Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Απρ 2020

Ωδή στη Χαρά της Κοινωνίας


Τις ώρες που γράφονται αυτές οι αράδες οδεύουμε προς το Πάσχα, ένα Πάσχα που θα το βιώσουμε διαφορετικά από κάθε άλλη φορά, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού έχει μεταβάλει βασικές ορίζουσες του βίου, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών μας σχέσεων. Έχει εξάλλου οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο σε μια βιωματικά πρωτόγνωρη μνήμη θανάτου και μέσω αυτής σε μια συνειδητή κατάφαση της ζωής, που απειλείται, δεν είναι δεδομένη, και δοξολογείται. Τούτη την ώρα δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η εξέλιξη της πανδημίας στη χώρα μας, ήδη όμως είναι ορατά τα όρια των δυνατοτήτων των υπηρεσιών υγείας, καθημαγμένων σε βάθος δεκαετίας. Παρά ταύτα, η άνοδος της καμπύλης μεταδοτικότητας είναι σχετικά ομαλή, και τα έγκαιρα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης μοιάζουν να αποτρέπουν τα χειρότερα. Στο πλαίσιο αυτών των μέτρων, και η κυβερνητική απόφαση για τη μη τέλεση ιεροπραξιών και τη δυνατότητα «ατομικής προσευχής» και μόνο στους ναούς είναι σε πλήρη εφαρμογή, ενώ δεν προβλέπεται καν δυνατότητα μετάβασης στον ναό μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, μήτε γνωρίζει κανείς πότε τυχόν θα μεταβληθεί αυτή η κατάσταση προς μια θετικότερη εξέλιξη – ασφαλώς μετά το Πάσχα.

Στο πλαίσιο της ζοφερής ατμόσφαιρας των ημερών έλαβε χώρα στη δημοσιότητα και μια εκτεταμένη συζήτηση για τη λειτουργία της Εκκλησίας, την κοινή προσευχή στους ναούς και ακόμα την ίδια τη θεία Λειτουργία και Κοινωνία. Το χριστεπώνυμο πλήρωμα κατηγορήθηκε από πολύ νωρίς και με σφοδρότητα ως παράγων διάδοσης του ιού, παράγων μολυσματικός, που χαρακτηρίζεται από ιδεοληψία και κοινωνική ανευθυνότητα, καθώς αδιαφορεί για την έκθεση του πλησίον σε κίνδυνο. Εκφράστηκε η απαίτηση να απαγορευτεί η λατρεία, που είναι βλαπτική ακόμα και για όσους δεν μετέχουν σε αυτή, εξαιτίας του κινδύνου διάδοσης του ιού, και βέβαια λοιδορήθηκε ιδίως η συμμετοχή των πιστών στη θεία Κοινωνία μέσα από την κοινή λαβίδα.

Είναι προφανής η πολλαπλότητα των κινήτρων όσων έθεταν τέτοια ζητήματα, ενώ η πολυπλοκότητα της κοινωνικής αντίδρασης συσχετίζεται επίσης και με τους χρόνους και την ένταση με την οποία διατυπώθηκαν κάθε λογής επιφυλάξεις. Δεν μπορεί να μη σημειώσει κανείς την ηχηρή εμφάνιση ενός ρατσιστικού λόγου, που μαζί με χαρακτηρισμούς και ρητορικά σχήματα υπερβολής ζητούσε και την άρση της ελευθερίας της λατρείας από τους χριστιανούς, μαζί και με την εγγραφή τους στο πεδίο της ανηλικιότητας και ανευθυνότητας – συνθήκης που θα έπρεπε να τύχει κοινωνικής επιτήρησης από τους ενήλικες θιασώτες του «ορθολογισμού». Ας σημειωθεί πάντως ότι στο ίδιο πεδίο ανηλικιότητας έχει από χρόνους πολλούς κατατάξει το ποίμνιο και μέρος της ποιμένουσας εκκλησίας, που ενθαρρύνει την κηδεμόνευση και τον πατερναλισμό, και με ιδιαίτερη έμφαση εμμένει εξίσου στην αέναη σιωπή των λογικών της προβάτων. Αυτό είναι όμως μια συζήτηση λίγο διαφορετική, αν και όχι ασύνδετη.

Πολλοί συνάνθρωποι εξάλλου είχαν απλώς μια υγιή ανησυχία και περίσκεψη ή έστω μια κάπως οξυμένη αίσθηση φόβου ή ακόμα και πανικού.

Michael Triegel

Πριν έρθουν οι δειλές και αμήχανες, ανεπαρκείς όσο και προσχηματικές αποφάσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, για κατάργηση των καθημερινών ακολουθιών και λιτή θεία Λειτουργία, κατά τις 7-8 το πρωί δίχως άλλους περιορισμούς, δείγμα μιας δραματικής κακοφωνίας εντός της Συνόδου (ΔΙΣ, έκτακτη συνεδρία 16/3/20), ήδη το αίσθημα της απαξίωσης της Εκκλησίας είχε κορυφωθεί. Πριν ἀλέκτωρ λαλῆσαι ακολούθησε το κυβερνητικό ΦΕΚ (872 τεύχος Β΄, 16/3/20) με την ολική απαγόρευση κάθε ιεροπραξίας.

Μερίδα των θεολόγων συνέβαλαν ή και ηγήθηκαν σε έναν δημόσιο διάλογο, που επικεντρώθηκε ιδίως στη θεία Κοινωνία. Η σκοπιμότητα αυτού του δημόσιου διαλόγου δεν εξετάστηκε συνειδητά και μεθοδικά, επί της αρχής, από όσους έδωσαν το σχετικό έναυσμα, αλλά ακολούθησε ανεπίγνωστα και αυτοματικά τις τάσεις της εποχής, μιας εποχής όπου η δημοσιολογία του ιδιωτικού και η τυραννία της οικειότητας, είναι πολλαπλά εμπεδωμένη. Όμως, το έθος και ο αυτοματισμός δεν αναιρούν την ύπαρξη επιφυλάξεων για μια τέτοια δημόσια συζήτηση, όπως αυτή εκτυλίχθηκε, καθώς:

1. Η ώρα του πανικού δεν είναι η ώρα για θεωρητικές συζητήσεις, μήτε είναι ο φόβος ο κατάλληλος σύμβουλος του θεολογείν. Οι περιστάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε κατ’ οικονομίαν λύσεις ανάγκης, εντούτοις το θεολογικώς ζητούμενο είναι η ελευθερία των τέκνων του Θεού.

2. Η συζήτηση ήταν εν όλω παρελκυστική: πριν φτάσει κανείς να συζητά για τη θεία Μετάληψη, όφειλε να αντιμετωπίσει το ίδιο το ζήτημα της συνάθροισης. Σε τι θα άλλαζε άραγε τις συνθήκες μια αλλαγή στο τυπικό της θείας Μετάληψης, που με τόση σπουδή ευκαιριακώς και πολυτρόπως προτάθηκε, εάν και εφόσον η συνύπαρξη των ανθρώπων είναι ικανός και επαρκής παράγων μετάδοσης του ιού;

3. Ο δημόσιος χαρακτήρας της συζήτησης φανέρωσε αρκετή αδιακρισία και αποκάλυψε επίσης πόσο ο αρχαίος κανόνας του «ανεκλάλητου» των μυστηρίων είχε νόημα, προς αποφυγή ενός περίγελου γύρω από το ίδιο το σώμα του Χριστού.

4. Κάνει εντύπωση η σχάση της ακαδημαϊκής θεολογίας από τη ζωή της Εκκλησίας, καθώς ο τρόπος του περιεργάζεσθαι το μυστήριο από λαϊκούς θεολόγους ή θεολογούντες διανοητές κάποιες φορές έμοιαζε να αγνοεί και να παραγνωρίζει τα πρόσωπα των ιερέων ή την ανθρώπινη ιδιότητά τους. Η άνεση με την οποία εξέφραζε κανείς φόβους και αναλυτικές σκέψεις γύρω από το μυστήριο, επέβαλε την αμφιβολία στη δημόσια συζήτηση, ενστάλαξε τον φόβο ακόμα και σε ιερείς ως προς την κατάλυση της θείας Κοινωνίας. Ενώ ο λαϊκός θα μπορούσε απλώς διακριτικά να απέχει από τη θεία Κοινωνία για ένα διάστημα, αυτό δεν ισχύει για τους ιερείς, καθόσον οι ιερείς είναι ταγμένοι να ιερουργούν και δεν μπορούν να δραπετεύσουν από τις υποχρεώσεις τους, μεταξύ των οποίων και η κατάλυση της θείας Ευχαριστίας από το κοινό Ποτήριο, κάθε φορά. Είναι συχνό φαινόμενο να καταγράφονται μεγαλορρήμονες θεολογικές αναλύσεις, που όμως αναπαράγουν μια λάθος κατανόηση της Εκκλησίας, με βάση την οποία το ιερατείο είναι «άλλοι», και δεν είμαστε όλοι οργανικά συνδεδεμένοι στο ένα Σώμα του Χριστού. Αν συχνά ισχύει ότι η διοίκηση της Εκκλησίας δείχνει κατεξοχήν ή και μόνο τον εαυτό της παραθεωρώντας το εκκλησιαστικό σώμα, δεν είναι σπάνιο και το αντίστροφο: να ξεδιπλώνεται ένας κοσμικός θεολογικός λόγος που εξίσου θεωρεί την κεφαλή «ξένη», ή εν προκειμένω να αδιαφορεί για τη θέση των ιερέων μέσω μιας ακαδημαϊκής συζήτησης δίχως αγάπη ή ανθρώπινη μέριμνα και για τον κλήρο.

Ας περάσουμε όμως στην ουσία αυτής της συζήτησης, της οποίας ο πυρήνας της αγγίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις της ίδιας της θεολογίας. Διότι μπορεί η θεολογία να έχει μερικώς και ακαδημαϊκό, επιστημονικό χαρακτήρα, να μεταχειρίζεται επιστημονικές μεθοδολογίες στην ανάλυση των επιμέρους, η βάση όμως και η καρδιά της θεολογίας εν εκκλησιαστική εννοία είναι η εμπειρία, η κοινή συνείδηση της Εκκλησίας, η κατανόηση και διατύπωση αυτής της εμπειρίας. Θεολογούμε εμπειρικώς και όχι με φιλοσοφικά οικοδομήματα, καθόσον ο ανθρώπινος λόγος φωτίζεται από τον αποκαλυφθέντα Θεό Λόγο.

Ο εξορθολογισμός και επιπροσθέτως η τεχνολόγηση και μικροβιολόγηση της θείας Ευχαριστίας, μέχρι και η τόσο όψιμη ανάπτυξη μιας περί «αφθαρτοδοκητισμού» θεωρίας, τώρα, κατά την τρίτη χιλιετία, δεν απηχούν την εκκλησιαστική και θεολογική παράδοση στην Ανατολή, μια Ανατολή που αρκέστηκε να μιλήσει για μεταβολή του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού, δίχως να αναλύσει περαιτέρω και δίχως να κάνει χρήση του όρου μετουσίωση. Εντούτοις, είναι σαφές ότι και η διατήρηση των φυσικών στοιχείων στη φυσική τους κατάσταση, η συμβολική παρουσία του φυσικού βασιλείου, του ζωικού βασιλείου (μέσω της ζύμωσης, βλ. Τζ. Θεόκριτοφ 2010) και της ελεύθερης συνεισφοράς και εργασίας του ανθρώπου για τη δημιουργία του ψωμιού και του κρασιού, δεν σημαίνει ότι κοινωνούμε τη φθαρτότητα της φύσης, αλλά την αφθαρσία της, καθώς κοινωνούμε με βάση την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας το σώμα και το αίμα του αναστάντος Χριστού. Είναι σημαντική αυτή η ζωντανή ανάμνηση, που παραπέμπει στην εσχατολογική μας βεβαιότητα, μελλοντική και ήδη παρούσα, ότι ὁ τρώγων [Του] τὸ Σῶμα καὶ πίνων [Του] τὸ αἷμα δεν κοινωνεί απλώς τον σαρκωθέντα και σταυρωθέντα Θεό, αλλά τον αναστάντα, εἰς φάρμακον ἀθανασίας καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον.

