσει να ζωγραφίζω ανθρώπους, έχουν πνοή. Τους αγαπώ τους χαρακτήρες που ζωγραφίζω. Άλλωστε αν δεν αγαπήσεις κάτι, πώς να το ζωγραφίσεις;

Η μινιμαλιστική μου αποτύπωση της γυναίκας με ικανοποιεί. Αφού την ολοκλήρωσα, ανακάλυψα ότι λείπει το ένα πόδι, από το γόνατο και πάνω. Και όμως, παρά τις ασυνέχειες, η γυναίκα μου έχει συνέχεια. Και ακόμα έχει κίνηση, έχει ρυθμό...

Μου αρέσει επίσης το γυμνό, καθώς φτάνει στον πυρήνα της ανθρώπινης υπόστασης.

Γυμνοί γεννηθήκαμε και γυμνοί θα πεθάνουμε.

Η γυμνότητα μπορεί να είναι η απόλυτη ένδεια, μπορεί όμως να είναι μια απόλυτα παραδείσια κατάσταση.

Πολλοί συνάνθρωποί μας ζουν σήμερα την απόλυτη ένδεια. Αλλά και πολλοί συνάνθρωποί μας νιώθουν την εμπειρία τού μάνα, που κάθε μέρα έστελνε ο Θεός στο λαό του στην έρημο.

Η φτώχεια είναι κατάρα κι ευλογία.

Κοινωνικά θα αγωνιστούμε λυσσαλέα ενάντια στη φτώχεια, ενάντια στην αδικία. Σε προσωπικό επίπεδο και όχι στην απόλυτη ακρότητά της μπορούμε να γευόμαστε τη φτώχεια ως καλογερική, ως εμπειρία ελευθερίας.

Κάποια φορά, με χρόνους με καιρούς, θα μιλήσουμε πιο ανοιχτά για τις όψεις της φτώχειας στην πραγματικότητα της καθημερινότητας...

Για την ώρα, ετοιμάζουμε μέσα μας τη μεγάλη γιορτή.

Απλότητα! Ευλογημένη απλότητα. Θα γιορτάσουμε Χριστούγεννα με απλότητα, καταπώς ταιριάζει στον εν σπηλαίω τεχθέντα.

22 Νοε 2013

Γυμνό Ζευγάρι



Χρήστος Μποκόρος, Γυμνό ζευγάρι ξαπλωμένο, 1989


Η θλίψη σαν πάχνη επικαθόταν στα γυμνά κορμιά, και τα τσιγάρα σχημάτιζαν ένα λυτρωτικό νεφέλωμα. Είχαν περάσει καιροί απομόνωσης, καιροί που δεν αγγίζονταν καν, καιροί που ο ένας είχε σιχαθεί το κορμί του άλλου. Άξαφνα, όπως άξαφνα προέκυψε η πορεία αποξένωσης, μια μελωδία σε λα μινόρε γλύκανε την ψυχή, οδήγησε την επικοινωνία σε υψίπεδα με μεγάλους ορίζοντες, άπλωσε τη θέα. Μα η θέα που τελικώς επέλεγαν ήταν τα μάτια του άλλου. Έπαψαν οι φωνές, οι κατηγόριες, οι βροντώδεις και πείσμονες σιωπές, που άσπρισαν και των δυο τα μαλλιά, πρόσθεσαν κιλά, ρευματικούς πόνους, αρρυθμίες ή δύσπνοιες και πακέτα τα τσιγάρα. Έπαψαν οι εποχές που εκείνος λαχταρούσε τα νεανικά κορμιά σαν να υπήρχε η ελπίδα να τον ανάσταιναν με το σφρίγος τους, κι εκείνη αναζητούσε ν’ αγαπηθεί για να αναγεννηθεί... Έπαψαν οι εποχές που κάθε μέρα τούς γερνούσε τριπλά, κι ήταν παγωμένες ως ο άνεμος, αγχώδεις σαν το προμήνυμα της καταιγίδας, μουσκεμένες με παράπονο...

Τώρα τα πράγματα είχαν χειροτερέψει. Βρίσκονταν καταμεσίς στην καταιγίδα, κι η καταιγίδα ήτανε τυφώνας. Ο κόσμος κι ό,τι γνώριζαν ως σημείο σταθερό στροβιλιζόταν και σκόρπιζε, διαλυόταν με πάταγο, καλυπτόταν από νερό και χώμα κι από άχρηστα αντικείμενα που διαρκώς επισωρεύονταν. Η συρροή αντικειμένων και χτυπημάτων απρόσμενων, τους είχε αφήσει με λιγότερες δυνάμεις. Είχαν αποκάμει, είχαν ξαπλώσει. Άλλο δεν μπορούσαν να σταθούν ορθοί. Μα αυτή η σχεδόν καταναγκαστική οριζόντια στάση, έκρυβε κάποιες άλλες χαρές.

