Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Μαρ 2014

Παρέα με τον Ισμαήλ



 Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα, Ανεμώνη του βυθού. 
Σπουδή σε ακουαρέλα 15,2 x 10,2 εκ.
για μεγαλύτερο έργο, ακρυλικό σε καμβά.


Είμαι κλέφτρα χρόνου! Χασομερώ κάνοντας παρέα με τον Ισμαήλ, τον αγνό νεαρό βλαστό της Αιγύπτου, που θέλει να σμίξει με όλες τις Ευρωπαίες γυναίκες. Και σμίγοντας με μια, αλλάζει, μεταμορφώνεται, βαθύτατα αλλοιώνεται, επιστρέφει σε μια επώδυνη συνάντηση πολιτισμών. Κύκλος, φιλί, λογοτεχνία...

Τον χρόνο μου τον κλέβω απ’ τους δικούς μου. Θα τον χαρίσω διπλό. Δουλειές, καθαρίσματα, μαζέματα. Γραμμές καμπύλες, αγκαλιές, καθημερινότητα.

Είμαστε κλέφτες ψυχών. Εκείνων που θέλουν ή αναγκάζονται να σμίξουν μαζί μας, και τους κάνουμε το χάρο προξενιό. Ποτέ δεν θα το συνηθίσω αυτό. Ευρώπη, πολιτισμένη γραία, έχεις καταντήσει μια δράκαινα κακιά, ανθρωποβόρα. Γωνίες, τεθλασμένες, οργή, απελπισία... Ειδήσεις.

Τις ψυχές τις αρπάζουμε απ’ τα χέρια του Θεού. Διπλές και τρίδιπλες, σιγανές, αδιάλλειπτες οι προσευχές. Από το σκοτεινό βυθό, εις τόπον χλοερόν. Σιγανή βροχή στη χώρα του απείρου, θεολογία, λατρεία, μουσική...

25 Νοε 2013

Βαρκούλες του Ονείρου




Η άρμη στο δέρμα ως η θάλασσα στεγνώνει
Τα βότσαλα που ρίχνεις στ’ ανοιχτά
Ένα απλός χορός στην αμμουδιά
Ή ένας ψίθυρος που βγαίνει μυστικά

Το κύμα σε αέναη μουσική ροή
Νοτίζει τις βαρκούλες του ονείρου
Κι όταν η τελευταία βυθιστεί
Αναδιπλώνομαι απ’ τη χώρα του απείρου

Μα τη στερνή ετούτη παιδικότητα
Που κέρδισα ως έρχεται το δείλι
Πανηγυρίζω με κάθε εκλαμπρότητα
Στο αμμόκαστρο ή στο ταπεινό κοχύλι

