Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλαναγνωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλαναγνωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1 Αυγ 2014

Τα φασολάκια







Τα φασολάκια είναι χλοερά, τρυφερά και όμορφα. Τα φασολάκια είναι ατέλειωτα.

Κάθομαι στη βεράντα και καθαρίζω φασολάκια. Δεν είναι για μένα αυτές οι δουλειές. Δεν είμαι υπομονετικός άνθρωπος. Δεν ξέρω από ραχάτι, όλο τρέχω.

Ο Θεός μας λυπήθηκε και φυσάει ένα ελαφρύ αεράκι. Ένας πλάγιος ήλιος μου χαϊδεύει την πλάτη. Φόρεσα καπέλο, το πλατύγυρο, ψάθινο καπέλο, δώρο της πολυαγαπημένης μου Ιωάννας. Η μεσημβρινή ησυχία είναι απόλυτη. Νιώθω πως είμαι στην παραλία. Μα δεν είμαι, σπίτι είμαι. Όσο θέλει ο Θεός και έχουμε σπίτια.

Είμαι καλύτερα από την παραλία. Πίνω αργά τον καφέ μου. Χωράνε στο τραπεζάκι μου, ο καφές, το κρύο νερό, τα φασολάκια κι ένα βιβλίο. Το «Οψόμεθα τον Θεό καθώς εστί» του γέροντα Σωφρονίου Σαχάρωφ. Το τελειώνω το βιβλίο. Το τελειώνω και γίνομαι λιγότερο ατελής, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων μου. Παρέα με το βιβλίο πάει το κομποσχοίνι. Όχι το μεγάλο, το κατοστάρι, το πιο μετρημένο των ενήλικών μου χρόνων. Το 33άρι. Πάει να διαλύσει κι αυτό. Μα δεν πιάνω το κομποσχοίνι καθώς διαβάζω.

Είπαμε: Καθαρίζω φασολάκια. Κάνω μεσημέρι, διαβάζοντας και καθαρίζοντας φασολάκια. Τα φασολάκια είναι κομποσχοίνι. Ευτυχώς, τα φασολάκια είναι ατέλειωτα.

Δεν έχω φωτογραφία να βάλω. Δάνεισα τη φωτογραφική στα παιδιά, που πήγαν διακοπές. Δεν έχω φωτογραφία, αλλά εσείς έχετε φαντασία.

Κάποιο φασολάκι ίσως είναι κάποιος από σας. Δεν σημαίνει κάτι αυτό, είμαι ανάποδος άνθρωπος. Σημαίνει μόνο πως μπήκαμε στο μήνα Της, και το λένε τα πουλιά, το λέει το αεράκι, το λεν τα φασολάκια, το λεν οι συγγνώμες και οι ευχές. Γιορτάζουμε. Προεορτάζουμε κι ετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη γιορτή.

Καλό μήνα και καλή Παναγιά!


Σημ. Η φωτογραφία είναι μαϊμουδιά. Τα δικά μου φασολάκια θα μπουν αργότερα στη χύτρα.

21 Φεβ 2014

Στη Βιβλιοθήκη, Τσικνοπέμπτη!





Ζούσε σε μια χώρα που δεν σεβόταν τους ανθρώπους τις γιορτές, μα μήτε και τις καθημερινές ακόμα. Θα ήθελε να βρίσκεται αλλού, σε μέρη ξωτικά, μα η διοίκηση δεν συμμεριζόταν τον καημό του. Οφείλοντας να καλύψει το έλλειμμα παραγωγικότητας μιας ολόκληρης χώρας, με βαριά καρδιά έπιασε το πόστο εργασίας του.

Εκείνη τη μέρα στη βιβλιοθήκη, όμως, τα πράγματα δεν ήταν σαν τις άλλες μέρες. Καταρχάς τον έτρωγε η μύτη του, τον έτρωγε αφόρητα, δείγμα πως θα έτρωγε ξύλο πολύ. Κατόπιν τον φαγούριζαν οι πατούσες του, μέσα από τις κάλτσες, και είχαν αρχίσει να υπερθερμαίνονται μέσα στο αστικό σκαρπίνι, σαν να του φώναζαν πως έπρεπε να φορέσει σαγιονάρα ή πέδιλο... Μα δεν είχε κοντά του κάτι τέτοιο, και οι πατούσες φούσκωναν, φούσκωναν, θα έσκιζαν τις κάλτσες και τα παπούτσια ακόμη. Κοίταξε ολόγυρα. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που χάρηκε την ησυχία και τη σιωπή, την παντελή έλλειψη κόσμου στη βιβλιοθήκη εκείνη τη μέρα.

