Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιορτή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιορτή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Σεπ 2014

Επάνω στα Ψηλώματα, με Γλέντια και με Πρόβατα!


 

Ανάμεσα στο «η φτώχεια θέλει καλοπέραση» και στο «οι φτωχοί ξέρουν να γλεντούν» κύλησε το Σαββατοκύριακο στο Ζαγαρά, το χωριό μας ψηλά στον Ελικώνα. Φεύγει ο μεγάλος ανιψιός, ο πρωτότοκος, για στρατό, και μας κάλεσε όλους, μαζί και με τους φίλους του, για γλέντι τρικούβερτο. Όπερ και εγένετο! Με προβατίνα στον ξυλόφουρνο, σίγλινο Μάνης, σαλάτα από το χωράφι που ανταγωνιζόταν σε νοστιμιά τα κρέατα, συνοδευτικά και άφθονο κρασί να ρέει, με τη γλυκιά παρέα, κύλησε το γλέντι μέχρι το πρωί. Σηκώθηκαν ποτήρια, ένα πανάρχαιο έθιμο, στο οποίο μυήθηκαν και οι καινούργιοι της συντροφιάς. Έρρεαν οι ευχές, τα φιλιά και τα τραγούδια, μέχρι που αποσώθηκαν οι φωνές κοντά στα ξημερώματα. Είναι από τις περιπτώσεις που βλέπεις πώς ζει το δημοτικό τραγούδι, αλλά και πώς επίσης το έντεχνο είναι ζωντανό κομμάτι της ζωής και του γλεντιού. Άνθρωποι άγνωστοι ήρθαν κοντά, και τα παιδιά μας τα έβλεπες που έχουν γίνει άντρες και γυναίκες, κι είχαν στα χέρια τους όλη τη διοργάνωση. Δεν χρειαζόταν να έχουμε εμείς τον πρώτο λόγο, και είναι τόσο υπέροχα ανέμελο αυτό!

Την ώρα που προηγήθηκε αλλά και τη μέρα που ακολούθησε τη βγάλαμε στο «Λαβά», τοπωνύμιο που σημαίνει για την ευρύτερη οικογένεια τους μόχθους και τους κόπους γενεών ξωμάχων παππούδων, κτηνοτρόφων και αγροτών. Εκεί κι εμείς, συνέχεια μιας γερής αλυσίδας όπου τώρα κάποιοι από τα αδέρφια είναι κρίκοι βασικοί, κι εμείς επισκέπτες που η ανάσα μας γεμίζει από τη μυρωδιά του υγρού χώματος.

Ανάμεσα στα πρόβατα λοιπόν, που είναι γερά και καλοταϊσμένα, δόξα να ’χει ο Θεός. Εκεί και μια οχιά, που μακέλεψε το κριάρι, και τη μακέλεψε η γάτα. Αυτό το κριάρι, το δύσμοιρο, είναι αμφίβολο αν θα ζήσει – μεγάλη ζημιά! Εκεί και ο Αράπης, σκύλος ετών δεκατεσσάρων, που έχει βγάλει πέρα το κοπάδι σε δύσκολους καιρούς, έχει δώσει μάχη με το λύκο ξανά και ξανά, και είναι ακόμη ζωντανός, χάρη στην περιποίηση και την αγάπη του αφεντικού του. Όμως, έτσι νιώθουμε, είναι μάλλον η τελευταία φορά που τον βλέπουμε, καθώς οριακά σηκώθηκε, ήρθε να τον χαϊδέψουμε σαν σε αποχαιρετισμό, και κατόπιν άραξε στο έδαφος και δεν ξανασηκώθηκε όσο και να του φωνάζαμε. Εκεί αυτό το δέντρο το γιγάντιο, το βίδι, που κλαδεύτηκε με άδεια του δασαρχείου... Τα κλαδιά του κόπηκαν και ταΐστηκαν τα πρόβατα με την αγαπημένη τους λιχουδιά, τα πράσινα πλυμένα φύλλα, ενώ με το ξύλο του θα ταϊστεί η σόμπα, να ζεστοκοπηθεί ο παππούς όλο το χειμώνα.