22 Μαρ 2013

Το Βιβλίο της Μάνας




Δυο μορφές συνόδευαν πάντα τη μνήμη μου από τα μικρά μου χρόνια  και σφράγιζαν τη ζωή μου με την παρουσία τους αλλά και με την απουσία τους. Ο πατέρας μου και η θεία μου, αυτή που έμεινε ανύπαντρη και τη θεωρούσα σχεδόν μητέρα, αλλά και καταφύγιο όταν θύμωνα με τη μητέρα. Γιατί είχε έναν τρόπο η θεία, μια γυναίκα ισχνή, με κότσο και μακριά μανίκια, να είναι πάντα γλυκιά και γεμάτη κατανόηση…
Αν ο πατέρας μου μου δίδαξε την ελευθερία, την αγάπη στα γράμματα και τη σπουδή, το στοχασμό και τη θεολογία, η θεία με μύησε σε μια ζωντανή πίστη και λατρεία. Επίσης, στην πλησμονή της επιείκειας και της χαράς καθώς και μιαν απέραντη βεβαιότητα και σιγουριά, που εγώ υποχθόνια την υπέσκαπτα ασταμάτητα με βέλη αμφισβήτησης και οβίδες θυμού.
Όταν εγώ γεννιόμουν, εκείνη έσβηνε από την επάρατη νόσο. Και όμως, χωρίς να γνωρίζω και ασφαλώς χωρίς να ελπίζω, μου χαρίστηκε πολλές πολλές δεκαετίες ακόμα. Η ιστορία ενός θαύματος, πώς από το χείλος του θανάτου κρατήθηκε στη ζωή, ήταν μία από τις μείζονες οικογενειακές μας αφηγήσεις που άκουγα ξανά και ξανά, αν και σε κομμάτια σπασμένα. Λίγο η μαμά, λίγο περισσότερο η γιαγιά, με την ίδια τη θεία τα μιλήσαμε όταν μεγάλωσα αρκετά και περίσσευσα σε θράσος.
Το θαύμα αυτό, ένα μη καταγεγραμμένο θαύμα αγίου του 20ού αιώνα, θέλησε η μητέρα μου να το αφηγηθεί σε περισσότερο κόσμο. Τώρα έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια, και η θεία, που στο τέλος της ζωής της έγινε μοναχή, δεν ζει πια.
Η μητέρα μου συγκέντρωσε όλες τις πληροφορίες, διασταύρωσε στοιχεία για πρόσωπα και γεγονότα, επιβεβαίωσε ξεχασμένες λεπτομέρειες, και μετά από αρκετή δουλειά μας υπέβαλε ένα χειρόγραφο, υποψήφιο προς έκδοση, μάλλον όχι δίχως κάποια ταραχή.
  Αν θέλετε να το εκδώσετε…, μας είπε, για να την κόψω αμέσως με το ψαρωτικό επαγγελματικό μου ύφος:
– Θα το διαβάσουμε και θα σου πούμε, δήλωσα σε πληθυντικό μεγαλοπρεπείας αλλά και γιατί τα υποψήφια έργα περνούν από 40 κύματα.
– Ξέρεις, συνέχισε σε τόνο απολογητικό, δεν είναι υψηλή θεολογία, ούτε κάτι περισπούδαστο…