Ο βιβλιοθηκάριος τόλμησε. Έβγαλε τις κάλτσες και τα παπούτσια και ανέβασε τα πόδια πάνω στο γραφείο. Ανάσανε. Σκεφτόταν ότι αν ήταν να έρθει η επιθεώρηση δημόσιας διοίκησης, εκείνη τη στιγμή ακριβώς θα ερχόταν. Και πράγματι, ένας πολύ παράξενος θόρυβος ακούστηκε ξαφνικά, σαν να σχιζόταν το παραπέτασμα του ναού της γνώσης στα δυο, κι από μια κουρτίνα που κάλυπτε την αχλή του χρόνου ξεπρόβαλε η Σταυρούλα!

Πήδηξε επάνω στο γραφείο του με χάρη και σβελτάδα, στεριώθηκε στα δυο της πόδια όπως στεριώνονται οι ναυτικοί, σταύρωσε τα δυο της χέρια, και είπε με επιβλητική φωνή. «Σήμερα δεν έχει μάθημα! Είναι Τσικνοπέμπτη!».

Η Σταυρούλα σεβόταν τον εαυτό της ως δασκάλα, μα πάνω απ' όλα την τάξη της. Εκείνος ήθελε κάτι να ψελλίσει, για τις αναπόδραστες και κατεπείγουσες υποχρεώσεις του, αλλά η φωνή ενός αηδονιού τον μάγεψε και του έκλεψε θαρρείς τη λαλιά. Πού να ήταν το αηδόνι; Ένα πουλί διέσχισε το ανοιχτό παράθυρο με ορμή αητού. Μα δεν ήταν μήτε αητός μήτε αηδόνι... Ήταν ένας τσαλαπετεινός, λιγάκι παράξενος. Στ’ αλήθεια είχε φωνή αηδονιού και δύναμη αητού.

Αναρωτιόταν ο βιβλιοθηκάριος σε ποιο βιβλίο είχε μελετήσει τα αηδονικά, γιατί –παράξενο πώς– καταλάβαινε την κάθε λέξη. Ο μαγικός τσαλαπετεινός άπλωσε την παράξενα μεγάλη φτερούγα του, κι από μέσα της ξεδιπλώνονταν εικόνες από παραλίες και ακτές, μαγευτικά τοπία και μέρη που δεν γνώριζαν πόνο δάκρυ ή ανάγκη...