Φέτος θα έχουμε βαρύ χειμώνα, λένε τα μερομήνια, λένε τα έλατα που γέρνουν από τον καρπό, λέει κι ο παππούς στοχαστικά: «Είναι καιρός να κάνει χειμώνα, έχει δυο χρόνια που δεν έκανε καθόλου, μα αλίμονο στη φτωχολογιά».

Με αυτό το βίδι παλεύαμε όλη μέρα πριν το γλέντι, μα και την επομένη. Με φόβο και τρόμο, με το μηχανάκι δεμένο με τριχιά, ανέβηκε ο Σπύρος στα πιο ψηλά από τα κλαδιά, και εκεί, ισορροπώντας πάνω στα πιο γερά, έκοβε και καθάριζε λίγο λίγο, ενώ εμείς του δίναμε οδηγίες και εργαλεία από κάτω. Στην προσπάθεια να του πετάξω ένα μαγκούρι για να αδράξει ένα κλαδί, από κάτω προς τα πάνω σε καμιά δεκαριά μέτρα ύψος, ξέχασα την αγκύλωση στον ώμο μου κι έχασα τη μιλιά μου από τον πόνο για ώρα πολλή. Ευτυχώς, ο Δημήτρης το πέτυχε καλύτερα από μένα. Λίγο λίγο το καταφέραμε το δέντρο, και μετά το λιανίσαμε, το διαλέξαμε, το στοιβάξαμε, σύραμε τα μεγάλα κλαδιά από το δρόμο μέσα στο κτήμα. Αυτό θα φουντώσει και πάλι, ανανεωμένο και θαλερό. Την άλλη μέρα κατεβάσαμε και κάποιες μεγάλες κλάρες που είχαν μείνει απάνω, καθώς τις συγκρατούσαν εκεί μετέωρες άλλα κλαδιά.

Πήγαμε και στα χωράφια. Είχε βρέξει μια ευλογημένη βροχή, και η λάσπη δυσκόλευε τις κινήσεις. Πλούσια η συγκομιδή σε φασολάκια, ντομάτες, αρωματικά πεπόνια, που μας ζάλιζαν με το μεθυστικό άρωμά τους στο αυτοκίνητο, στο δρόμο της επιστροφής.

Ζωγράφισα το «πορτρέτο» της γαϊδούρας, και ό,τι πρόλαβα σκίτσαρα σε πρόχειρο μπλοκ. Τώρα γνωρίζω καλύτερα τα ζώα και τις κινήσεις τους, αν και αυτά τα πρώιμα σκίτσα θέλουν πολλή δουλειά ακόμα. Βήμα βήμα όμως προχωράει κανείς.

Κι έτσι, σε αργούς ρυθμούς κύλησαν οι ώρες, αργούς και γεμάτους, και έχασα και όλα τα σημαντικά της επικαιρότητας για χάρη αυτής της θεϊκής ομορφιάς, που μας τύλιξε και στην αγκάλη της οποίας αφεθήκαμε με ανακατακτημένη ξεγνοιασιά.

Όλα πήραν τη θέση τους, και οι βουνίσιες ανάσες μας θα μας κρατήσουν αρκετό καιρό ακόμα, μέσα στην πόλη.

Σήμερα Δευτέρα πρέπει να μπολιάσουμε εδώ, στο Πεντελιώτικο βουνό, μια αγριοκορομηλιά με μπόλι βανίλιας και δαμάσκηνου που φροντίσαμε να πάρουμε, από το μερακλήδικο κτήμα ενός θείου.