Συγκινήθηκα με το άγχος της, αλλά, δεν ξέρω γιατί, πάντα φέρομαι στη μάνα κάπως σκληρά… Είμαι μια κακιά κόρη, αυτό είναι.
  Αν είναι να εκδοθεί, ξεκαθάρισα, θα δεχτείς διορθώσεις και θα σε εκδικηθώ για όλα όσα πέρασα στο δημοτικό, όταν μου διόρθωνες τις εκθέσεις.
Ακόμα θυμόμουν η μνησίκακη, τι τράβαγα παιδί με τη σχολαστικότητα και τελειοθηρία της μάνας μου, που ξεκίναγε με δεκάδες μολυβιές και κατέληγε σε σκίσιμο της σελίδας και ξαναγράψιμο από την αρχή. Τίποτε, μα τίποτε δεν ήτανε καλό… αυτή η σκέψη με στοίχειωνε δεκαετίες ακόμα. Όλα ασύνταχτα, ασαφή, χωρίς σειρά, ατάκτως ερριμένα. Θυμήθηκα τον πόνο και τη φρίκη αυτών των στιγμών, μέχρι που έκανα την επανάστασή μου και δήλωσα ότι δεν θέλω να μου ξαναδεί τις εκθέσεις και ας είναι οι χειρότερες της τάξης.
Άθελά μου συνοφρυώθηκα.
Η μάνα γέλασε, ξεκαρδίστηκε στο γέλιο.
  Εντάξει, μου είπε, κι έσκασα κι εγώ μισό στραβό χαμόγελο.
Όταν άρχισα να διαβάζω το χειρόγραφο άρχισα να επανεκτιμώ διαφορετικά τα δεινά που πέρασα μικρή. Γιατί ήταν ένα χειρόγραφο καλογραμμένο, ευχάριστο, γλαφυρό, με «σειρά και τάξη». Μου άρεσε. Δεν έχρηζε διορθώσεων ούτε επεμβάσεων. Κι αν έγιναν μια δυο, είναι λόγω του παραπάνω θάρρους, της συγγένειας αίματος με τη συγγραφέα. Και ενδεχομένως λόγω και της δικής μου διάθεσης να πω το κατιτίς μου σ’ αυτή την αφήγηση, έστω να πειράξω ένα κόμμα.
Τώρα πιάνω στα χέρια μου το βιβλίο της μάνας, και νιώθω συγκίνηση. Και για το περιεχόμενο, μια από τις πιο σημαντικές ιστορίες της ζωής μου, και γιατί το έφερε σε πέρας τώρα στα στερνά. Οι μεγάλοι άνθρωποι έχουν άλλη σχέση με το χρόνο. Και η μάνα μου είχε την αίσθηση του κατεπείγοντος. Εμείς πάλι, προχωρούσαμε τη δουλειά με τους δικούς μας  πολυάσχολους ρυθμούς, δηλαδή χαλαρά…
Σ’αγαπώ μάνα, στο έχω πει; Μάλλον όχι. Δεν σε συνηθίζω σε τρυφερότητες. Ας στο πω τώρα. Μου είναι πιο εύκολο στο χαρτί, παρά καταπρόσωπο. Σχεδίασα το βιβλίο σου με αγάπη, το στεγάσαμε με χαρά. Και είναι πανέμορφο μάνα. Πανέμορφο χάρη και στον πίνακα του εξωφύλλου, έργο δικό σου.
Γιατί δεν σου το είπα ποτέ:
Από σένα έμαθα να αγαπώ την τελειότητα και την ομορφιά, μάνα.