Δεν πρόλαβε ν’ αποκριθεί στον τσαλαπετεινό με το αηδονίσιο κελάηδημα που σε μεθούσε, όταν έπεσε με κρότο ένας πολύ βαρύς και σκονισμένος τόμος. Τρόμαξαν κι οι τρεις. Όπως έπεσε, άνοιξε περίπου στη μέση και από τις σελίδες του πρόβαλε ο Γρηγόρης, παγκόσμιας φήμης αρχαιολόγος και ιστορικός ερευνητής, κρατώντας ένα βοτσαλάκι! Τινάχτηκε πάνω, καλημέρισε ευγενικά τους φίλους, τις φίλες και τα όμορφα πουλιά, και αναφώνησε με ορμή: «Εύρηκα, εύρηκα!» Μαζεύτηκαν κι οι τρεις ολόγυρα να δουν το βοτσαλάκι. «Χρόνια και χρόνια το αναζητούσα», συνέχισε ακάθεκτος ο Γρηγόρης, λες κι ένα όραμα τον συνείχε. «Μα το βρήκα επιτέλους, κατά την τελευταία ανασκαφή, το ξεχώρισα από χιλιάδες άλλα». Η Σταυρούλα στέριωσε τα γυαλιά της, ο βιβλιοθηκάριος ετοιμάστηκε να αποδελτιώσει το εύρημα, και παραλίγο ο Τσαλ το ζαβολιάρικο πουλί να το άρπαζε με το ράμφος του. Μα ο Γρηγόρης το κρατούσε σφιχτά! «Αυτό το βότσαλο, δεν είναι τυχαίο», μίλησε ο Γρηγόρης, και η ομήγυρη λούφαξε τώρα και άκουγε με προσοχή! «Είναι η πέτρα εκείνη με την οποία ο Δαβίδ νίκησε τον Γολιάθ. Μ’ αυτή κι εμείς θα νικήσουμε τον τύραννο και θα πέσει η τυραννία». Οι τρεις κοιτάχτηκαν, έπεσε βαριά σιωπή. Αναμετρήθηκαν με τις δυνάμεις τους, δίστασαν για λίγο. Μα τα μάτια του Γρηγόρη έλαμπαν, γεμάτα έμπνευση. Και τότε από δυο πιο ανάλαφρους τόμους, πλούσιους σε εικονογράφηση και πολύ καλλιτεχνικούς, πετάχτηκαν η Νέφωσις και η Ρούμπη, όμορφες και δυνατές σαν αμαζόνες. «Φέραμε πολεμοφόδια, κι άλλα», είπαν και ξετύλιξαν μπροστά μας ένα μεγάλο δέμα με πιστόλια χρώματος. «Με αυτά θα κατατροπώσουμε τον εχθρό», δήλωσε η Ρούμπη με το αλάθητο χαρακτηριστικό της χιούμορ και μπρίο, κι οδήγησε μπροστά το άλογό της, βαστώντας το παράλληλα σφιχτά από τα γκέμια, για να μην ξεχυθεί ασυγκράτητο στη μάχη πριν την ώρα. Η Νέφωσις ήταν ήδη δίπλα της. Το λάβαρο της επανάστασης ανέμιζε και γινόταν ένα με τα πέπλα του αιθέριου φορέματός της, ενώ το γαλήνιο ευγενικό χαμόγελό της δεν υποψίαζε κανέναν για τη δύναμη που έκρυβε μέσα της.

«Είμαι κι εγώ εδώ», φώναξε η Χάρις η νεράιδα, που κατέβαινε αργά και με περιστροφικές κινήσεις από έναν παλιό πολυέλαιο. Καθώς κατέβαινε, το φως του πολυελαίου μετακινιόταν κι αυτό, γινόταν ένα με το κορμί της. «΄Εχω εδώ το μαγικό ραβδί μου, με το οποίο θα σπείρουμε εννοιολογική σύγχυση στους αντιπάλους», είπε, και η Σταυρούλα που τα πιάνει αυτά αμέσως ενθουσιάστηκε.

Ο Γρηγόρης κοίταξε τον βιβλιοθηκάριο, και ο βιβλιοθηκάριος τον Γρηγόρη. Το πουλί ο Τσαλ ήδη είχε βγει από το παράθυρο και κατόπτευε το πεδίο. Συννενοήθηκαν οι δυο τους με το βλέμμα και παραχώρησαν την αρχηγία στη Σταυρούλα, που ήταν στρατηγός καλός και οργανωτικός.

Μέτρησαν τις δυνάμεις τους. Μόνο ένας έλειπε, το Ερυθρό Καγκουρώ. Αλλά να, πάνω στην ώρα, το τζάμι θρυψαλιάστηκε με πάταγο, οι τοίχοι σείστηκαν και το Ερυθρό Καγκουρώ ήταν ήδη στα άδυτα της βιβλιοθήκης κρατώντας...

... κρατώντας... κρατώντας...

μια τεράστια πιατέλα με αχνιστό, μοσχομυριστό γουρουνόπουλο, τόσο τιτανοτεράστια που θα χρειάζονταν τουλάχιστον 10 μπουκάλια Fairy για να την πλύνουν όλη...