Εκεί στα ψηλώματα του Ελικώνα, όλα ήταν στη θέση τους. Το ήξερα καλά τη νύχτα, σχεδόν χάραμα, όταν η παρέα των παιδιών έμπαινε στα αυτοκίνητα να πάει στο δρόμο της, και εμείς ευχόμασταν καλό κατευόδιο και να τους φυλάει ο Θεός.

Κατόπιν, ησυχία... Μόνο το θρόισμα των φύλλων και οι νυχτερινοί ήχοι της φύσης, μαζί και η βρύση η μεγάλη που ξέχυνε το λιγοστό, αυτή την εποχή του χρόνου, νερό της, προσμένοντας τα καινούργια νερά και τα χιόνια που θα της δώσουν ζωή. Εκεί μείναμε με το Δημήτρη ώρα πολλή ακόμα... Εκεί, με τη δισταχτική φωνή μου συνέχισα να τραγουδώ, γιατί το τραγούδι δεν έλεγε να βγει από τα μέσα μας.

Εκεί είπα για πρώτη φορά στη ζωή μου ολόκληρο, μόνη μου, σιγανά και τρεμάμενη, αλλά ολόκληρο το κλέφτικο:


Ωρέ βγήκεν ο ήλιος, κόκκινος
και το φεγγάρι μαύρο
κι ο λαμπερός Αυγερινός
δεν πάει να βασιλέψει.
-Πες μας, καημένε Αυγερινέ, κανά καλό χαμπέρι.
-Το Λεπενιώτη βάρεσαν μες στη Φουρνά στη σκάλα
τον κλαίει όλος ο ντουνιάς
τον κλαιν τα κυπαρίσσια...



Το είπα αργά, σπαρακτικά αργά, όπως θυμάμαι να το τραγουδάει ο μπάρμπας ο μουσικός, ο Κώστας ο Πισίνας κάθε χρόνο σε πανηγύρια... Αυτός που μας έδωσε και τα μπόλια, για να τρώμε τους γλυκούς καρπούς!

«Καλά το είπες», μου επιβεβαίωσε ο Δημήτρης, κι εκεί στη βρύση, μέσα στη νύχτα, πάνω στα στέργια βουνά και χώματα, στεργιώθηκαν και σφιχτοδέθηκαν όλες οι σκέψεις που περνούσαν φευγαλέες και ρευστές από το νου και την καρδιά το τελευταίο διάστημα.

Απέκτησα σχέδιο ζωής, το ίδιο, το γνωστό, που ξανακαινουργώθηκε.


Ο ήλιος βασιλεύει κι η μέρα σώνεται
Κι ο νους μου απ’ την αγάπη δεν συμμαζώνεται!





Υ.Γ. Η ζωή ήταν πολύ γεμάτη για να τη φωτογραφήσουμε, εντούτοις ο Γιώργος μου σκέφτηκε να τραβήξει τη βροχή...



9 Μαρ 2014

Η Εικόνα του Θεού στον Άνθρωπο






Η Κυριακή της Ορθοδοξίας, πρώτη Κυριακή της Σαρακοστής, αρχή μετανοίας και σταυραναστάσιμης πορείας, είναι συνάμα η γιορτή της αναστήλωσης των αγίων εικόνων. Μαζί η κατάφαση της ενσάρκωσης, η αποδοχή του κόσμου, η καταβύθιση στην ομορφιά του, η ανάδυση μέσα από το χώμα στην όντως ζωή.

Εδώ και λίγες δεκαετίες είναι και η μέρα γιορτής της Εξωτερικής Ιεραποστολής, ως κατακλείδα της εβδομάδας Εξωτερικής Ιεραποστολής, μιας ιδέας που οφείλεται πρωταρχικά στον Ηλία Βουλγαράκη, και τη διαρκή έγνοια του για τη συνειδητοποίηση του 'πορευθέντες'. Πέρα από την αναστήλωση των εικόνων, σημαντικό η αναστήλωση των ζωντανών εικόνων Του και της Εικόνας του Θεού στον άνθρωπο.