27 Φεβ 2013

Είναι Ψεύτρες, οι Φωτογραφίες;




Τι μου έκανες σήμερα φίλε Γιώργο! Στέριωσα τη σκάλα, ανέβηκα στα πατάρια, χώθηκα στις κούτες και ψάχνω να βρω παιδικές μου φωτογραφίες… Μάταιο! Δεν υπάρχουν στο σπίτι… Βυθίστηκα στο βάθος του χρόνου και έφτασα μέχρι τα παιδικά χρόνια των δικών μου παιδιών… Ξέμειναν και πάλι οι δουλειές… Χάρηκαν τα μάτια τόσες αγκαλιές… Τόσα χαμόγελα… Τόσες στιγμές οικογενειακές… Εδώ τα τρία μικρά γυμνά στη μπανιέρα. Εδώ η Εύη και ο Δημήτρης αγκαλιά. Και πάλι παρακεί. Εδώ, η Μαρία γίνεται η "μαμά" του Γιώργου… Εδώ τα δυο μεγάλα παρατηρούν το νεογέννητο και τριπλοβαπτισθέν (άλλη φορά αυτή η ιστορία!). Εδώ ξαπλώνουμε [τις κορμάρες μας!] στη θάλασσα… Εκεί ο Δημήτρης πετάει τα παιδιά αεροπλάνο. Να κι ο παππούς, ο πατέρας του Δημήτρη, νεότατος. Και η γιαγιά, η μάνα μου, σαν να της μοιάζω τώρα… Ο πατέρας μου, με τα μικρά στο χαλί… Τα πάρτι, μια πλημμυρίδα από παιδιά… Εγώ με το ένα, ή με το άλλο, ή με τα δύο ή και τα τρία… Ταξίδια… Περιηγήσεις στο μαγικό κόσμο των παιδικών βιβλίων… Ζωγραφίζοντας… Κάνοντας κωλοτούμπες και ακροβατικά… Περιηγήσεις στα βουνά. Στη σκηνή το καλοκαίρι… Οικοδομικές εργασίες. Πάλι με τον Δημήτρη αγκαλιά. Φαγητό σε ταβέρνες… Σε επισημότερες δεξιώσεις. Καβάλα στο γαϊδούρι… Ο θείος μας χάρισε σκέιτμπορντ, και διασχίζουμε το σαλόνι απ’ άκρου σ’ άκρο! Τα ποδήλατα, διαδοχικά. Οι διακοπές με το σκυλί και τα ποδήλατα. Ποδηλασία στο βουνό. Η Πεντέλη βαθυπράσινο δάσος… Στο αεροδρόμιο. Μιλώντας σε συνέδρια. Στους Δελφούς και τον όσιο Λουκά Βοιωτίας. Σε δεκάδες μέρη, ιστορικά και ανιστόρητα… (sic) Με φίλους από όλα τα μέρη του κόσμου. Ω, πόσο αδύνατη ήμουν! (Γιατί πάντα πίστευα πως είμαι χοντρή;). Με τα ξαδέρφια των παιδιών. Με τα δικά μας αδέρφια…