Ένα δεύτερο θέμα που τέθηκε είναι η, σε πρώτη επίπεδο ορθή, διάκριση μορφής και περιεχομένου. Είναι προφανές ότι το περιέχον, το άγιο δισκοπότηρο, η λαβίδα και γενικότερα τα σκεύη δεν ταυτίζονται με το περιεχόμενο, το σώμα του Χριστού. Είναι γνωστό εξάλλου ότι η ιστορία της λατρείας και της ζωής της Εκκλησίας έχει να μας δείξει μια πολλαπλότητα τρόπων, με τους οποίους η Εκκλησία, κλήρος και λαός, κοινωνεί του σώματος και του αίματος του Χριστού. Όποιος όμως επιθυμεί να κάνει μια ιστορική ανάλυση της Ευχαριστίας και της εξέλιξης του τυπικού, οφείλει επίσης να παραδεχτεί ότι λύσεις που σταδιακά επικράτησαν στη λατρεία, είναι κατά τεκμήριο –όχι απόλυτα– αυτές που η κοινή συνείδηση έχει επιλέξει ως πιο πρόσφορες, φιλτράροντας πρακτικές και πληροφορίες μέσα από μακραίωνα και πλατιά ιστορικά φίλτρα. Δεν ισχυρίζομαι μια παγίωση και ακινητοποίηση του υπάρχοντος, και ασφαλώς η ιστορική εξέλιξη είναι ανοιχτή. Μια εξέλιξη και του τυπικού συνιστά πάντα θεμιτή και επιθυμητή πραγματικότητα εντός της ιστορίας, αρκεί το κριτήριο να είναι μια εσωτερική ανάγκη και ελεύθερη επιλογή, όχι όμως ένας εκκοσμικευμένος νεωτερισμός, μια συμπλεγματική διάθεση να υποταχθούμε στο πνεύμα του κόσμου ή τις μόδες των καιρών. Συζητώντας μεθοδολογικά, διαπιστώνει κανείς σήμερα στις εκκλησίες μας μια διάθεση γενικότερης εκζήτησης στην περιοχή του τυπικού, της οποίας τα κίνητρα είναι κάποιες φορές εξωθεολογικά και εξωεκκλησιαστικά, και όχι σπάνια συνδέονται με μια υπερβολική και αμφιβόλων κινήτρων σπουδή του ενεργούντος [ιερέα] να εισάγει στοιχεία πρωτοτυπίας και εντυπωσιασμού, μετατρέποντας τη λατρεία σε θέαμα ή εισάγοντας κάποια attraction που αυξάνει την απήχηση και την επισκεψιμότητα του ναού, προσελκύοντας ένα ευρύτερο φιλοθεάμον κοινό, όχι όμως απαραίτητα οικοδομώντας τη ζωή της κοινότητας. Όσοι λοιπόν ενθυμούνται και θέλουν απότομα να ανασυστήσουν αρχαία τυπικά, καλό είναι επίσης να θυμούνται ότι το τυπικό δεν είναι μια συνταγή μαγική, ξεκομμένη από τη ζωή της κοινότητας, και ότι στην αρχαία Εκκλησία, κατά τον ασπασμό της ειρήνης, οι χριστιανοί φιλιόνταν στο στόμα, δίχως να εκπειράζονται και δίχως σιχασιά, συμβολίζοντας μέσω του τυπικού τις πραγματικές σχέσεις αγάπης που καλλιεργούνταν μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα.

Θα πρέπει να έχουμε αδιαλείπτως τον νου μας στα θεολογικά μας κριτήρια. Διότι ενώ είναι πολύ σημαντική η ζωντανή λατρεία, και κατ’ επέκταση η λειτουργική και λατρευτική αναγέννηση, ο γνώμονας για όλα αυτά δεν μπορεί να είναι παρά βαθύτατα θεολογικός και άρα κοινωνικός. Η θεολογική οικονομία έχει θέση σε αυτή τη συζήτηση, μαζί με τη θεολογική ακρίβεια, αλλά και η σιωπή, η για ένα διάστημα αποχή, η τέλεση του μυστηρίου με λίγους πιστούς είναι ίσως λύσεις προτιμότερες από μια εμμονική «συμμετοχή» με τρόπους που γελοιοποιούν και εξατομικεύουν τη λατρεία, με πρόχειρες επινοήσεις και εφευρήματα.

[Αφήνω εδώ εντελώς ασχολίαστες τις απόψεις κάποιων πιστών που θεωρούν όλη αυτή την υπόθεση μια τεράστια συνωμοσία και μονιστικά επιμένουν στην αδιατάρακτη τήρηση της λατρείας όπως πάντα, υπονοώντας μια μαγική κατανόηση, αδιαφορώντας για τον λογικό χαρακτήρα της λατρείας, έχοντας σοβαρό πρόβλημα ως προς την πρόσληψη της ίδιας της πραγματικότητας. Και ενώ ο λόγος πολλών, ιδίως ποιμένων, από τους καλύτερους μάλιστα που διαθέτουμε, απευθύνεται συχνά σε ένα τέτοιο ακροατήριο, επιδιώκοντας να κατευνάσει, να πειθαρχήσει, να παρηγορήσει και να δώσει διαφορετικές διεξόδους πνευματικής ζωής και άσκησης, προσωπικά θεωρώ ακραίες φονταμενταλιστικές ή δεισιδαιμονικές τοποθετήσεις μερίδας ενός κόσμου πέραν του πεδίου συζήτησης που θα ήθελα να οικοδομήσω εδώ. Για την ακρίβεια, θλίβομαι όταν διαπιστώνεται ποιο είναι πράγματι το κοινωνιολογικό υπόστρωμα ή η πνευματική κατάσταση μέρους του ποιμνίου, όπως αυτό χρονίως εκπαιδεύτηκε να υπακούει άκριτα, να σκέφτεται μονοδιάστατα, να πάρει διαζύγιο από τη λογική. Στην περίπτωση αυτή δεν μιλώ προφανώς για τη λαϊκή θρησκευτικότητα, στην πολυεπίπεδη γνησιότητά της, την οποία επιμένω να σέβομαι και να τιμώ, σε αντιδιαστολή προς μια κάποια ελιτίστικη θεολογία που κατά καιρούς αναδύεται, σχεδόν ολιγοπωλιακά από μεσοαστικά στρώματα. Μιλώ αυστηρά και μόνο για φαινόμενα πνευματικής εξάρτησης και ψυχολογικής νοσηρότητας, για φαινόμενα μαγικής και φονταμενταλιστικής χάλκευσης της πίστης και της θεολογίας. Ευτυχώς όμως, λειτουργούμε ως σώμα, και συνεπώς και η απεύθυνση σε ένα τέτοιο κοινό, με την εξουσία μάλιστα της ποιμαντορικής ράβδου, στη γλώσσα με την οποία έχει εθιστεί, είναι μια αναγκαία ψηφίδα σε ένα πολύτροπο και πολύχρωμο σύνολο λόγου σε ποικίλες γλωσσικές εκφορές, στο πεδίο τόσο της ακρίβειας και της οικονομίας].

Michael Triegel

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτή της συμβολής είναι λίγο διαφορετικό. Στο πλαίσιο μιας σύγχρονης επιστημολογίας, σε όλο το πλαίσιο του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού, ιδίως μετά τον Βίτγκενσταϊν, η διάκριση μεταξύ μορφής και περιεχομένου διαπιστώνεται ανεπαρκής και καταδεικνύεται ως κατάλειμμα μιας παρωχημένης, τυπικής λογικής μιας αφελούς πρωτονεωτερικότητας. Διότι σήμερα είναι εγνωσμένο ότι η μορφή είναι περιεχόμενο, και αυτό ισχύει ιδίως στην τέχνη και τη λογοτεχνία, αλλά και σε όλες τις επιστήμες του ανθρώπου, κατεξοχήν λοιπόν και στη λατρεία. Παρόμοια, ο θεωρητικός της επικοινωνίας Μάρσαλ Μακ Λούαν, ανέδειξε με όρους του καιρού μας πως το μέσο είναι το μήνυμα, δηλαδή ότι το περιεχόμενο καθορίζεται από το μέσο με το οποίο μεταδίδεται και διαδίδεται. Όσο και να αμφισβητήσει κανείς αυτές τις θέσεις, οι οποίες έχουν γεννήσει μεγάλη συζήτηση, διατυπωμένες στην απολυτότητά τους, δεν μπορεί πια να παραγνωρίσει σήμερα τη σημασία μορφής ή μέσου για την ίδια την ουσία του περιεχομένου.

Είναι εξάλλου θλιβερά ψευδοεπιστημονικές οι προτάσεις που επιχειρούν να εισαγάγουν έναν εξελικτικό ντετερμινισμό, και οι οποίες κατατάσσουν τον καθιερωμένο τρόπο της θείας Κοινωνίας σε «επίπεδο υγιεινής προγενέστερων πολιτισμών». Αυτοί οι διανοητές «μεταγενέστερων πολιτισμών» εν μέσω μιας πανδημικής δυστοπίας, μοιάζουν να ισχυρίζονται ότι το μέλλον της ανθρωπότητας αναδεικνύεται λαμπρό, και εξελικτικά λαμπρότερο, ενώ παρά τις κατά καιρούς περί αυτού αναλύσεις τους, δεν μοιάζει τελικώς να γνωρίζουν κάτι από την τραγωδία του ανθρώπου του 20ού αι., από την πεσιμιστική ή και μηδενιστική στροφή της φιλοσοφίας, αλλά ακόμα συμμερίζονται με τρόπο αντιφατικό την χαρωπή αφέλεια των πρώτων αιώνων της νεωτερικότητας. Τέτοιες φωνές δεν διαβλέπουν τη δυστοπία του μέλλοντός μας, μήτε προβλέπουν αλλά και μήτε διατυπώνουν προτάσεις που να προλαμβάνουν ή να θεραπεύουν. Σε σφαίρα διαρκούς επιτάχυνσης ενός μεταρρυθμιστικού οίστρου, απαξιώνουν εντελώς την έννοια της εμπειρίας ή της παράδοσης, ομνύουν σε μια στενή λογοκρατία, πολλαπλά ήδη απαξιωμένη στη μετανεωτερικότητα, και διέπονται από μια ανάγκη να φτάσουν, ιδρωμένοι, σε αυτή την εξέλιξη που θεωρούν αναμφίβολα και ντετερμινιστικά θετική. Δεν θα επικαλεστώ εν προκειμένω την εκκλησιαστική παράδοση, αλλά την πρόσφατη κοινή μας και πάνδημη στη χώρα εμπειρία της μνημονιακής περιόδου, όπου με το πρόσχημα των μεταρρυθμίσεων επιβλήθηκαν σωρεία απορρυθμίσεων στην αγορά και ιδίως την αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα όχι τη διόρθωση αλλά την πλήρη διάλυση και καταστροφή της οικονομίας, όπως καταδεικνύεται από όλους τους οικονομικούς δείκτες, ποιοτικούς και ποσοτικούς – σαν σε καιρό πολέμου.

Αν λοιπόν η μορφή είναι περιεχόμενο, το μέσο είναι το μήνυμα, η θεία Ευχαριστία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον τρόπο του κοινωνείν. Το ζήτημα προφανώς δεν είναι αυστηρά δογματικής τάξης, και η συζήτηση επ’ αυτού είναι θεμιτή – αλλά με σοβαρές θεολογικές και πνευματικές προϋποθέσεις, που να μην καταλύουν την ουσία και το νόημα του μυστηρίου.

Η πίστη είναι ο χώρος της ελευθερίας. Δεν είναι ο χώρος του καταναγκασμού. Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι μια πραγματικότητα αποδείξιμη με αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια, είναι όμως η βάση και η απόλυτη βεβαιότητα της ύπαρξής μας. Όπως λέει ο απόστολος Παύλος, εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν (Α΄ Κορ. 15,17). Κατά όμοιο ακριβώς τρόπο με την Ανάσταση, μήτε εδώ αποδεικνύεται μια «μη μεταδοτικότητα» της θείας Ευχαριστίας – και θα ήταν άσκοπη και ανώφελη μια τέτοια απόπειρα, εξέτασης μοριοβιολογικού τύπου. Στο πεδίο όμως της διυποκειμενικότητας, της κοινής εμπειρίας, γνωρίζουμε ότι η θεία Κοινωνία είναι η κατεξοχήν υπέρβαση του θανάτου, και δεν το γνωρίζουμε μόνο θεωρητικά, αλλά και μέσα από την πρακτική των ταπεινών ιερέων που κοινωνούν όλο το εκκλησιαστικό σώμα, κοινωνούν τους λεπρούς, κοινωνούν τους αρρώστους στο Λοιμωδών, κοινωνούν κάθε ασθενή και ετοιμοθάνατο άνθρωπο.