«Έφερα κάτι για να πάρουμε δυνάμεις και να καρδαμώσουμε πριν ξεχυθούμε στη μάχη», είπε. Αυτό το Ερυθρό Καγκουρώ, ήταν απλό στους τρόπους, αλλά του έκοβε πολύ: όλα τα προλάβαινε και όλα τα φρόντιζε. Γι’ αυτό το αγαπούσαν τόσο! Κι ο επαναστατικός στρατός, συγκράτησε για λίγο την ορμή του, προκειμένου να πάρει λίγες δυνάμεις...

Εγώ πάλι μέχρι εκείνη τη στιγμή πληκτρολογούσα μανιωδώς για να αναφέρω όλα τα γεγονότα ως εντεταλμένος ιστορικός του επαναστατικού στρατού – αλλά και με την ακρίβεια και αντικειμενικότητα που αρμόζει σε κάθε ιστορικό που σέβεται τον εαυτό του. Μόλις όμως είδα τη μοσχομυριστή πιατέλα και άρχισαν να με φιλεύουν με τα λουκούλεια εδέσματα, αποξεχάστηκα και λησμόνησα εντελώς τις χρονογραφικές υποχρεώσεις μου. Καθώς το Καγκουρώ ξετρύπωσε από το μάρσιππό του και ένα τσίπουρο θεϊκό, εκεί που άρχισε το γλέντι, ένα γλέντι τρικούβερτο, ένα γλέντι καυτό, εγώ έχασα πλήρως τη σύνδεση με το χρόνο και τη μνήμη.


*


Ο βιβλιοθηκάριος άνοιξε τα μάτια του γεμάτος ανησυχία. Φοβόταν μήπως τα βιβλία είχαν λεκιαστεί με λαδιές, μήπως είχαν περιχυθεί με τσίπουρο. Το πρώτο που αντίκρισε ήταν οι πατούσες του που ξεπρόβαλλαν κάτω από το πάπλωμα. Κοίταξε το ρολόι του. Μέρα Παρασκευή. Εργάσιμη και σήμερα, συνειδητοποίησε, κι αναζήτησε τα ρούχα του. Μα τι έγινε χθες; αναρωτήθηκε, για την ακρίβεια με ρώτησε στο αφτί.




Εγώ πάλι ήξερα ότι συντελέστηκε κάτι πολύ σημαντικό, σχεσιοδυναμικό, γαστριμαργικά και κοινωνικοπολιτικά καθοριστικό. Αλλά δεν είχα τη θέα του συνόλου· κάποιες πτυχές του έμεναν κρυμμένες σε βαθύ, ιλαρό μαύρο. Πώς ν’ αντικρίσω τον αναγνώστη μου και τον εντολέα μου, τώρα που η αφήγηση έμεινε μισή;

Ας δώσω τουλάχιστον μια ολόκληρη ευχή: Κι αν δεν καεί ο μπερντές μας η Βουλή, άιντε να καεί το πελεκούδι!

Καλές Απόκριες, παίδες, και καλή Σαρακοστή!

31 Ιαν 2013

Λογοτεχνία και Παραλογοτεχνία



Ψάχνω να βρω τη διαφορά ανάμεσα στη λογοτεχνία και την παραλογοτεχνία διαφόρων τύπων: θρησκευτική, πολιτική, ψυχολογική… Νομίζω λοιπόν ότι το ερώτημα απαντάται με κριτήριο την πρόταξη της αισθητικής απόλαυσης έναντι κάποιας άλλης σκοποθεσίας. Όταν οι ήρωες είναι μονοσήμαντα καλοσχεδιασμένοι, και ένας κάπως έμπειρος αναγνώστης μπορεί να εικάσει τις αντιδράσεις τους με βάση κάποιο ανθρωπολογικό παράδειγμα, τότε μάλλον το παράδειγμα αυτό προηγείται της περιπέτειας, καταργεί τις αντιφάσεις, εγκλωβίζει τη ζωή… Αν θέλουμε να υποτάξουμε τη ζωή σε ορισμένη κοσμοθεώρηση αυτό δεν μπορεί να είναι λογοτεχνία. Όταν υποτάσσουμε στη γραφή την κοσμοθεωρία μας, στη ζωή και κατ’ επέκταση στη δυναμική της αφήγησης, αυτό είναι λογοτεχνία — ενδεχομένως.