Ένα είναι το κοινό στοιχείο όλων των φωτογραφιών… Ανεμελιά, χαμόγελα… Αγάπη, ζέστα, ξεγνοιασιά… Και πάλι ανεμελιά, και γέλιο πλατύ… Μάτια βελούδινα, μάτια γελαστά…

Πόσο λείπουν τώρα όλα αυτά… Άραγε οι σημερινές φωτογραφίες να αποπνέουν αύριο την ίδια ανεμελιά, το ίδιο γέλιο; Είναι ψεύτρες, οι φωτογραφίες;

Ή μια σκιά, όντως, θα σκιάζει τα μάτια;

Η θέα σήμερα, μια πλημμυρίδα χαμόγελου… Τα μάτια μου, μια πλημμυρίδα δάκρια… Πάω να τα σκουπίσω τώρα, να ανασυνταχτώ. Θα ανέβω στο πατάρι, θα κατέβω πάλι στο ύψος της καθημερινότητας, πρακτική, αποτελεσματική, νηφάλια. Σε λίγο, Κυριακή μεσημέρι. Ελπίζω, πάλι με χαμόγελα στο τραπέζι… να μη σκοτωθούν οι συνιστώσες στην πορεία για το «σοσιαλισμό»… αφού ξυπνήσει και η απογευματινή βάρδια… η νεολαία…

Δεν έχουμε απαρτία. Τμήμα της ολομέλειας έχει αφισοκόλληση. Ψωμί, παιδεία, ελευθερία…

Εμείς έχουμε αναλάβει το ψωμί, τα μεγαλύτερα παιδιά την παιδεία, ο μικρότερος απολαμβάνει όσο είναι καιρός ακόμη την ελευθερία του… Και η ζωή συνεχίζεται.

Venceremos!




ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο αυτό είναι μια απλή συμμετοχή σε δι-ιστολογικό αφιέρωμα που εμπνεύστηκε και οργάνωσε ο Βιβλιοθηκάριος!

Συμμετέχουν:

Τσαλαπετεινός: Μοναχοπούλι
Σημειωματάριο: Μια παλιά φωτογραφία

30 Ιαν 2013

Τρυφερό Βράδυ



Εξυπηρέτηση σε φιλική οικογένεια, κι η Μυρσίνη βρέθηκε στο γνώριμο σαλόνι… Η απόλυτη αίσθηση απεραντοσύνης σε κλειστό χώρο τη σαγήνευσε για άλλη μια φορά, ενώ το μέσα έσμιγε με το έξω, έναν τεράστιο επίπεδο κήπο με γκαζόν, χάρη στην πολύπτυχη τζαμαρία. Και σαν έκλειναν τη νύχτα τα παντζούρια, η πιτσιρικαρία καθρεφτιζόταν κι αποθαύμαζε το αεικίνητο είδωλό της στον καθρέφτη, ενώ ο χώρος και πάλι διπλασιαζόταν με τρόπο μαγικό.
Η αρχοντιά των ελάχιστων επίπλων προίκιζε με απόλυτη ελευθερία το βλέμμα.
Μόνο ο ιδιοκτήτης είχε μετανιώσει με τρόπο πικρό την άπλα των τετραγωνικών, ευθέως ανάλογη με την υψηλή φορολογία της νεόδμητης μονοκατοικίας, πλην απολύτως δυσανάλογη με τα τρέχοντα εισοδήματα.
Με τη φίλη ιδιοκτήτρια ασπάστηκαν θερμά, πριν εκείνη φύγει για επαγγελματικό ραντεβού, και πρόκαμαν ν’ ανταλλάξουν τρεις κουβέντες: τις απαραίτητες οδηγίες, τα προβλήματα της κλιμακτηρίου, την τεράστια δυσκολία του άντρα της να εισπράξει τις αμοιβές του από τους πελάτες…
Τα παιδιά έβλεπαν τηλεόραση. Κι η Μυρσίνη διάβαζε σχολαστικά τις οδηγίες του φυτικού σκευάσματος του εξειδικευμένου για τα συμπτώματα της κλιμακτηρίου. Πιθανώς και να την αφορούσε. Χωρίς να πάρει κάποιαν απόφαση για τη χρήση του ή όχι, πέρασε στις οδηγίες του άλλου φαρμάκου, αυτού για τους πόνους που τη βασάνιζαν και υποδείκνυαν πέτρα στο νεφρό. Ένα απλό μυοχαλαρωτικό ήταν για το ενδεχόμενο η περίπτωση να φτάσει στο μη περαιτέρω.
Δίπλωσε τα χαρτάκια προσεκτικά πίσω στα κουτιά τους, τοποθέτησε τα πρεσβυωπικά γυαλιά στη θήκη τους, έβγαλε τα παπούτσια κι άρχισε να χορεύει.
­— Τι κάνεις; τη ρώτησε η Φιλίππα, κι αμέσως την ακολούθησε.
— Είσαι σπουδαία χορεύτρια, της είπε η Μυρσίνη.
— Δεν είμαι χορεύτρια, ξεσπάθωσε η εννιάχρονη μικρή. Είμαι αθλήτρια.
— Αθλήτρια, ναι, και μάλιστα σπουδαία. Πιο σπουδαία από εμένα, διόρθωσε η Μυρσίνη αναφερόμενη στην κοινή τους αγάπη για την ενόργανη γυμναστική.
Ήρθε η ώρα για ασκήσεις εδάφους, ρόδες, κατακόρυφα, άλματα, σπαγγάτ, οτιδήποτε μπορούσε να εκτελεστεί κάπως ακίνδυνα στο γυμνό πάτωμα. Η Φιλίππα γυμνασμένη, η Μυρσίνη σκουριασμένη. Παρά τον πόνο στο νεφρό, το ότι είχε πάνω από τριάντα χρόνια να γυμναστεί σοβαρά, η Μυρσίνη δεν είχε λησμονήσει ολότελα την τέχνη. Κάποτε ήταν αθλήτρια ολκής. Έπαιζαν μαζί. Η μικρή με παιγνιώδη απροσπάθεια, η μεγάλη με σχολαστικό υπολογισμό των κινήσεων, από το φόβο για τραβήγματα κυρίως… ή για τις δυνατότητες της μέσης. Το πείσμα την οδηγούσε να διώξει την πέτρα απ’ το νεφρό με την κίνηση μόνο…
Ο Γιαννάκης είχε εγκαταστήσει το play station και εξερευνούσε τις άπειρες δυνατότητες θανάτου και νεκρανάστασης των ηρώων του, ηρωικής διαφυγής από την αστυνομία, αλλεπάλληλων κλοπών αυτοκινήτων, τεχνικών του ράγκμπι και άλλα νέα παιχνίδια που ανακάλυπτε συνεχώς πατώντας κουμπιά, ενώ σχολίαζε:
— Εγώ είμαι ερευνητής, η Φιλίππα δεν είναι, χα χα.
Η Φιλίππα ανασήκωσε τους ώμους, φώναξε «ψέματα!» και κάλεσε τη Μυρσίνη να παίξουν φιδάκι, όπου έχασαν και κέρδισαν πολλές φορές ανέμελα.