Ακόμα όμως πάσχουμε σε μια θεολογία ανοιχτών συνόρων, συχνά αρεσκόμαστε σε μια θεολογία των λαβάρων... Κάποτε μοιάζει σαν να επιθυμούμε να κρατήσουμε τη σωτηρία με εγωιστικό ζηλωτισμό αποκλειστικά για μας.

Ενώ η δική Του εικόνα και η σταυραναστάσιμη πορεία είναι ο δικός μας δρόμος.

Η λησμονιά της εξωτερικής ιεραποστολής πάει χέρι χέρι με την εθνοκεντρική μας σκέψη, με τη βολή στη σφαίρα του οικείου, με την άρνηση να πορευτούμε προς συνάντηση, με την προσφιλή συνήθεια να δογματίζουμε αντί να αληθεύουμε.

Εμείς υπολειπόμαστε, ο Κύριος συμπληρώνει τα ελλείποντα.



*

Υπάρχει ένα ιστορικό παράδοξο, αλλά που από ιεραποστολική σκοπιά είναι εύγλωττο για τους απίθανους δρόμους της θείας Οικονομίας. Ενώ στο Βυζάντιο μαινόταν η εικονομαχική διαμάχη, και ενώ δεν έμεινε εικόνα για εικόνα, ούτε για δείγμα, από την προεικονομαχική περίοδο, σε μια κρυφή γωνιά του κόσμου διασώθηκαν κάποια υπέροχα δείγματα εικόνων, κυρίως εγκαυστικές από την παλαιότερη εικονογράφηση. Ο λόγος για το μοναστήρι της αγίας Αικατερίνης στην έρημο του Σινά. Κι αν οι εικόνες εκεί γλίτωσαν από την εικονομαχική λαίλαπα, είναι γιατί το μοναστήρι τελούσε υπό ισλαμική κυριαρχία.

Παρόμοια, και ο θεολόγος που προασπίστηκε κατεξοχήν τις εικόνες, με τους τρεις περίφημους λόγους του, κατά την πρώτη εικονομαχική περίοδο, ο ίδιος άγιος που συνέγραψε και έναν πρώτο (φανταστικό, αντιαιρετικού και απολογητικού χαρακτήρα) χριστιανομουσουλμανικό διάλογο, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, μπόρεσε να εκφραστεί ελεύθερα και θεολογικά άρτια χάρη στο πλαίσιο προστασίας που παρείχε το χαλιφάτο της Δαμασκού στην οικογένειά του.

Ας μείνουμε λίγο στοχαστικοί πάνω σ' αυτό, ιδίως όσοι από εμάς αναλαμβάνουμε το ρόλο των προασπιστών του Χριστού και των βασιλικότερων του Βασιλέως υπασπιστών...

Είναι τόση η ομορφιά και η ελευθερία των δρόμων Του.

Είναι η ομορφιά ν' ανθίζει το ξερό χορτάρι, να γίνονται τα λιθάρια τέκνα Του, να προσκυνούν οι μάγοι της Ανατολής... να διασώζει τις εικόνες η μουσουλμανική κυριαρχία...

Ελπίδα.

Νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ άγάπη. (Α’Κορ. 13,13).

31 Δεκ 2013

Ανακατάληψη των Λέξεων




Αν υπάρχει ελπίδα, αυτή βρίσκεται στα θεμέλια τούτης της κοινωνίας. Αν το σχέδιο είναι ατελές, κανένα σχέδιο δεν τελειώνεται παρά μόνο με δουλειά σκληρή. Αν δουλέψουμε στα θεμέλια, ίσως μπορούμε να πούμε ότι "τα καλύτερα χρόνια μας δεν τα έχουμε ζήσει ακόμα".

Εύχομαι για το 2014 την ανακατάληψη των λέξεων, των νοημάτων και των πραγμάτων της ζωής μας.