Στη σύγχρονη εποχή, μια εποχή δημοκρατίας και πολυκεντρικότητας του κόσμου, γνωρίζουμε ότι και η πιο «αντικειμενική» επιστημολογική αρχή έχει ισχύ μόνο εντός ενός ορισμένου πεδίου του επιστητού. Ακόμα και οι νευτώνιοι νόμοι ανακαλούνται στο πεδίο της θεωρίας της σχετικότητας. Ό,τι γνωρίζουμε γενικότερα για τον κόσμο δεν ισχύει στον μικρόκοσμο ή τον μακρόκοσμο. Η προσπάθεια μιας νεωτερικής επιστημολογίας να διατυπώσει μια θεωρητική αρχή που να διέπει και να θεμελιώνει τη γνώση, έναν μικρό θεό της γνωσιακής θεωρίας, που να οδηγεί σε γενικά παραδεκτά δεδομένα, είναι αδιάκοπη όσο και αλυσιτελής: δεν οδηγεί παρά σε ποικίλες διαδρομές μιας απέραντης περιπέτειας και σε έναν διαρκή αναπροσανατολισμό της σκέψης. Η περιπέτεια όμως αυτή είναι μια περιπέτεια ελευθερίας, ενώ οι παρωχημένες περί Θεού ή περί γενικών αρχών αποδείξεις δεν είναι παρά ένα λογικό lapsus, μια λήψη του ζητουμένου. Η αλήθεια διακριβώνεται επιστημολογικά μόνο στο πεδίο της διυποκειμενικότητας – αυτό είναι η θεμελιώδης αρχή της νεωτερικότητας και εντεύθεν.

Οι πιστοί που πιστεύουν στην κοινωνία με τον αναστάντα Χριστό, δεν διατυπώνουν συνεπώς μια επιστημονικά γενικά παραδεκτή αρχή, εφόσον η διατύπωσή τους δεν υπερβαίνει τον φραγμό της γλώσσας, αντίθετα διατυπώνεται σε μια εσωτερική γλώσσα, τη γλώσσα της πίστης. Η πίστη δεν συνιστά προϋπόθεση της επιστήμης, μήτε μπορεί ποτέ να αποτελέσει μια επιστημονική αρχή. Είναι και παραμένει μια εκλογή ελευθερίας, με όλες τις διακινδυνεύσεις της. Εντούτοις, οι πιστοί δεν περιπίπτουν σε σολιψισμό και ακραίο υποκειμενισμό, καθόσον η εμπειρία τους τεκμαίρεται στο πεδίο της διυποκειμενικότητας και της κοινής εμπειρίας. Η συζήτηση συνεπώς αυτή, στο πεδίο της θεολογίας, είναι μια συζήτηση μυημένων. «Ἴσασιν οἱ μεμυημένοι τὰ λεγόμενα», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (PG 49, 380A). Τίθεται συνεπώς αναπόδραστα το δίλημμα για τους θρησκευομένους και ιδίως τους θεολόγους αν κάποιος είναι στοχαστής του θανάτου του Θεού, ή πιστός, δηλαδή κήρυκας της Αναστάσεώς Του.

Michael Triegel

Ας αφήσουμε τα διάφορα προσχήματα που οδηγούν σήμερα σε μια θεολογία της εξατομίκευσης κατά το επικρατούν κλίμα της αγοράς, ή και σε μια θεολογία της σιχασιάς του αδελφού και απόλυτης ατομικής περιχαράκωσης, σε ένα ακραίο πλαίσιο συσχηματισμού με τη λογική του κόσμου ή μια υπερβολή και επιβολή του φόβου έναντι της αγάπης.

Είναι σημαντικό, η όποια θεολόγηση περί την θεία Ευχαριστία να διατηρεί το κατεξοχήν οντολογικό και συμβολικό νόημά της, που είναι η Κοινωνία με τη θεία ζωή, αλλά και με τους αδελφούς μας. Στο πεδίο της οικονομίας, και μιας ανθρώπινης συγκατάβασης πολλά μπορούν να ειπωθούν, αρκεί να μην ανάγουμε την οικονομία σε ακρίβεια.

Το κυβερνητικό ΦΕΚ, σε προσυνεννόηση ή σε ανταπάντηση στην ανεπαρκή και αμήχανη αρχική απόφαση της Συνόδου, αδιάφορο, δεν είναι τόσο ανώδυνο θεολογικά όσο βολικά προφασιζόμαστε. Διότι ασφαλώς περιφρουρεί τη δημόσια υγεία, όπως οφείλει κάθε κυβέρνηση να κάνει, αλλά δυστυχώς υπεισέρχεται και στο πεδίο της θεολογίας. Η ίδια η ακραία δυσανεκτικότηκα και ολοσχερής απαγόρευση κάθε ιεροτελεστίας μοιάζει να τοποθετεί το γνώριμό μας και πολυδιατυπωμένο από κυβερνητικά χείλη πολιτικό δόγμα της «μηδενικής ανοχής» πάνω από το Τριαδικό δόγμα. Ας μην λέγεται μήτε λέξη επ’ αυτού, είναι σαφές πώς εξυπονοείται η θεώρηση της θείας Ευχαριστίας ως δημοσίου κινδύνου. Διαφορετικά μια πιο μετριοπαθής λύση, όπως θεία Λειτουργία με ελάχιστους πιστούς, και δυνατότητα των πιστών να προσέρχονται κατά μόνας ή σε οργανωμένη κυκλικά εναλλαγή, θα ήταν εφικτή. Επιπλέον, η διατύπωση περί «ατομικής λατρείας» είναι μια θεολογία της εξατομίκευσης που πλήττει και αλλοιώνει ευθέως τη χριστιανική θεολογία, και μεταβάλλει την Εκκλησία σε πάροχο θρησκευτικών υπηρεσιών, που εντέλει δεν είναι και τόσο απαραίτητες σε συνθήκες λοιμού – και όχι μόνο.

Οργανωσιακού τύπου θεολογίες περί ατομικής σωτηρίας έχουν λάβει σήμερα το φιλί της ζωής. Ενώ δεν προτείνω καμία ανταρσία προς τη Σύνοδο ή το κράτος στις παρούσες συνθήκες, και θλίβομαι για τις ελάχιστες τέτοιες περιπτώσεις που καταγράφονται, δεν μπορώ να μη διαμαρτυρηθώ για την ακύρωση και αυτοακύρωση του γεγονότος της Εκκλησίας.

Ο ιερέας δεν μπορεί να μεταβεί να κοινωνήσει τον άρρωστο, μήτε να τον εξομολογήσει. Εάν για τον περισσότερο κόσμο αυτό είναι μια παροδική κατάσταση εξαίρεσης που μπορεί ποικιλότροπα να παρηγορηθεί, για τον πάσχοντα και τον θνήσκοντα πιστό είναι μια ολική ανατροπή στη ζωή του. Αντ’ αυτού, προβλέπεται όλες οι ψυχικές ανάγκες να καλυφθούν από ψυχολόγους, επιστήμονες τους οποίους διόλου δεν επιθυμώ να απαξιώσω, μήτε προσωπικά μήτε την επιστήμη τους και τη συμβολή της στη ζωή του ανθρώπου, αλλά δεν νοείται να αναβαθμίζονται σε πανάκεια και συνταγή σωτηρίας, να αλώνουν όλο τον χώρο που αφορά (κατεξοχήν και) τη θρησκεία, με την υποστήριξη μιας κρατικής και βίαιης ολικής απάλειψης του θεμελιώδους δικαιώματος του θρησκεύειν.

Η ανάγκη για ένα δημόσιο σύστημα υγείας, που ξεθεμελιώθηκε με πολιτικές και ιδεοληψίες των τελευταίων χρόνων, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά σε μεγάλο βαθμό σε παγκόσμιο επίπεδο, κατέδειξε και τη χρεοκοπία των ακραίων νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων, που δεν έχουν τελικώς και πολύ συνάφεια με την έννοια της ελευθερίας. Η ελευθερία πραγματώνεται εν κοινωνία. Η δεινή αυτή δοκιμασία των ημερών μας, μπορεί να αποδειχτεί ένα ακόμα χτύπημα που θα επιταχύνει τυχόν μια πορεία προς τη δυστοπία του μέλλοντός μας, μπορεί όμως να αποτελέσει και ένα σημείο καμπής, που θα δώσει χώρο για μια νέα ανθρώπινη αυτοσυνειδησία.

Σε αυτές τις κοινωνικές αναζητήσεις και η χριστιανική θεολογία έχει τη θέση της, επανατοποθετώντας την έννοια της αγάπης, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής ευθύνης –ακόμα και ως παροδικής κοινωνικής αποστασιοποίησης– στην καρδιά του προβληματισμού του σημερινού γίγνεσθαι.

Ανάμεσα σε μια θρησκοληψία του μαγικού και σε μια αποθέωση του ατομικού, η θεολογία του προσώπου και η σαρκωμένη αγάπη μπορεί να οδηγήσει σε νέους τρόπους βίωσης της πίστης και αναστάσιμης, μεταμορφωτικής επαγγελίας. Αυτό συνεπάγεται όμως και την ανάγκη για μια βαθύτατη αναδιαμόρφωση της λειτουργίας μας ως εκκλησιαστικού σώματος, στο πεδίο της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας, σε κάθε θυσιαστήριο, όπου η καθολική Εκκλησία. Εάν η ζωή της κοινότητας δεν εικονιστεί στο πεδίο του πραγματικού, στο πεδίο πραγματικών ανθρώπινων σχέσεων αλληλεπιδραστικών και όχι μονόδρομων, εμφραγματικών, περνάμε ανεπαισθήτως σε μια νέου επιπέδου αχρησία ενός οργανισμού, που δεν είναι ζων, αλλά γραφειοκρατικός και οιονεί νεκρός.

Η εικόνα της λατρείας κεκλεισμένων των θυρών, μια εικόνα θεατρικής σκηνής, πληγώνει βαθύτατα. Η απόλυτη απουσία κάθε γυναίκας αναδεικνύει στον απόλυτο και καθολικό βαθμό το apartheid σε βάρος των γυναικών στη ζωή και τις δομές της Εκκλησίας, απελπίζει καθώς μεταβάλλει το πρόσωπο σε προσωπείο, τη λατρεία σε θεατρική αναπαράσταση, τη συμμετοχή σε θέαμα, το μυστήριο της Κοινωνίας σε δραματική ακοινωνησία.

Μέσα σε όλα αυτά χρειάζεται επαναπροσδιορισμός της θεολογίας μας και με την πατερική σημασία του όρου, αλλά και με την ακαδημαϊκή. Δουλειά της επιστήμης είναι μεταξύ άλλων και να προβλέπει, διατυπώνοντας γενικευτικούς όρους και οδηγητικές διατυπώσεις, με βάση τη συστηματική καταγραφή της εμπειρίας και της γνώσης του παρελθόντος και του παρόντος. Και η πρόβλεψη για την εκκλησιαστική ζωή είναι ότι πρέπει όχι μόνο να αναστοχαστούμε αλλά και να εφαρμόσουμε την έννοια της κοινότητας, της κοινωνίας και ευχαριστιακής θεολογίας, της θεολογίας του σώματος, με υγιή αλληλεπιδραστικότητα των μελών του, γιατί διαφορετικά η διά διαταγμάτων κατάργηση της λατρείας δεν θα είναι κάτι που θα αφορά την ευρύτερη κοινωνία.

Επί του παρόντος, ας παραδοθούμε στη χάρη του ζώντος Θεού.

ΥΓ. Το κείμενο αυτό οφείλει πολλά σε διαδικτυακές συζητήσεις μεταξύ φίλων, και σε πιο μεθοδικές συζητήσεις με τους φοιτητές μου, προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς, ιδίως τους μετέχοντες στο επιλεγόμενο μάθημα «Χριστιανισμός και Σύγχρονος Κόσμος», όπου είχαμε τη δυνατότητα να διεξέλθουμε αναλυτικά την όλη θεματική. Σημειώνω εξεχόντως εν προκειμένω και την ιδιαίτερη συμβολή του φοιτητή Λουκά Ζιάρα.