Ήρθε η ώρα για μπάνιο, κι ο Γιαννάκης για πρώτη φορά έκανε μόνος του, με μακρινή επίβλεψη, σκορπίζοντας απλόχερα νερά και σαπουνάδες. Αφού φόρεσε και τις πυτζάμες μόνος του, η Μυρσίνη του διάβασε παραμύθι και σχολίασαν εικόνες και χαρακτήρες μέχρι που με δική του πρωτοβουλία άναψε το βραδινό φως από πολύχρωμα μπαλάκια και καληνύχτισε.
Η Φιλίππα δεν ήθελε να κοιμηθεί ακόμη. Συζητούσε για ζητήματα αισθητικής.
— Θα ήθελα να είχε γυάλινα πλακάκια το δωμάτιό μου, κι από κάτω δέκα πόντους κενό, κι ανάμεσα φώτα πολύχρωμα σαν ντισκοτέκ.
Η Μυρσίνη χαμογέλασε με την καινοτομική ιδέα…
— Η γιαγιά μου πρέπει να κάνει ακτινοβολία, αλλά είναι πολύ γριά και δεν θέλει να κάνει, δήλωσε η Φιλίππα δίχως παύση.
— Θέλω να βάλω στο δωμάτιό μου μια αφίσα “I love you”, πέρασε αμέσως στο επόμενο θέμα, κάτι που βόλεψε τη Μυρσίνη εξαιρετικά…
— Ποιον, ποιον αγαπάς; μολόγα, της είπε ενώ τη γαργαλούσε.
— Α! δε λέω! φώναζε η Φιλίππα, ενώ η αναπνοή της κοβόταν απ’ το γέλιο.
Μετά τα γαργαλητά ήρθαν τα χάδια, μετά η πρόσκληση να «πάμε να δούμε το δωμάτιό μου».
— Θέλω να βάψω τους τοίχους μαύρους ή μπορντό, είπε και περίμενε αντιδράσεις.
Με την κουβέντα και γλυκά μπήκε στο κρεβάτι…
Η Μυρσίνη τη σταύρωσε, όπως έκανε στα δικά της παιδιά.
— Δεν πιστεύω στον Θεό, δεν υπάρχει, δήλωσε, και η Μυρσίνη θεώρησε συμφερότερο να μη φέρει αντίρρηση ούτε σ’ αυτό, όπως άλλωστε πριν δεν έφερε αντίρρηση ούτε στο χρώμα των τοίχων. Αρκέστηκε να τη φιλήσει και γύρισε στο απέραντο σαλόνι.
Το νεφρό την πονούσε όλο και πιο έντονα. Έβγαλε τα βιβλία της. Είχε φέρει μαζί της εργασία για μια βδομάδα. Πάντα η φιλοδοξία της ήταν απροσμέτρητη σε σχέση με τη δυνατότητα. Και η δυνατότητα ήταν ένα μέγεθος που έτεινε προς το μηδέν.
Διάβασε μια ώρα από το ένα βιβλίο κι άλλη μια ώρα από το άλλο. Κουράστηκε. Δίπλωσε τα χέρια. Τώρα πονούσε περισσότερο. Όχι στα νεφρά. Την πονούσε εκείνος ο ευγενέστατος κύριος, που χρύσωνε το χάπι. Της γλυκοχαμογελούσε και το χρύσωνε μαζί με την επίδοση της κλήτευσης. «Υποχρεωτική εγγραφή υποθήκης, κατόπιν εκδόσεως διαταγής πληρωμής», της εξήγησε μελιστάλαχτα. Το έμπειρο μάτι της δεν χρειαζόταν τις εξηγήσεις του δικαστικού επιμελητή. Είχε γίνει αυτό που φοβόταν, για ποσό ευτελέστατο.
«Οι φιλοδοξίες άπειρες, μα οι δυνατότητες τείνουν προς το μηδέν», ξανασκέφτηκε. «Το επόμενό μας σπίτι θα είναι χαρτόκουτο. Μινιμαλισμός», συμπλήρωσε και σηκώθηκε απότομα, σα να ένιωσε το βάρος, για πρώτη φορά τώρα από το πρωί.
Δεν έβαλε μουσική για να μην αναστατώσει τον ύπνο των παιδιών.
Αλλά το ταμ ταμ μέσα της ηχούσε σε ακατάσχετο ρυθμό. Πλήρως ασυνόδευτη, στο βουβό ήχο του ταμ ταμ, άρχισε να χορεύει με όλο της το κορμί. Τη συνεπήραν κατόπιν οι νέγρικες φωνές της τζαζ και η θύμηση των beatniks.
«Στο δρόμο, στο δρόμο», ψέλλιζε τον τίτλο του Κέρουακ.
Ο δρόμος ήταν λεωφόρος — το σαλόνι απέραντο. Και το κορμί φιδίσιο μονοπάτι, ακούραστο.
Κατόπιν πέρασε σε ροκ ρυθμούς των ’90s.
Έτσι τη βρήκε η φίλη της. Ιδρωμένη, μισόγδυτη και χαμογελαστή.
Έριξε πάνω της τη μπλούζα της, κι ήπιαν ένα ποτήρι κρασί πριν χωριστούνε. Μα άλλες κουβέντες δεν αντάλλαξαν. Μόνο της καληνύχτας το φιλί τα είπε όλα.