Τώρα ο κόσμος ήταν ήρεμος επάνω στο διπλό κρεββάτι τους, στο κέντρο του τυφώνα. Το ρουμπινί κρασί λαμπύριζε, όπως τα μάτια. Τα μάτια που μέσα στο σμίξιμο του μεσόκοπου κορμιού –σμίξιμο αργό, ηδονικό, απολαυστικό, γεμάτο χάδι, γεμάτο στοργή και νοιάξιμο, ανέφελο, αμέριμνο– γίνονταν κι εκείνα ανέφελα, αμέριμνα. Στις κόρες τους αντικαθρέφτιζαν το βλέμμα του άλλου και ήταν όμορφα, σφριγηλά και νεανικά...Ίδια μ' εκείνα τα μάτια του πρώτου τους έρωτα, δεκαετίες πριν, που αρχικά τους μαγνήτισαν και τελικώς –μετά από ποικίλα σύρε κι έλα, παλινδρομίες και πάθη– τους γήτεψαν οριστικά και τους φυλάκισαν γλυκά τον ένα στον άλλο.

Περίττευαν τα ερωτήματα για την αύριο. Σμίκραινε η ανησυχία για τα έργα του σήμερα. Σε πλήρη παραίτηση από κάθε ανάγκη για επιδόσεις, ακόμα και ερωτικές, υπήρχαν απλώς για τη στιγμή, και η στιγμή έμοιαζε αιωνιότητα. Τι τέξεται η αύριο; Στον αποφασισμένο να πεθάνει, να ξεσπιτωθεί, να σμίξει με τον κόσμο των απόκληρων δεν υπήρχε σχέδιο για την αύριο. Υπήρχε μόνο η αίσθηση του σήμερα, και μια αυτοπαραίτηση γεμάτη εμπιστοσύνη. Αυτές τις τελευταίες μέρες, στην καρδιά της μνημονιακής κρίσης, τις μέρες που προηγήθηκαν μιας καθολικότερης καταστροφής, η σοφία και η επίγνωση ήρθε κι έφερε ξανά τη νεανική ανεμελιά. Ποτέ δεν ήταν τόσο ένα ο έρωτας με το θάνατο, κι εκείνοι ποτέ δεν ήταν τόσο έτοιμοι και για τα δυο.

21 Νοε 2013

Η Συγγνώμη



Michael Dumas, Όνειρο της Μέρας.
Λάδι σε καμβά.


Κοιτούσε έξω από το ανοιχτό παράθυρο τα πουλιά που πετούσαν. Αν το τοπίο ήταν πίνακας ζωγραφικός, θα γνώριζε πως τα πουλιά είναι η ζωή του, η κίνησή του, η ψυχή του πίνακα...

Ακόμη μούδιαζε πότε πότε από στεναχώριες προηγούμενων ημερών, ακόμη καρδιοχτυπούσε άξαφνα για εκείνες που προέβλεπε πως θα ’ρθουν...

Είχε μάθει να οικονομεί τις δυνάμεις της, που άλλωστε ολοένα λιγόστευαν. Η οικονομία στα πράγματα, στις κινήσεις, ακόμα και στα συναισθήματα είναι ίδιον των γερόντων.

Έδιωχνε την περίσκεψη για όσα θα έρχονταν, απολαμβάνοντας το πολύτιμο τώρα.

«Τα περισσότερα προβλήματα», σκεφτόταν, «ή λύνονται μόνα τους, ή απλώς ξεχνιούνται, ή τελικά δεν είναι τόσο τρομερά, μαθαίνεις να ζεις μαζί τους».

Δυσκολότερα από το φόβο για το μέλλον δάμαζε τις πικρίες από το παρελθόν.

Σήμερα, μέρα γιορτής, αποφάσισε κάτι ν’ αλλάξει. Ξημερώθηκε με καλή διάθεση και αφέθηκε να κοιτάζει τον ουρανό. Τα σύννεφα και τα πουλιά περνούσαν δίχως ν’ αφήνουν σημάδι. Μόνο τα αεροπλάνα άφηναν το χνάρι τους για λίγο. Κατόπιν έσβηνε κι αυτό.

Αποθαύμαζε τους ρυθμούς της φύσης.

Τι ωραία να μην αφήνουν σημάδια τα χρόνια και οι πίκρες που περνούν...

Για τα χρόνια δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Τα άλατα στις αρθώσεις, οι αντοχές που μίκραιναν, οι κινήσεις που θα ήθελε να είναι ελεύθερες μα απαιτούσαν προσπάθεια, όλα διέψευδαν τις καλύτερες προθέσεις.

Φαντάστηκε ένα απώτερο, απώτατο ίσως ακόμη μέλλον, όπου η μνήμη δεν θα λειτουργούσε, και όλα θα έπαιρναν άλλες διαστάσεις.

«Αυτό είναι», αποθαύμασε... «Η λήθη είναι δώρο, είναι αμεριμνησία, είναι ελευθερία».

Πριν οδηγηθεί στον καταναγκασμό της λήθης αποφάσισε να σβήσει πολλά βαρίδια από τη μνήμη. Η μνήμη όφειλε να είναι πολύ οικονομική και πολύ αυστηρά επιλεκτική.

Ήδη είχε ξεχάσει τι έγινε χτες, τη σφοδρότατη εκείνη σύγκρουση. Ήδη ο πόνος έσβηνε. Ήδη τα μέλη της ελευθερώθηκαν. Ήδη ήθελε να χορέψει.

Χόρεψε με τις λέξεις σε τούτο το χαρτί, και ήταν το ίδιο...

Η συγγνώμη γίνεται τόσο εύκολη με τα χρόνια, όσο τη θεωρείς πολύτιμη.

Η συγγνώμη είναι ελευθερία... Μια ελευθερία που μοιάζει με τη νιότη.