Η αναφορά στο έργο του Τζορτζ Θεόκριτοφ αφορά το άρθρο του «Η Κοσμολογία της Ευχαριστίας: Ένας Γεωλόγος φωτίζει Άγνωστες Όψεις του Μυστηρίου των Μυστηρίων», Βημόθυρο, 2-3 (2010) 72-76.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Michael Triegel. Ευχαριστώ τον Δημήτρη Αγγελή και το περιοδικό Φρέαρ  για την πρόσκληση αλλά και για την εκδοτική επιμέλεια.]


5 Νοε 2017

Οι Εκκλησίες της Ευρώπης ανιχνεύουν το μέλλον


Φωτογραφία: Νίκος Κοσμίδης

Ενώ οι σχέσεις των ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κατά κύριο λόγο ακτινωτές, σχέσεις κέντρου προς περιφέρεια, το Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Εκκλησιών διοργάνωσε μια σειρά από περιφερειακές συναντήσεις, στον δρόμο προς τη Γενική του Συνέλευση, προγραμματισμένη για τον Ιούνιο 2018 στο Νόβι Σαντ της Σερβίας.

Οι ευρωπαϊκές Εκκλησίες φαίνεται να κατάφεραν αυτό που δεν κατόρθωσαν οι πολιτικοί σχηματισμοί: την περιφερειακή διάρθρωση και ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ των λαών της Ευρώπης.

Ετσι, το διάστημα 4-6 Οκτωβρίου φιλοξενήθηκε στην Ελλάδα, από την Ορθόδοξη Ακαδημία του Βόλου, η περιφερειακή συνάντηση Νοτίου Ευρώπης.

Υπήρξε γόνιμη ανταλλαγή απόψεων καθώς και εξαιρετική διάθεση ακρόασης από τα στελέχη της διοίκησης του πολυεθνικού οργανισμού.

Ενός οργανισμού που εδράζεται ξανά από το 2014 στις Βρυξέλλες, ασφαλώς όμως η αντίληψή του για την Ευρώπη δεν περιορίζεται στο πλαίσιο της Ε.Ε., αλλά σε όλη τη γεωγραφική της επικράτεια.

Η οικονομική και θεσμική κρίση στην Ευρώπη, που κάποτε εκφράζεται και με πολιτικούς όρους –ο λόγος ιδίως για τη θλιβερή ανάκαμψη της Ακρας Δεξιάς–, απασχολεί και τους χριστιανούς, όπως και τις ίδιες τις Εκκλησίες.

Ερωτήματα σε σχέση με την ευρωπαϊκή ταυτότητα τίθενται σε ποικίλα επίπεδα. Η ολοένα μεγαλύτερη μετάβαση σε ένα μετα-χριστιανικό τοπίο διαμορφώνει επίσης ένα νέο πλαίσιο προβληματισμού, υπαρξιακού αλλά και κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα.

Το ερώτημα της πρόσδεσης ή μη της Ευρώπης στις χριστιανικές αξίες της αδελφοσύνης, αγάπης και ελευθερίας και η συζήτηση για ζητήματα αυτοσυνειδησίας απασχόλησαν τις εργασίες.

Παράλληλα, η μετανάστευση γεννά μια σειρά από θέματα, με πρώτο ασφαλώς την κατάλληλη υποδοχή και φιλοξενία προσφύγων και μεταναστών, σε ανθρώπινες συνθήκες από κάθε άποψη, αλλά και της προσαρμογής και προοπτικής τους στον ευρωπαϊκό χώρο.

Η επισήμανση των αιτίων της μετανάστευσης, η καταδίκη του οικονομικού επεκτατισμού αλλά και των περιφερειακών πολέμων τέθηκαν επί τάπητος ως κεντρικά ζητήματα.

Ο οικονομικός μονισμός, η αύξηση της ψαλίδας μεταξύ πλουσίων και φτωχών, η διαρκής υποβάθμιση του κοινωνικού κράτους, της ζωής των φτωχών αλλά και της εκπαίδευσης, ζήτημα διόλου ασύνδετο με την αύξηση των ανισοτήτων, ήταν θέματα που απασχόλησαν τη συνάντηση.

Ο Νότος της Ευρώπης διατράνωσε ότι η ευρωπαϊκή πορεία χρειάζεται διόρθωση και ότι αυτό είναι επιτακτικό.

Καταλύτης στη διαδικασία των συζητήσεων ήταν η Ανοιχτή Επιστολή του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών προς τις ίδιες τις Εκκλησίες προκειμένου να καταγράψουν τον τρόπο που κατανοούν την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, τις προτεραιότητες που οι ίδιες θέτουν.

Η πρόσκληση εντέλει αφορά τη συγγραφή ενός νέου ευρωπαϊκού αφηγήματος (ή πολλαπλών αφηγημάτων) προκειμένου να αντικαταστήσουν το ισχύον, που παρουσιαζόμενο ως μονόδρομος έχει αφήσει τόσα κενά και απογοήτευση στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Αναλυτικά ενημέρωσε τους συνέδρους για τη διαδικασία του διαλόγου, για τη λήψη και πρόσληψη των απαντήσεων, για τη διεύρυνση του προβληματισμού στη βάση των Εκκλησιών, για τις επίσημες απαντήσεις ή και την έλλειψή τους, ο ειδικός γραμματέας του ΣΕΕ Πίτερ Πάβλοβιτς.

Ο πρόεδρος του ΣΕΕ π. Κρίστοφερ Χιλ, από την Εκκλησία της Αγγλίας, τόνισε την ανάγκη να αφουγκραστεί κάποιος τις ιδιαίτερες φωνές από κάθε γωνιά της Ευρώπης.

Και πράγματι ένα δυνατό πάνελ με εκπροσώπους από την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, τη Σερβία, την Αρμενία, και με πολυεπίπεδη και πολύ πλούσια την ελληνική παρουσία, έδωσε με τα πιο έντονα χρώματα την περιγραφή των συνθηκών και των προτεραιοτήτων στις χώρες προέλευσης.

Κάποιες φωνές όχι μόνο δεν αποδέχονται μια εξωραϊσμένη κεντρική αφήγηση, αλλά οι σεμνές και μετρημένες εναλλακτικές τους αφηγήσεις αποκτούν εκ των πραγμάτων κάποιες φορές και δραματικούς τόνους.

Ανάμεσα στα θέματα, δεν έλειψε ασφαλώς και η πρακτική διάσταση του ζητήματος των μεταναστών και των προσφύγων, αλλά και της γενικότερης ανθρωπιστικής κρίσης και φτωχοποίησης σε χώρες του Νότου, λόγω εφαρμοζόμενων πολιτικών και οικονομικής κρίσης.

Σε μια ιδιαίτερη εκδήλωση στην Ευαγγελική Εκκλησία του Βόλου, εκπρόσωποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Ευαγγελικής αλλά και της καθολικής οργάνωσης Charitas, έδωσαν έναν εντυπωσιακό απολογισμό των πεπραγμένων σε αλληλέγγυες δραστηριότητες και απετέλεσαν πηγή έμπνευσης για το σύνολο των παρόντων.

Σε ειδική εισήγηση ο αντιπρόεδρος του ΣΕΕ σεβ. μητροπολίτης Γαλλίας κ. Εμμανουήλ διατύπωσε τον προβληματισμό του για τον ρόλο των Εκκλησιών στη συνδιαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας και επισήμανε τη διάσταση ανάμεσα στο τι είναι αυτός και τι θα όφειλε ή θα μπορούσε να είναι.

Το ζήτημα ανέπτυξε περαιτέρω σε συγκροτημένη θεωρητική βάση ο ομότ. καθηγητής του ΑΠΘ κ. Πέτρος Βασιλειάδης, επανατοποθετώντας τον ρόλο και τις δυνατότητες της Θεολογίας για συνδρομή στον δημόσιο διάλογο για την Ευρώπη.

Τέλος, ο γραμματέας του ΣΕΕ π. Χέικι Χούτουνεν (από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Φινλανδίας) περιέγραψε πολύ διεισδυτικά τους σταθμούς στις εξελίξεις των ευρωπαϊκών πραγμάτων και τάσεων τις τελευταίες δεκαετίες και έδωσε ένα όραμα για την ανακατεύθυνση του στοχασμού και της δράσης των εκκλησιών στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Οι διήκουσες έννοιες της συνάντησης, με όλο το κοινωνικό και θεολογικό τους βάρος, συμπυκνώθηκαν σε τρεις λέξεις:

● Κοινωνία, που παραπέμπει στην ανάγκη ενότητας και υπέρβασης των διχασμών και των συγκρούσεων

● Διακονία, που θέτει άμεσα το ζήτημα της αποκατάστασης της κοινωνικής αδικίας, και

● Μαρτυρία, μια ζήτηση μεγαλύτερη εξωστρέφειας αλλά και γνησιότητας στη χριστιανική ταυτότητα.

Σε μια μονοσήμαντη και πολύ βεβαρημένη και κουρασμένη κεντρική ευρωπαϊκή αφήγηση, οι Εκκλησίες και το Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Εκκλησιών θέλουν να αντιπαραθέσουν άλλες αφηγήσεις, που είναι περισσότερο ανθρωποκεντρικές, και να προτείνουν πολιτικές που καταξιώνουν τον άνθρωπο σε όλη την πολυποίκιλη ευρωπαϊκή επικράτεια.

Για τον λόγο αυτό ζητούν και τη μεγαλύτερη συμμετοχή των πιστών στις διαδικασίες καθ’ οδόν προς τη Γενική Συνέλευση του 2018.


Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα των Συντακτών

22 Μαΐ 2016

Στάκαμαν και η Μεγάλη Σύνοδος



Η εικόνα απεικονίζει την Πρώτη Σύνοδο της Νίκαιας. 
Tοιχογραφία του 18ου αιώνα στον Ορθόδοξο Ναό Σταυροπόλεως στο Βουκουρέστι.

[Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στο Νυχθημερόν]


Όταν ήμασταν παιδιά παίζαμε αυτό το παιχνίδι, το στάκαμαν, που έμοιαζε κάπως με το κρυφτό. Μόλις έβλεπες τον συμπαίχτη σου, του φώναζες «στάκαμαν» και έτσι τον ακινητοποιούσες και τον αιχμαλώτιζες. Σαν να μη μεγαλώσαμε ποτέ, ακόμα πολλοί προσπαθούν να ακινητοποιήσουν τη ζωή, να τη συλλάβουν σαν μια φωτογραφία που φυλακίζει μέσα της το χρόνο. Ακόμα μοιάζει σαν να φοβούνται την κίνηση και την εξέλιξη, το ίδιο το διάβα των καιρών, ίσως ακριβώς επειδή ο χρόνος στον χώρο του κτιστού φέρνει μαζί του τον θάνατο.

Ιδιαίτερα συμβαίνει αυτό σε μια κατηγορία πιστών που διακαώς επιθυμούν να ακινητοποιήσουν την Ορθοδοξία σε φωτογραφικό ινσταντανέ, τραβηγμένο κάποια στιγμή μέσα στο χρόνο. Η ακινησία όμως είναι ίδιο των άψυχων αντικειμένων. Όχι των ζωντανών οργανισμών. Και οι όντως πιστοί δεν κοιτούν πώς να αποφύγουν τη ζωή, αλλά πώς να μετέχουν στην όντως Ζωή του αναστημένου Κυρίου.

Γι’ αυτό διάφορες κινήσεις που προσπαθούν να συντηρήσουν μια ταριχευμένη Ορθοδοξία, παρότι βροντοφωνάζουν την υποτιθέμενη πίστη τους, στην πραγματικότητα διαλαλούν την ολιγοπιστία τους. Η εξύμνηση μιας ιστορικής Ορθοδοξίας των 7 Οικουμενικών Συνόδων, δίχως να δέχεται κανείς τον συνοδικό τρόπο για το σήμερα είναι αναμφίβολα στρεβλή. Είναι σαν να ισχυρίζεται κανείς ότι το Άγιο Πνεύμα εξέπνευσε σε κάποιους παλιότερους ιστορικούς χρόνους. Είναι μια άλλη μορφή θρησκείας του θανάτου του Θεού.