26 Δεκ 2012

Η Κατάφαση της Ιστορίας


Με Αφορμή την Εμπειρία των Χριστουγέννων

 


Σημείο αντιλεγόμενο στη διάσταση του χρόνου ο γεννηθείς Χριστός. Σημείο τομή στην ιστορία, πύλη εισόδου του άχρονου στα περιγιάλια τα δικά μας, στην αρμύρα και τον αέρα της θάλασσας, στη μεσογειακή μας γειτονιά. Ο προαιώνιος Λόγος, ο ν ρχ, σρξ γένετο, λιγάκι μελαχρινή.
Χαιρόμαστε με το ζευγάρωμα ουρανού και γης, το λώρο τον ομφάλιο, που όντας Θεού Υιός, και Θεός ο ίδιος, έγινε γιος τ’ ανθρώπου.
Σημείο αντιλεγόμενο στο χωροχρόνο, καθώς ο χρόνος παραδοσιακά μετριέται  χωρικά. «Χρόνος δὲ ἐστὶ τὸ συμπαρεκτεινόμενον τῇ συστάσει τοῦ κόσμου διάστημα» (Μ. Βασίλειος).[1] Ο κύκλος της ζωής δεν είναι πια ο κύκλος της φθοράς, βασίλειο ενός αρχαίου ανθρωποβόρου θεού, του Κρόνου-χρόνου, κράτος αναπόδραστου θανάτου.
Ο χρόνος δεν είναι η στιγμή που περνά και χάνεται, πραγματικά ανυπόστατη.
Ο χρόνος δεν είναι η σειραϊκή εξέλιξη ενός αφελούς νομοτελειακού, οιονεί μεταφυσικού εξελικτισμού, που αγνοεί τη θεμελιώδη προϋπόθεση της ελευθερίας.
Ο χρόνος δεν είναι ο υποκειμενικά βιωμένος χρόνος μιας ιδιωτικής ηδονής ή αυτοεκπλήρωσης, συνοδευόμενης από μοναξιά.
Ο χρόνος δεν είναι η ανάκλησή του στη συνείδηση, η ανάμνηση, μια απεγνωσμένη ατομική προσπάθεια να σταματήσει κανείς το αδυσώπητο αργοκύλισμά του, να τον μουμιοποιήσει σε μια θανατερή ακινησία.
Είναι λειτουργικός χρόνος, ενεστωτικός, παροντικός, κοινωνικά βιωμένος, σε πλήρη συνάντηση, πρόσωπο προς πρόσωπο. Γι’ αυτό και η λειτουργία είναι έργο λαού, η εκκλησία συνάθροιση ἐπὶ τῷ αὐτῷ.
Στο αείποτε παρόν του βιωμένου χρόνου της θείας Λειτουργίας ζούμε δυναμικά την  αιωνιότητα. Και συνάμα κατευθυνόμαστε σε μια προοπτική, της Δευτέρας του Παρουσίας. Η αιωνιότητα είναι κατεξοχήν η παρουσία Του (Dasein),[2] η ηδονή η υπέρτατη και όχι το αργοκύλισμα των στιγμών σε αφόρητη πλήξη.
Ο Χριστός ανοίγει τον χρόνο από την κατανόησή του ως φυσικού χρόνου, και λευτερώνει το χώρο από κάθε καταναγκασμό.[3] Με την εισβολή του «καιρού» της «αιωνιότητας», ο άνθρωπος βιώνει το χωροχρόνο ως δημιουργία στο τώρα.
Οι επαναστάσεις, οι κάθε λογής κοινωνικές ανατροπές, βιώθηκαν πάντα ως ανάσχεση της χρονολογικής ροής και αιχμαλώτιση του χρόνου (W. Benjamin).[4]  Εδώ ξεκινά η πραγματική ιστορία, όχι ως αυτό που έγινε και αυτό που παρήλθε, αλλά ως αυτό που δημιουργήσαμε και είναι γεγονός (από ρίζα παρακειμένου, δηλαδή παροντικού χρόνου, του ρήματος γίγνεσθαι) καθοριστικό για το παρόν και το μέλλον. Το αίτημα του ανθρώπου να αλλάξει το χώρο του, να αλλάξει την κοινωνία, συνοψίζεται και ως αίτημα μεταμόρφωσης του χρόνου. Η δυναμική δράση του ιστορικού υποκειμένου, της κοινωνίας των πολιτών και η δημιουργία στο παρόν, καθώς και η «μηχανή του χρόνου» που λέγεται «μετάνοια» ταράζει και μεταμορφώνει τα νερά της ιστορίας.
«Όσο κινούμαστε στον ορίζοντα της μηδενισμένης εμπειρίας του χρόνου, δεν είναι δυνατόν να υπεισέλθουμε στην αυθεντική ιστορία», υποστηρίζει ο G. Agamben.[5]
Όταν η εμπειρία του χρόνου καταυγάζεται από το φως της αιωνιότητας, είναι η ώρα της Ιστορίας.


[1] Κατὰ Εὐνομίου Λόγος Α΄/ ΒΕΠ 52, 181,12.
[2] Martin Heidegger, Είναι και Χρόνος, πρόλ. μτφρ. σχόλ. Γ. Τζαβάρας, Αθήνα, Δωδώνη: 1978, τομ. 2, σσ. 630 εξ.
[3] Αἰών διάστημα ἀχρόνως ἀεὶ ῥέων
     χρόνος δέ, μέτρον ἡλίου κινήσεως.
Γρηγόριος Θεολόγος, Ἔπη Θεολογικά, Ἠθικά: ΛΔ’  Ὄροι Παχυμερεῖς / ΒΕΠ 61, 222,6-7.
[4] Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, μτφρ. Μ. Παράσχης, Αθήνα: Ουτοπία, 1983.
[5] Χρόνος και Ιστορία: Κριτική του Στιγμιαίου και του Συνεχούς, μτφρ. Δ. Αρμάος, Αθήνα:  Ίνδικτος, 2003, σ. 31.