Αν κάποιος νομίζει ότι δικαιώνεται συγγραφικά γιατί το έργο του είναι κοινωφελές, ευαγές, χρηστόν, διότι αποκαθιστά μια ιστορική “πραγματικότητα”, διότι είναι πολιτικώς ορθόν, προάγει τη χρηστομάθεια ή τη αριστεροφροσύνη, μορφοποιεί σε ήρωες τα case study του ντιβανιού, επιχειρεί να δικαιώσει τη γειτόνισσα κ.ο.κ., ας ψαχτεί καλύτερα. Διότι το κύριο λογοτεχνικό ερώτημα είναι το αισθητικό χνάρι του ταλέντου, είτε φρέσκου και άπειρου είτε δουλεμένου και ωριμότερου. Και αυτό αναμφίβολα δεν οδηγεί σε λογοτεχνία χωρίς ιδέες, αβαθή. Τουναντίον.

Αντί λοιπόν να μιλάμε για τέχνη όπου φαίνεται η διάθεση για προαγωγή ιδεών, και καταντά απλώς προαγωγός μιας πορνικής ρηχότητας και εκμαυλισμού της αισθητικής, καλύτερα να μιλάμε για τέχνη που περιγράφει, καταγράφει και καταβυθίζεται στην παράνοια, την αγιότητα, ή την ποικιλία και κυρίως την έκπληξη της ζωής. Μιας ζωής ανθρώπινης και όχι κατάλληλης για τα ψάρια του ενυδρείου.

Επιμένω μετά λόγου γνώσεως γιατί έχω υπάρξει σποραδικά ένοχος τέτοιων αμαρτημάτων.

Κι αν απορήσει κανείς πώς αυτή η σκοπιά ταιριάζει με τη σκοπιά της θεολογίας, θα πω το απλό, απλούστατο.

Κάθε δειλινό των ημερών της δημιουργίας ο Παλαιός των Ημερών αναρωτιόταν αν τα έργα του ήταν «καλά». Και σαν έβλεπε ο Θεός «ὅτι καλόν», μόνο τότε ησύχαζε «καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωί…».

Το «καλός» στη γλώσσα μας είναι αισθητική κατηγορία. Συνδέεται άρρηκτα με το κάλλος. Για μεταγενέστερη μετατόπιση της εννοιολογικής σημασίας της λέξης στην κατεύθυνση της ηθικής κατηγορίας αλλά και για την ευρύτερη σύνδεση ομορφιάς και ήθους μπορεί κανείς να πει πολλά… Ήδη όμως στη δημιουργία αναμφίβολα καταγράφεται η αισθητική προτεραιότητα, η ομορφιά, το δώρο του Θεού στον άνθρωπο.

Στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, ή σε μια πραγματική ασκητική θεώρηση ελευθερίας, μπορεί κανείς να ψάλλει: «Οὐκ ἐλάτρευσαν τὴν κτίσιν οἱ θεόφρονες παρὰ τὸν κτίσαντα». Εντούτοις, μπορεί κανείς να ακολουθήσει νομίμως και τον άλλο δρόμο: να λατρέψει (ή να αρνηθεί) τον κτίσαντα διά της κτίσεως, καθότι «ἐκ γὰρ μεγέθους καλλονῆς κτισμάτων ἀναλόγως ὁ γενεσιουργὸς αὐτῶν θεωρεῖται» (Σοφ. Σολ. 13, 5).

Η αισθητική προτεραιότητα είναι η προτεραιότητα στη λογοτεχνία. Και αν είναι πράγματι λογοτεχνία θα αγγίξει το βάθος της ανθρώπινης ψυχής, τα θεμελιώδη ανθρωπολογικά ερωτήματα, και θα δώσει ποικίλες και ανοιχτές απαντήσεις. Δεν είναι οι απαντήσεις που κάνουν τη λογοτεχνία, και ίσως ούτε καν οι ερωτήσεις, αλλά το ταλέντο και το αισθητικό επίτευγμα… Αν αυτό το καταλάβουμε, ίσως δεν θα χρειάζεται να αγωνιζόμαστε για τη φιλαναγνωσία, λες και πρέπει να καταπιούμε μουρουνόλαδο, αλλά θα απολαμβάνουμε.