Εμείς όμως λατρεύουμε Θεό τον ζωοδότη, τον θανόντα και αναστάντα, το ύδωρ το Ζων, την οδό, την αλήθεια και τη ζωή. Λατρεύουμε τον ζωντανό και παρόντα στην Ιστορία Θεό, και είμαστε κι εμείς ζωντανοί. Στο πλαίσιο αυτό είναι ακατανόητες οι αντιρρήσεις για τη διεξαγωγή της Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου. Όλη η επιχειρηματολογία που διακινείται με προκάλυμμα την παράδοση, στην πραγματικότητα ξεθεμελιώνει την παράδοση. Διότι ξεθεμελιώνει την ίδια την ορθόδοξη εκκλησιολογία, την ίδια την έννοια της Εκκλησίας ως συνάξεως και σώματος Χριστού.

Στο ζήτημα της Συνόδου μπορούμε να εκφράζουμε ενστάσεις ή και ανησυχίες για ορισμένα ζητήματα, να διατυπώνουμε διακριτικά κάποιες απόψεις, να συμβάλλουμε εμπλουτίζοντας τη συζήτηση, αλλά δεν μπορούμε επ’ ουδενί να δείχνουμε τόση ολιγοπιστία και να εκφράζουμε δυσπιστία στην ίδια τη συνοδική διαδικασία. Πόσο μάλλον δεν μπορούμε περίτεχνα μεν, απροκάλυπτα δε, να ισχυριζόμαστε ότι το Άγιο Πνεύμα δεν θα υπάρχει στη Σύνοδο αν δεν συμφωνεί μαζί με τις δικές μας θεωρήσεις.

Ακόμα τραγικότερο είναι το φαινόμενο που επαναληπτικά έχει παρουσιαστεί, να βγαίνουν ιερείς και να μιλούν από άμβωνος ή σε παρασυναγωγές και ειδικές εκδηλώσεις εναντίον της Μεγάλης Συνόδου – προσπαθώντας μάλιστα να αποκόψουν το λαό από τους επισκόπους τους και από τις κεφαλές των εκκλησιών τους. Δεν είναι απλά τραγικό. Είναι μια αισχρή και επαίσχυντη στάση που καταλύει όλη την Ορθόδοξη εκκλησιολογία. Η αποτίμηση αυτή ισχύει ανεξάρτητα από τα ζητήματα που μπορεί να υπάρχουν στην ενότητα των επισκόπων μεταξύ τους ή με το λαό τους, ή ακόμα και με τη δυσκολία ή αδυναμία επικοινωνίας κάποιες φορές με τον λαό.

Η ορθόδοξη εκκλησιολογία δεν επικεντρώνεται στο πρόσωπο μεμονωμένων ή συνασπισμένων ιερέων. Οι φίλτατοι μα τόσο πεπλανημένοι αυτοί αδελφοί ας σιωπήσουν πια ή ας αναλάβουν τις συνέπειες των έργων τους. Ας ανοίξουν μια δική τους παρασυναγωγή, γιατί περί αυτού πρόκειται. Είναι ο συνδυασμός μιας ιδέας περί ατομικού αλαθήτου με μια προτεσταντική εκκλησιολογία, με τρόπο που μήτε οι ετερόδοξοι σήμερα θα υπηρετούσαν. Ασφαλώς πρόκεται για μια σχισματική αντίληψη ή για μια προσωπολατρία του ‘Κηφά’ ή του ‘Απολλώ’ και πάντως όχι του Χριστού. Είναι βέβαιο ότι το κίνητρο περί της προστασίας της Ορθοδοξίας είναι απλώς προπέτασμα καπνού. Γιατί δεν απομένει μήτε ίχνος μήτε κέλυφος Ορθοδοξίας σε τέτοιες θεωρήσεις.

Δυστυχώς αυτές τις πρακτικές τις επαναλαμβάνουν οι ίδιοι κύκλοι ξανά και ξανά, επικυρώνοντας διαρκώς την ίδια τους την αισχρότητα. Ψευδώς εξάλλου επικαλούνται ονόματα αγίων, γιατί δεν υπάρχει άγιος του Εικοστού αιώνα που να μην τίμησε επίσκοπο ή Πατριάρχη.

Σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές τιμά η Εκκλησία μας τη μνήμη του αγίου Κωνσταντίνου και της μητέρας του της αγίας Ελένης. Είναι λοιπόν ευκαιρία περίσκεψης, γιορτής και πανήγυρης και ζωντανής ανάμνησης της Α' Οικουμενικής Συνόδου και της τεράστιας σημασίας της.

Ίσως χρειαζόταν και σήμερα το σθένος και η αγιοσύνη του αγίου Νικολάου, που δεν δίστασε να αστράψει χαστούκι στον Άρειο. Πρέπει όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας καθώς έχει περισσέψει ο μη κατ' επίγνωση σκοτεινός ζήλος και βασιλεύει η αναίδεια κάποιων που δεν συμπεριφέρονται ως ιερείς αλλ’ ως μαινάδες. Διότι η διαρκής διαβολή είναι έργο του διαβόλου.

Και επειδή η πλειονότητα τέτοιων παρασυναγώγων είναι οπαδοί της ακρίβειας, ενώ δεν αναγνωρίζουν την αγάπη ως την κατεξοχήν οντολογία του Τριαδικού Θεού, αλλά την υποβιβάζουν και τελικώς την απορρίπτουν ως συναισθηματικά σάλιατα, οφείλουμε με τη γλώσσα της ακρίβειας να εκφράσουμε την αγάπη μας. Πολύ αυστηρά, όσο είναι καιρός μετανοίας. Με πολλή αγάπη.

Η αυστηρότητα εν προκειμένω δεν αφορά την κριτική προσέγγιση στα όποια τεκταινόμενα, θεμιτή και συζητήσιμη, αφορά ιδίως την εμπάθεια και τη δαιμονική πεποίθηση πως κάποιοι ζηλωτές θα σώσουν την Εκκλησία. Είναι έκκληση να αφήσουν τα υπερφίαλα σχέδια και τους συνδικαλισμούς και να ασχοληθούν με τη δική τους σωτηρία εν Εκκλησία, αφήνοντας ήσυχο αυτό το λαό.

Περίσσεψαν οι οργανώσεις, τα παπαδοσυνδικάτα, οι ομιλίες "διαφώτισης", δηλαδή πλήρους συσκότισης, ο φονταμενταλισμός και το κήρυγμα μίσους που ονομάζουν αρετή. Περίσσεψε η εγωπάθεια και η υπερφίαλη εμμονή στο ίδιον θέλημα.

Ας χαρούμε τη Σύνοδο και την κοινωνία αγάπης των κατά τόπους οικουμενικών Εκκλησιών μας, εμπιστευόμενοι τη διαβεβαίωση του Κυρίου ότι «ὅπου εἰσί δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» ( Μτ 18, 20).



----------------------------------------

Σημ. Σε περίπτωση αναδημοσίευσης παρακαλούμε να τηρείται η δεοντολογία. Το κείμενο να αναδημοσιεύεται με τον αρχικό τίτλο του και με ενεργό link στην πηγή.

14 Απρ 2016

Ας προσευχηθούμε...



Με αφορμή την αυριανή επίσκεψη του πατριάρχη Βαρθολομαίου, του πάπα Φραγκίσκου και του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου στο νησί της Λέσβου





Ο Περιπατητής.
Ακρυλικό και Μολύβια σε καμβά.
Διαστάσεις 30 X 25 εκ.
Κυριακή 26 Ιουλίου 2013


Για μια μεταχριστιανική Ευρώπη και για μια καθημαγμένη Μέση Ανατολή δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει η αυριανή επίσκεψη του πατριάρχη Βαρθολομαίου, του πάπα Φραγκίσκου και του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου στο νησί της Λέσβου.


Για όσους όμως πιστεύουμε στο πρόσωπο και την αγάπη του Εσταυρωμένου σημαίνει πάρα πολλά. Δεν είμαι σε διάθεση για πολλές αναλύσεις. Άλλωστε νομίζω ότι με λίγη καλή θέληση ο καθένας μπορεί να κατανοήσει πολλά.


Είμαι σε διάθεση προσευχής για αυτό που θα συντελεστεί αύριο, και αυτός είναι ο τρόπος της δικής μας παρουσίας, της δικής μας συμμετοχής σε αυτό που θα συντελεστεί.


Ιδιαίτερα συνέχει το νου και την καρδιά, συγκλονίζει τη σκέψη η επιμνημόσυνη δέηση για όσους, τις εκατοντάδες εκείνες, πήρε σιωπηλά η θάλασσα μέσα στη σιωπηλή μας αδιαφορία. Μια εκκρεμότητα, βάρος στην ψυχή τόσα και τόσα χρόνια, για ένα έγκλημα που συντελείται στα ανέμελα γαλάζια μας νερά κάπως θεραπεύεται και παρηγορείται αύριο.


Ας προσευχηθούμε λοιπόν για την ανάπαυση της ψυχής όλων εκείνων που άδικα χάθηκαν, που δεν πρόλαβαν να γνωρίζουν τον ήλιο και το χάδι μας.


Ας προσευχηθούμε η αγάπη του Χριστού να μαλακώσει τις καρδιές των ανθρώπων, ιδίως τις πολύ σκληρές καρδιές των ανθρώπων της εξουσίας.


Ας προσευχηθούμε για τη χώρα μας και τους κατοίκους της, Έλληνες και φιλοξενούμενους. Ας προσευχηθούμε κατά της αδικίας και υπέρ της Βασιλείας Του. Ας προσευχηθούμε, ένα ένα με τη σειρά, όλα τα αιτήματα του Πάτερ ημών.


Ας προσευχηθούμε για την εν Χριστώ ειρήνη, δικαιοσύνη και καταλλαγή μεταξύ των ανθρώπων.


Ο "Περιπατητής" είναι μια εικόνα που τόσα χρόνια με στοιχειώνει. Ας προσευχηθούμε να βρούμε τη συγνώμη Του για το τόσο κακό το οποίο έχουμε κάνει μες στην αδυναμία μας. Ας προσευχηθούμε να έχουν ανάπαυση οι νεκροί και να ζήσουν οι ζωνταντοί.


9 Ιουν 2014

Εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε!

 

 

Ποιητική και Νόημα του Κοντακίου της Πεντηκοστής


Έργο του Μάρκου Καμπάνη, μια "διαφορετική" Πεντηκοστή.

 
«Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρός τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε, καὶ συμφώνως δοξάζομεν τὸ Πανάγιον Πνεῦμα».



Με πυκνότατα νοήματα το Κοντάκιο της εορτής της Πεντηκοστής μάς ανάγει στο νόημα της γιορτής αλλά και στο νόημα του γεγονότος της Εκκλησίας.

Μια σειρά γλωσσικά παιχνίδια, όπως επαναλήψεις και αντιθέσεις, εικόνες, προσωποποιήσεις και παιχνίδια του ρυθμού, συναρθρώνουν αυτό το κορυφαίο δείγμα βυζαντινής ποίησης. Ο υμνογράφος ποιητής μάς φέρνει σε συνάντηση με το παρελθόν και το λειτουργικό παρόν, αλλά και την εικόνα της Βασιλείας, το εσχατολογικό παρόν και μέλλον.

Σε τρία μέρη, τρεις ποιητικές και μουσικές ενότητες, χωρίζεται το Κοντάκιο.

Το πρώτο από το δεύτερο μέρος διαχωρίζεται από την άνω τελεία, μια ορθή επιλογή στίξης που προτιμάται επί το πλείστον στις έντυπες εκδόσεις. Και οι δύο ημιπερίοδοι σημαδεύονται από τη λέξη ὅτε, που συνιστά επανάληψη και συνάμα ομοίαρκτη παρήχηση, ένα αγαπημένο σχήμα της βυζαντινής ποίησης σε σχέση με το λιγότερο συχνό ή ανολοκλήρωτο ομοιοτέλευτο. Δεν είναι η ρίμα το ειδοποιό γνώρισμα της βυζαντινής ποίησης, αντίθετα ο τρόπος της τέχνης της μοιάζει να προαναγγέλλει τη νεότερη ποιητική γλώσσα.

Το τρίτο μέρος χωρίζεται από το δεύτερο με ένα και, που ακολουθεί το κόμμα, καθώς αλλάζει και το υποκείμενο. Το τρίτο αυτό μέρος αποτελείται από μία κύρια πρόταση, που αφορά εμάς, στο εκάστοτε παρόν, την κοινότητα, δηλαδή την Εκκλησία που δοξάζει το Πνεύμα το Άγιο, σε αγαστή συμφωνία με όσα εκτέθηκαν προηγουμένως. Είναι μια πρόταση που έχει συμπερασματικό χαρακτήρα, είναι το μήνυμα, χαρακτηριστικό στοιχείο της τυπολογίας της βυζαντινής υμνογραφίας. Με βάση την εκάστοτε αφήγηση, ο πιστός, εν προκειμένω εμείς, η κοινότητα των πιστών είτε αιτούμεθα κάποιου αιτήματος (βοήθησον, σῶσον κ.τ.λ.) είτε υμνούμε και δοξάζουμε. Ο δοξαστικός χαρακτήρας της κατακλείδας τονίζει ακόμα περισσότερο τον πανηγυρικό χαρακτήρα της μεγάλης γιορτής.

Τα δύο πρώτα μέρη που εισάγονται με το ὅτε / ὅτε αποτελούνται από μία δευτερεύουσα και μία κύρια πρόταση το καθένα. Η δευτερεύουσα πρόταση προσδιορίζει και στις δύο περιπτώσεις τις χωροχρονικές συντεταγμένες, το εκάστοτε πλαίσιο, ενώ το κέντρο του νοηματικού βάρους πέφτει ασφαλώς στην κύρια πρόταση και τις δύο φορές. Και στις δύο δευτερεύουσες προτάσεις επαναλαμβάνεται ο τύπος τὰς γλώσσας, με διαφορετική κάθε φορά σημασία, μετεωριζόμενη από την αρχική αντονομασία από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο νόημα (από τη γλώσσα που κινείται σάρκινη μέσα στο στόμα μας, στο παραγόμενο προϊόν της δράσης της) σε μια ιδιότυπη κυριολεξία του σχήματος, που όμως συνιστά και πάλι σαφή μεταφορά, εφόσον ο λόγος δεν είναι για τη σάρκινη γλώσσα του σώματος αλλά για την πύρινη γλώσσα, τη δηλωτική της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Η πρώτη δευτερεύουσα πρόταση επικουρείται και από μια μετοχή αορίστου η οποία συνοδεύει το ρήμα της πρότασης ενισχύοντας την ενέργειά του με μια συνοδευτική νοηματική αλληλουχία, αλλά και συμβάλλοντας στη δημιουργία ρυθμού (καταβάς / συνέχεε). Η δεύτερη πρόταση ακολουθεί απολύτως το ρυθμό με το υπερβατό της σχήμα (τοῦ πυρός τὰς γλώσσας).

Και αν τα στοιχεία αυτά διαμορφώνουν έναν μετρικό, σχεδόν χορευτικό ρυθμό, ο ρυθμός εν ευρυτέρα εννοία ενισχύεται από μια σειρά ευθείες ή συγκεκαλυμμένες αντιθέσεις:

[1] ὅτε / ὅτε. Οι εισαγωγικοί χρονικοί σύνδεσμοι είναι όχι μόνο ομόηχοι αλλά και ταυτόσημοι, εντούτοις μετέχουν πλήρως στο παιχνίδι μιας όχι προφανούς αντίθεσης, που απαιτεί την ενέργεια του ακροατή για να την ξεκλειδώσει, καθιστώντας το ποιητικό παιχνίδι ενδιαφέρον. Και τα δύο ὅτε συνοδεύονται από ρήματα αορίστου χρόνου, αναφέρονται δηλαδή σε γεγονότα ιστορικά, γεγονότα του παρελθόντος.

Η πρώτη περίπτωση αναφέρεται σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε απροσδιόριστους χρόνους και καιρούς αρχέγονους, προϊστορικούς, που περιγράφονται στην Παλαιά Διαθήκη, ενώ η δεύτερη περίπτωση σε ένα εγγύτερο παρελθόν, το οποίο εύκολα και με σαφήνεια ανακαλεί η συλλογική ιστορική μνήμη, τοποθετείται σαφώς στο χρόνο και έχει καταστατική σημασία για την ίδρυση της Εκκλησίας.

Εδώ προϋποτίθεται ένας ενήμερος, επαρκής θα λέγαμε, ακροατής, που θα ξεκλειδώσει την ελλειπτικότητα του νοήματος και θα ταυτίσει τη μεν πρώτη περίπτωση με τον πύργο της Βαβέλ, τη δε δεύτερη με τα γεγονότα της Πεντηκοστής. Τα γεγονότα όμως της Πεντηκοστής, πέρα από την ιστορική τους σημασία, δεν είναι ακραιφνώς ιστορικά, παρελθοντικά. Η αναφορά είναι στη γιορτή της ημέρας. Συνεπώς, τα γεγονότα ξεδιπλώνονται παροντικά στον λειτουργικό χρόνο, όπως επίσης είναι συνάμα και αποκαλυπτικά των έσχατων καιρών.

Στην πραγματικότητα η ταυτοσημία των λέξεων καλύπτει και αποκαλύπτει σε ένα ποιητικό παιχνίδι τη διάσταση, ή μάλλον αντίθεση, από το χθες στο σήμερα. Κατά βάση το χθες ξεπερνιέται στο πλαίσιο της Πεντηκοστής, ένα γεγονός που συγκεφαλαιώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

[2] Η χρονική αντίθεση υπογραμμίζεται παράλληλα από την ουσιώδη νοηματική αντίθεση των δύο καταστάσεων. Στην πρώτη περίπτωση κατεβαίνει ο Ύψιστος, σε μια δυναμική πορεία, που τονίζεται από άλλη μια δευτερεύουσα αντίθεση [καταβάς / Ὕψιστος] [3], και συγχέει τις γλώσσες, και χωρίζει (διαμερίζει) τα έθνη. Τα έθνη γίνονται μέρος, ενώ η σύγχυση των γλωσσών σημαδεύει την απώλεια του καθόλου, της καθολικότητας και του νοήματος της ζωής. Αντίθετα, στην δεύτερη περίπτωση, την ημέρα της Πεντηκοστής διανέμει (μοιράζει σε μια διαίρεση που γίνεται πολλαπλασιασμός, πλούτος, πληρότητα) τις γλώσσες του πυρός για να καλέσει τους πάντες σε ενότητα. Οι γλώσσες του πυρός είναι μια αντονομασία και συνάμα μετωνυμία και συνεκδοχή του Αγίου Πνεύματος, μια αλληγορία και συνάμα κυριολεξία από την έποψη της οπτικής αποκάλυψης και αποτύπωσης του γεγονότος. Η χρήση όμως του πληθυντικού αριθμού δεν είναι τυχαία. [4] Γιατί υπηρετεί ξανά την ποιητική των αντιθέσεων. Τα πολλά εδώ, και ξανά ένα παιχνίδι συνειρμών μεταξύ γλωσσών και γλωσσών, καλούν σε ενότητα. Η αρχέγονη πορεία προς τον κατακερματισμό και τη διάσταση, λόγω της έπαρσης του ανθρώπου να θελήσει να φτάσει τον Θεό κατασκευάζοντας τον πύργο της Βαβέλ, ανακόπτεται και αναστρέφεται. Τα διεστώτα καλούνται και πραγματώνουν την ενότητα, και η εν Αγίω Πνεύματι ενότητα γύρω από το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, είναι ταυτόσημη με την καθολικότητα του νοήματος, με την πληρότητα της αλήθειας, με την πραγμάτωση της ανάστασης.

Η ανάλυση του Κοντακίου της Πεντηκοστής θα είχε να δώσει πολλές ακόμα εκπλήξεις και χαρές σε κάθε εξερευνητή των δρόμων της ποίησης. Θα αφήσουμε όμως την ανάλυση, για μια συνολική ανασύνθεση του νοήματος, κάνοντας χώρο στη ...

Η συνέχεια εδώ!

24 Μαΐ 2014

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΜΜΕ: ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ





Στις 12-15 Μαΐου πραγματώθηκε στο συνεδριακό κέντρο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην Πυλαία Θεσσαλονίκης συνέδριο με θέμα: «Χριστιανισμός – Ορθοδοξία και Μέσα Ενημέρωσης στον Σύγχρονο Κόσμο». Το συνέδριο διοργάνωσε η Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας (Δ.Σ.Ο.). Μια άρτια διοργάνωση με πολλές διεθνείς συμμετοχές, και σε πολλά επίπεδα ξεχωριστά ενδιαφέρουσα.


Η Δ.Σ.Ο. 

 

Η Δ.Σ.Ο. είναι διακοινοβουλευτικό όργανο που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Βουλής των Ελλήνων. Πέρισυ γιόρτασε τα 20 χρόνια από την ίδρυσή της. Σκοπός της είναι η σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των Ορθοδόξων σε κοινοβουλευτικό και πολιτικό επίπεδο, στη βάση της συνειδητοποίησης ότι «η Ορθοδοξία, με την κοινωνική, ιστορική και πνευματική σημασία της αποτελεί κοινή ιστορική πολιτιστική παράδοση και θρησκευτική έκφραση για το μισό περίπου του πληθυσμού της Ευρώπης» (Διακήρυξη Χαλκιδικής, 1993). Η Δ.Σ.Ο. υπηρετεί την ανάγκη παρουσίας της Ορθοδοξίας ως κοινής πολιτισμικής έκφρασης μεγάλου αριθμού Ευρωπαίων πολιτών στην διαμόρφωση της σύγχρονης Ευρώπης, οργανώνοντας συνέδρια, συναντήσεις, εκδόσεις και εκπαιδευτικές με την ευρύτερη έννοια ευκαιρίες. Χρηματοδοτείται από ειδικό κονδύλιο του προϋπολογισμού. Σήμερα μετέχουν ορθόδοξοι κατά το θρήσκευμα βουλευτές από: Αλβανία, Αρμενία, Βουλγαρία, Γεωργία, Ελλάδα, Εσθονία, Κύπρος, Καζακστάν, Λετονία, Λευκορωσία, Λιθουανία, Μολδαβία, Πολωνία, Ρουμανία, Ρωσική Ομοσπονδία, Σερβία, Μαυροβούνιο, Σλοβακία, Δημοκρατία της Τσεχίας, Ουκρανία και Φινλανδία καθώς και ομάδες βουλευτών από: Αυστραλία, Η.Π.Α., Ασία και Αφρική. Είναι μια πραγματικά σημαντική πολιτική διοργάνωση στο χώρο της Ορθοδοξίας, σε υψηλότατο επίπεδο.

Παράλληλα, μέσα στα συνέδρια της Δ.Σ.Ο. αποτυπώνεται η ποικιλία του ορθόδοξου κόσμου, με τις δυσκολίες και τα προβλήματά του, τις αρετές του και ανεπάρκειές του, τις αντιφάσεις και τα κοινά του χαρακτηριστικά. Αξίζει να σημειωθεί η ελληνική πρωτοπορία στην ίδρυση αυτού του οργανισμού και ιδιαίτερα η προσωπική συμβολή του κ. Κώστα Μυγδάλη, Συμβούλου της Δ.Σ.Ο., ο οποίος χρόνια στηρίζει αυτό το έργο: να κτίζει γέφυρες στον Ορθόδοξο κόσμο.

Το Συνέδριο 

 

Κατά την επίσημη έναρξη στις 12 Μαΐου παρευρέθησαν και χαιρέτησαν οι επίσημοι, ο μητρ. Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμος, μέλη του Κοινοβουλίου και εκπρόσωποι δημοσιογραφικών φορέων. Κεντρική ομιλία είχε ο βουλευτής κ. Αναστάσιος Νεράντζης, γεν. γραμματέας της Δ.Σ.Ο. και ο μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, με θέμα: «Χριστιανισμός – Ορθοδοξία –Δημόσιος χώρος».
Η Τρίτη 13 Μαΐου είχε δύο πρωινές και δύο απογευματινές θεματικές ενότητες:

1. Επικοινωνιακή Θεολογία και Πολιτική. 

 

Στην ενότητα αυτή ξεχωρίσαμε την εισήγηση του κ. Ιωάννη Πέτρου, με θέμα: «Θρησκεία, Επικοινωνία και Δημόσιος Χώρος», ο οποίος επεσήμανε τη φθορά του θεολογικού λόγου το τελευταίο διάστημα, χάρη στην απροϋπόθετη χρήση του, ιδίως στο διαδίκτυο. Εξάλλου, μίλησαν ο καθ. Βάλερι Αλεξέγιεφ, ο οποίος μεταξύ άλλων ανέπτυξε και το θέμα της ενημερωτικής σύγχυσης στην περίπτωση της Ουκρανίας, ο κ. Ανδρέας Λουδάρος, διευθ. του Πρακτορείου Εκκλησιαστικών Ειδήσεων (Δόγμα), και ο κ. Ευστάθιος Λιανός Λιάντης σχετικά με τη διαμόρφωση του vox populi (της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας του σώματος της Εκκλησίας σε βάθος χρόνου) στην ιστορική πορεία του Ανατολικού Χριστιανισμού.

2. Η Θρησκεία μεταξύ Λαϊκισμού και Αυθεντικότητας. 

 

Αξιοσημείωτη η βιντεοσκοπημένη εισήγηση του κ. Bruce Clark, συντάκτη θρησκευτικών θεμάτων του περιοδικού Economist. Παρόμοια, αυτή του Βούλγαρου βουλευτή κ. Βόλεν Σιντέροφ, που προτείνει μια δυναμική επικοινωνιακή είσοδο της θρησκείας στο δημόσιο χώρο, η οποία όμως θέτει αρκετά θέματα προς συζήτηση. Πολυεπίπεδο και το μοίρασμα της βατικάνειας επικοινωνιακής εμπειρίας από τον κ. Μάρκο Πολίτη, εμπειρογνώμονα σε θέματα του Βατικανού. Εδώ εντυπωσίασε ιδίως η εισήγηση του κ. Ιχσάν Γιλμάζ, προσκεκλημένου ομιλητή, καθηγ. στο Faith University της Κωνσταντινούπολης, που ανέπτυξε με βάση το τουρκικό παράδειγμα το θέμα: «Κρατική Εξουσία, Θρησκεία και ΜΜΕ», και επικέντρωσε μεγάλο ενδιαφέρον στη συζήτηση.

3. Εκκλησία και Κοινωνικά Δίκτυα. 

 

Μια κριτική προσέγγιση εισηγήθηκε ο δρ. Χρήστος Τσιρώνης, μιλώντας με θέμα: «Εκκλησία, Κοινοτικοί Δεσμοί και Κοινωνικά Δίκτυα», ενώ την ανάγκη εκπαίδευσης στη χρήση των δικτύων εισηγήθηκε ο κ. Φίλιπ Λη στην ομιλία του με θέμα: «Δικαιώματα στην Επικοινωνία, Οικουμενικός και Διαθρησκειακός Διάλογος». Ο κ. Τζορτζ Αλεξάντερ μίλησε για την «Αναζήτηση της Ενωμένης Χριστιανικής Ορθόδοξης Μαρτυρίας μέσα από τα ΜΜΕ», μιλώντας και από τη σκοπιά των προχαλκηδόνιων Ορθοδόξων Εκκλησιών, αναπτύσσοντας τη σημασία της για τη διεθνή απήχηση της Ορθοδοξίας.

4. Ενημέρωση – Λατρεία – Ενότητα. 

 

Ενδιαφέρουσες όλες οι περιστρεφόμενες γύρω από ζητήματα λατρείας εισηγήσεις, με τον π. Μιχαήλ Ντούντκο της εφημερίδας Ορθόδοξη Μόσχα, τον π. Ζίβκο Πανέβ, καθηγ. στον Άγιο Σέργιο στο Παρίσι, την κα Βλάντα Βαλστάιν, διευθύνοντα σύμβουλο Επικοινωνίας της Ορθ. Εκκλησίας της Φινλανδίας και τον κ. Σεργκέι Τσάπνιν, Συντάκτη του περιοδικού του Πατριαρχείου της Μόσχας.
Το σύνολο των εισηγήσεων μπορεί να δει κανείς σε βιντεοσκόπηση στο ιστολόγιο Νυχθημερόν του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, από όπου και η φωτογραφία.

Η τρίτη και τελευταία μέρα του συνεδρίου είχε σεμιναριακό χαρακτήρα. Καθηγητές δημοσιογραφίας και έγκριτοι δημοσιογράφοι ανέπτυξαν πτυχές του ευρύτερου θέματος «[Δημοσιογραφική] Δεοντολογία και Ηθική». Μίλησαν οι: Γιάννης Κοτσιφός, Έλσα Δεληγιάννη, Περικλής Πολίτης, Χρήστος Φραγκονικολόπουλος, Δήμητρα Δημητρακοπούλου, Σοφία Καρεκλά, Αντώνης Σκαμνάκης, Δημήτρης Αθανασόπουλος και Γιάννης Αγγέλου.

Ειδικότερη αναφορά οφείλεται στην εισήγηση του δρ. Κώστα Μυγδάλη, Συμβούλου της Δ.Σ.Ο., ο οποίος μίλησε με θέμα: «Σύνοδος Ορθοδόξου Εκκλησίας 2016 – Πολιτική – ΜΜΕ». Στο πλαίσιο της ομιλίας του τόνισε την ξεχωριστή σημασία του γενονότος της Πανορθόδοξης Μεγάλης Συνόδου, και εξήρε την αναγκαιότητα να μην αντιμετωπιστεί από τα ΜΜΕ ως ένα τρέχον γεγονός της καθημερινότητας, αλλά να αναπτυχθεί μια στρατηγική δημοσιότητας αντίστοιχη με τη σπουδαιότητα του γεγονότος.

Ανταποκρινόμενη ουσιωδώς στην έκκληση κατ’ ουσίαν του Κ. Μυγδάλη, η εφημερίδα Χριστιανική προσφέρθηκε να διαθέσει όλες τις δυνάμεις της στην κάλυψη του γεγονότος, του προσυνεδριακού διαλόγου, των θεμάτων που θα απασχολήσουν τη Σύνοδο, και βέβαια την ίδια τη συνοδική διαδικασία καθώς και την επεξεργασία και σε βάθος ανάλυση των αποφάσεων και της σημασίας τους.

Έτσι, το Συνέδριο εκτός από την αξία των εισηγήσεών του καθαυτή, παράγει μία αλυσίδα γεγονότων με πρακτικές συνέπειες. Πέρα από τη συγκεκριμένη ανταπόκριση της εφημερίδας Χριστιανική, ένα διορθόδοξο δίκτυο δημοσιογράφων και ανθρώπων που εργάζονται στον τομέα της ενημέρωσης είναι επίσης εν τω γενάσθαι, το οποίο ελπίζουμε να παραγάγει μονιμότερο θετικό έργο με διακριτά αποτελέσματα.

 

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο τρέχον έντυπο φύλλο της εφημερίδας Χριστιανική (918).

12 Απρ 2014

Σχολείο και Θρησκεία: Το Φινλανδικό Παράδειγμα




Συχνά έχει ειπωθεί ότι το φινλανδικό σύστημα εκπαίδευσης είναι το καλύτερο στην Ευρώπη. Συζητώντας το θέμα με φίλους Φινλανδούς διαπίστωσα ότι είχαν πολλά να σχολιάσουν και να προσάψουν στο σύστημά τους, πολλά που θα μπορούσαν να βελτιώσουν. Όλοι όμως είχαν να αναγνωρίσουν ότι είναι ένα σύστημα που προάγει τη συνεργασία και την ισότητα, και όχι τον ανταγωνισμό και ένα στρεβλό κυνήγι της κορυφής.



Από αυτό θα είχαμε ίσως πολλά να διδαχθούμε. Και το διαπίστωσα επισκεπτόμενη δύο σχολεία στο Ελσίνκι, ένα Λύκειο και ένα Δημοτικό. Ιδίως στο Λύκειο, έκανε εντύπωση η αυτοπεποίθηση των παιδιών, η άνεση με την οποία κινούνταν, η ησυχία και η πειθαρχία που γεννιόταν από μόνη της, καθώς ξεπηδούσε από θετική διάθεση συνεργασίας και δημιουργίας.


Πολύ ενδιαφέρον ήταν για μένα η ανοιχτή στάση σε σχέση με τη θρησκεία. Στο Λύκειο, κεντρικό και ιστορικό λύκειο του Ελσίνκι, η αφορμή της επίσκεψης ήταν μια σχολική διοργάνωση: Μια ανοιχτή συζήτηση όπου τρεις εκπρόσωποι θρησκευτικών κοινοτήτων συνομιλούσαν με μαθητές για το νόημα της πίστης, για το νόημα της θρησκείας στη σύγχρονη κοινωνία.



Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Οι μαθητές έθεσαν με εντυπωσιακή επάρκεια, διαύγεια και διάκριση όλα τα ουσιαστικά αλλά και δύσκολα θέματα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη κοινωνία και άπτονται της θρησκείας ή της ηθικής ή της πνευματικής ζωής. Χάρηκα το χιούμορ, το κοφτερό σπινθιροβόλο πνεύμα, τη διάθεση να ακούει κανείς στο διάλογο. Τη χαρά της συνάντησης.


Εδώ συνομιλούν η Irja Askola, επίσκοπος Ελσινκίου της Λουθηρανικής Εκκλησίας της Φινλανδίας με τον π. Heikki Huttunen, ορθόδοξο ιερέα, και τον γνωστό λογοτέχνη Anti Nylek, που μεταστράφηκε πρόσφατα στον ρωμαιοκαθολικισμό, μαζί με δυο μαθήτριες του σχολείου, που έχουν και την ευθύνη του συντονισμού.

Την επόμενη μέρα βρέθηκα σε ένα δημοτικό σχολείο. Εκεί έγινε αγιασμός και ευλογήθηκαν τα βάγια, ενώ τα παιδιά γνώρισαν την ιστορία της Κυριακής των Βαΐων, την τραγική ειρωνία της, την ορθόδοξη εικόνα, την έννοια της βασιλείας ως εγκόσμιας εξουσίας και τη γελοιοποίησή της από το Χριστό που προτίμησε να μπει στην πόλη καβάλα σε ένα γαϊδουράκι. Τι μπορεί να σημαίνει το γαϊδουράκι σε ένα σκηνικό ρωμαϊκού θριάμβου, ποια η ιστορία του τελώνη που ήταν πάνω σε ένα κλαδί για να βλέπει καλύτερα, τι ακολούθησε τις επόμενες μέρες.



Τα παιδιά είχαν κατασκευάσει λουλούδια από χαρτί και στολίσει τα κλαδιά. Καθώς στη Φινλανδία δεν υπάρχουν φοίνικες, ένας άλλος ταπεινός θάμνος έδωσε τα κλαδιά του για τον Χριστό, μαζί με τα πρώτα τους μπουμπούκια, το πρώτο άγγελμα της άνοιξης.



Και στις δύο περιπτώσεις, περάσαμε για έναν ωραίο καφέ μαζί με τους καθηγητές και κάποιους μαθητές.



Από την επίσκεψή μου στα δυο φινλανδικά σχολεία διαπίστωσα, σε αντίθεση με εν Ελλάδι κραυγές και ψιθύρους, ότι σχολείο πραγματικά ανοιχτό στην κοινωνία είναι και σχολείο ανοιχτό στη θρησκεία.

 Η θέα από το Λύκειο Kallion προς την πόλη.

11 Απρ 2014

Στους Δρόμους της Επισημότητας



Και στις κατακόμβες και στα υπόγεια, γιατί όχι;

Πληροφορήθηκα μόλις από την τηλεόραση για τη συναυλία του Πέτρου Γαϊτάνου στον ιερό ναό της Αγίας Παρασκευής, Νέας Πεντέλης, φροντίδι του δημάρχου. Τα έσοδα θα διατεθούν για την αποπεράτωση του ιερού ναού.

Και ρωτώ: Γνωρίζει η ενορία ότι ο Πέτρος Γαϊτάνος είναι δεδηλωμένος υποστηρικτής της Χρυσής Αυγής, την οποία ανοιχτά στηρίζει με δηλώσεις του, σε πλείστες όσες ευκαιρίες; Γνωρίζει ή δεν γνωρίζει η ενορία ότι η Χρυσή Αυγή είναι μια εγκληματική οργάνωση με ιδεολογικό περιεχόμενο στον απόλυτο αντίποδα της χριστιανικής πίστης. Γνωρίζει ή δεν γνωρίζει η ενορία ότι επιδιώκοντας τέτοιο κέρδος βάζουμε προφανώς τον μαμωνά πάνω από τον Χριστό, τον ρατσισμό πάνω από τη χριστιανική αδελφοσύνη; Γιατί καλώντας τον Πέτρο Γαϊτάνο συμβάλλουμε στη δημιουργία σύγχυσης ως προς το αν η πίστη μπορεί να συμπλέει με τη Χρυσή Αυγή;

Γνωρίζει ή δεν γνωρίζει η ενορία ότι έχουμε οσονούπω δημοτικές εκλογές, ότι ήδη διάγουμε σε προεκλογική περίοδο, και ότι η φιλοξενία τέτοιων συναυλιών και πανηγυρακίων που γίνονται φροντίδι του δημάρχου προεκλογικά στηρίζουν αντικειμενικά το προεκλογικό του προφίλ και σπέρνουν τη διχόνοια ανάμεσά μας;

Νομίζω ότι η αγία Παρασκευή, η αφιλοχρήματη αυτή αγία, είναι πολύ λυπημένη με τα όσα γίνονται εξ ονόματός της... Και ο ίδιος ο Χριστός δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς αλλά στο ναό του σώματός μας.

Φτάνει πια με τους ψιθύρους σε πλατείες και καφενεία. Είναι καιρός να μιλήσουμε σε πρόσωπο προς πρόσωπο δημόσιο διάλογο. Διότι πραγματικά καθώς σχίζεται το σώμα του Χριστού, σχίζονται και οι καρδιές μας. Είναι η ενορία μας, και μας νοιάζει.

Η εκκλησία δεν είναι των παπάδων, είναι του λαού του Θεού. Πότε ρωτήθηκε αυτός ο λαός, και πώς ρωτάται; Λαός δεν είναι οι κολλητοί, οι  επιτετραμένοι και οι ομοτράπεζοι επί προσκλήσει, αλλά όλοι οι ομοτράπεζοι στο δείπνο του Κυρίου. Και ο λαός, εμείς, δεν έχουμε πια πού την κεφαλήν κλίνει με την τόση σύμπλευση Εκκλησίας και δεξιάς, έως άκρας δεξιάς. Κανείς όμως δεν έχει δικαίωμα να μας ξεκόβει έτσι από τον Χριστό, τον οποίο τον βάζει να υπηρετεί αλλότριες σκοπιμότητες.

Για το λόγο αυτό δεν θα επιτρέψουμε επουδενί τη σύμπλευση Εκκλησίας, Χρυσής Αυγής και άλλων σκοτεινών θυλάκων εξουσίας.

Φτάσαμε σε σημείο που άλλο δεν αντέχεται. Ας μην προσθέτουμε εμείς τα καρφιά στο σώμα του Χριστού, και στην ανάγκη ας μην μπει ούτε πρόκα στο ναό, παρά να μπει έτσι. Διότι το μόνο παρήγορο σε αυτό το πένθος είναι το μείζον πένθος, το ζωοποιό πένθος του Θεανθρώπου, του οποίου η άφθαστος Οικονομία ελπίζουμε να σκεπάσει και τη δική μας ατέλεια.

7 Ιαν 2014

Ενός Κακού, Μύρια έπονται





Αυτό το κείμενο δεν απευθύνεται στο γενικό κοινό: απευθύνεται σε καλόπιστους ανθρώπους που έχουν την αγωνία του μέλλοντός τους, και όχι σε εκείνους που σκοπίμως σκορπούν ζιζάνια, είτε γιατί έχουν εγνωσμένη πολιτική ταυτότητα είτε γιατί έχουν άλυτα προσωπικά θέματα να λύσουν.


Μια ατυχής υπερβολή στη σάτιρα σε ατμόσφαιρα ιλαρή οδήγησε βουλευτή της αριστεράς, ανάμεσα σε τραγούδια και κεράσματα στο πλαίσιο παραδοσιακών καρναβαλικών εκδηλώσεων, να προσφέρει μεταλαβιά από ένα γουδί, χωρίς ίσως πλήρη επίγνωση ότι η ενέργειά του θα προσβάλει την πίστη και τα άγια των αγίων κάποιων χριστιανών συμπολιτών του.
Εκφράζοντας τους τελευταίους, ένας ιεράρχης, επίσης γνωστός για τον ακέραιο χαρακτήρα του αλλά και για την αντιφασιστική του δράση, αντέδρασε έντονα. Όχι μόνο έβγαλε από μία συγκεκριμένη ενέργεια γενικευτικό συμπέρασμα για το πρόσωπο αλλά απηύθυνε ερώτημα στον πρόεδρο του Σύριζα, αν θα κυβερνήσει με τέτοιο επίπεδο συνεργατών.
Και οι δύο είναι πρόσωπα που εκτιμώ.
Ο μεν Βαγγέλης Διαμαντόπουλος ίσως δεν συνειδητοποιεί ότι η βουλευτική του ιδιότητα προσδίδει στις πράξεις του διαστάσεις που ενδεχομένως δεν είχε αρχικά διανοηθεί.
Αλλά και ο Σισανίου Παύλος επίσης δεν συνειδητοποιεί το βάρος που έχει η έκφραση γνώμης από τη θέση του επισκόπου, δηλαδή δεσπότη. Διότι αμέσως μετά σήκωσε το θέμα ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος, με τον γνωστό του ιδιαίτερο, χειραγωγητικό και συναλλακτικό τρόπο, αλλά και πολλοί άλλοι βρήκαν την ευκαιρία ή το πρόσχημα για αντικομουνισμό.
Η ανακοίνωση του Σύριζα προσπάθησε να κρατήσει ισορροπίες, αλλά απαξιώθηκε ως καθ’ υπαγόρευσιν. Οι μεν θυμήθηκαν όλα τα αντικομουνιστικά τους σύνδρομα, οι δε ότι ζούμε σε θεοκρατία.
Η δεξιά ευλογεί τον Ύψιστο για το ανέλπιστο δώρο, την ώρα που ο λαός ωδινάται και αναρωτιέται πώς θα βγάλει από πάνω του τα μνημόνια και την καθολική καταστροφή που συντελείται στη χώρα.
Μα αυτό ακριβώς ήταν το αρχικό θέμα της σάτιρας του Διαμαντόπουλου, η κηδεία του μνημονίου. Και αυτό τελικά δεν υπηρετείται από το διχασμό που γεννήθηκε. Για να πούμε λοιπόν ορισμένα βασικά:

·           Η σάτιρα είναι ελεύθερη
·           Η σάτιρα κρίνεται ως προς το ποιόν της και την ευστοχία της
·           Η γνώμη είναι ελεύθερη
·           Η γνώμη όταν εκφέρεται δημόσια και από δημόσια πρόσωπα πρέπει να προβλέπει τα [ενδεχομένως και μη επιθυμητά] παραγόμενα αποτελέσματα
·           Όλοι καλούνται να έχουν συναίσθηση της ευθύνης που πηγάζει από τη θέση τους
·           Κάθε γεγονός, όταν απομονώνεται από το συγκείμενο, αποκτά διαστάσεις που πιθανώς δεν έχει
·           Ο σεβασμός στην ανεξιθρησκία είναι αντίθετος προς την καλλιέργεια φονταμενταλιστικού μένους ή προσβολή των συμβόλων κάθε θρησκείας
·           Ο σεβασμός στην ανεξιθρησκία δεν επιτυγχάνεται με την επίκληση στην αριθμητική δύναμη μιας θρησκευτικής κοινότητας, εργαλείο για να επιβάλλει κανείς την άποψή του

Κατά συνέπεια:

·           Η αριστερά οφείλει να ερευνήσει αν θα γίνει η ίδια θρησκεία και θα χωρίσει τους πολίτες σε «ορθοδόξους» ή «αιρετικούς» καλώντας τους σε ιδεολογικού τύπου συμπαράταξη, ή αν θα τους καλέσει στη βάση πολιτικών προταγμάτων και συμφωνίας
·           Η εκκλησία καλείται να δει αν θα είναι με την κοινωνία ή με την εξουσία – ή ελευθερία ή επιβολή: και τα δύο μαζί δεν γίνεται.

Όσοι αριστεροί επέκριναν χθες για σεξισμό την όντως σεξιστική και αηδή σάτιρα κατά των Κωνσταντοπούλου-Μακρή από το γνωστό συγκρότημα τύπου, δεν μπορεί να αρνούνται σήμερα το δικαίωμα κριτικής στη σάτιρα.
Δεν μπορεί επίσης ο δημόσιος λόγος να διολισθαίνει σε απίθανα μεγέθη χυδαιότητας είτε από τη μία είτε από την άλλη πλευρά, σε πουριτανικού τύπου αποκλειστικότητες, σε αριστερόμετρα και ορθοδοξόμετρα κ.ο.κ.
Ένα λάθος έγινε, ας κλείσει εκεί.
Χωρίς λοιπές προεκτάσεις και δόλια συμπεράσματα.

***

Γενικότερα –και πέρα από τα πρόσωπα και το συγκεκριμένο συμβάν–, θα είχα να πω και το εξής σε τόνο πιο προσωπικό:
Ως χριστιανή και αριστερή δεν εκχωρώ σε κανέναν το δικαίωμα αποκλειστικής εκπροσώπησης, είτε της αριστεράς είτε της πίστης. Καλούμαστε να ζήσουμε σεμνά και ταπεινά στο όποιο σκιερό σεντούκι μας εκχωρήσουν κάποιοι αυτόκλητοι εκπρόσωποι, που παρά τον ανέμελο αέρα τους συχνά δεν μπορούν να αποκρύψουν την εξουσιαστική φύση των αποκλεισμών. Δεν μπορεί όμως κανείς να οδηγήσει άνθρωπο με αριστερή κουλτούρα σε μια ανελεύθερη και δειλή φυτοζωή.
Αντίθετα, τα κόμματα της αριστεράς εγκαλούνται για τις ποικίλες φοβίες τους σε ό,τι αφορά την προσέγγιση αριστερών και χριστιανών αλλά και γιατί μοιάζει να αποδέχονται περισσότερο την Εκκλησία ως εξουσία από τους χριστιανούς αριστερούς αγωνιστές στην κοινωνία.
Και αυτό είναι διπλά οχληρό.
Ως χριστιανοί στην κοινωνία υφιστάμεθα την πίεση της εκκλησιαστικής διοίκησης και την αθλιότητα μιας πολυετούς συντηρητικής νοοτροπίας και πρακτικής. Υφιστάμεθα όμως και κάθε λογής προπηλακισμούς από δήθεν αριστερόφρονες επαναστάτες, κάποτε του γλυκού νερού, και μάλιστα κάποιους που θέλουν την αποκλειστικότητα στη νομή της πίττας που ονειρεύονται να ’ρθει. Και στο επίπεδο αυτό, θα τα βρουν μια χαρά με τους χειρότερους και όχι τους καλύτερους της εκκλησιαστικής κοινότητας.
Αυτό που απασχολεί εμάς ως πολίτες είναι ένα πολύ σοβαρό ερώτημα για την αριστερά. Σοβαρό και δυσάρεστο.
Ένα μέρος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μεταξύ αυτών και άνθρωποι που σχεδιάζουν οικονομική πολιτική, δημιουργούν ποικίλα ερωτηματικά με το βίο και την πολιτεία τους, και κυρίως με την πολυγλωσσία τους.
Ένα άλλο μέρος που στελεχώνει την αξιωματική αντιπολίτευση, αυτό στο οποίο ελπίζουμε να φέρει την αλλαγή, επικεντρώνεται σε συμβολικού τύπου ενέργειες. Ή τουλάχιστον, στο σημερινό μιντιακό σύστημα, τέτοιες δράσεις είναι που προσελκύουν την προσοχή ενώ άλλες περνούν απαρατήρητες.
Όσο όμως εμείς προσέχουμε τέτοιες ενέργειες, όσο ασχολούμαστε με τέτοια ζητήματα, θετικά ή αρνητικά αδιάφορο, τόσο μένουν εκκρεμή σοβαρά θέματα πολιτικής ταυτότητας, κατεύθυνσης και σχεδιασμού.
Τελικά όπιο του λαού και εργαλείο αποπροσανατολισμού μπορεί να είναι και η ιδεολογία και η θρησκεία και η επανάσταση και η κάθε λογής μεγαλόστομη ρητορεία.
Το ζητούμενο όμως είναι η πολιτική. Και αυτό παραμένει ακόμα ασαφές... και αμφίβολο.
Στο μεταξύ θεωρώ ότι δεν μπορούμε να αναλωνόμαστε σε σκιαμαχίες που δεν έχουν νόημα και ουσία. Καθόλου μάλιστα.