Των ταπεινών αλλά θεμελιωδών και αναγκαίων πραγμάτων του προσωπικού και του κοινού μας βίου.

Στους πιο στενούς και αγαπημένους φίλους, και σε όσους το συμμερίζονται, σας μεταφέρω με αγάπη την πιο σοφή ευχή που μου χάρισαν τα φετεινά Χριστούγεννα:

"Ας μας σκέπει η αδοξία!"

8 Νοε 2013

Το Φως του Νοέμβρη


Αρχάγγελος Μιχαήλ, Αγία Σοφία, 9ος αι.
(Ευχαριστώ τη Βάγια Τζατζάρα)


Καρδιά του φθινοπώρου λογίζεται για μένα ο Νοέμβρης, με το δικό του φως το γιορτινό.

Με αγγελικό σάλπισμα ξεκινούσαν στο σπίτι οι γιορτές των Αρχαγγέλων στις 8. Γιόρταζε η γιαγιά μου, η γιαγιά Στάμω, η Σταματία, αυτή που μας μεγάλωσε τον αδερφό μου κι εμένα, και ήταν μια γιαγιά που ξεχείλιζε ζωή. Αυτή η γιαγιά μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία, σε σημείο να ντρέπομαι. Ήμουν το μόνο κορίτσι ανάμεσα σε περισσότερα αγόρια – κι εγώ αγοροκόριτσο, αλλά κάτι καταλάβαινα κι από γυναικείες δουλειές, από πλεχτά και κεντήματα... Υπήρχε όμως και ένας ακόμα ιδιαίτερος λόγος που με αγαπούσε η γιαγιά, κι αυτός συνδεόταν με τον χρόνο γέννησής μου, το 1964. Στον λόγο αυτό θα επανέλθω. Ακούραστη και κάπως παχουλή, ήξερε να χαίρεται τη ζωή μέσα στις ποικίλες καταστάσεις που πέρασε, τις πολλαπλά δύσκολες, που σχημάτιζαν μια ζωή σαν μυθιστόρημα. Όταν, τα τελευταία χρόνια, οι γιατροί τής επέβαλλαν συγκεκριμένο διαιτολόγιο, έλεγε: «Πάψε μωρέ, να πάμε μια φορά χορτάτοι».

Θυμάμαι τα τελευταία Χριστούγεννα που πέρασε μαζί μας, κι η εγγόνα της η αγαπημένη είχε σκοτωθεί να μαγειρέψει: πίττες 5 λογιών με ανοιγμένα φύλλα, και τη σπέσιαλ χριστουγεννιάτικη πίττα, δικής μου επινόησης, με τη γέμιση από τη γαλοπούλα· ψωμιά σκέτα, και άλλα με κρεμμύδια και ξηρούς καρπούς, άσπρα, μαύρα, κίτρινα καλαμποκίσια (σε έναν απόλυτο εξευγενισμό της μπομπότας που έφερνε από Κατοχή όσα φέρνει ο άνεμος μιας γλυκιάς αφήγησης νοσταλγικής)· κρέατα ελαφριά και άλλα πιο μερακλίδικα (γαλοπούλα γεμιστή, φιλέτο τυλιχτό, χοιρινό με πατάτες και κυνήγια στο φούρνο), σπετσοφάγια, ρύζια ανατολίτικα, μακαρόνια σουφλέ για τους μικρούς, σαλάτες εξωτικές, τσουρέκια για τον καφέ, γλυκά σοκολατένια και κρεμώδη, καθώς και το λατρεμένο με γιαούρτι και ανανά... Αυτή η γιαγιά, η ζωηρή κι αλέγρα, η γιαγιά Στάμω, είχε αρχίσει να ξεχνάει. Εκείνη τη χρονιά έγινε μεγάλη επιχείρηση για να καταφέρει να έρθει στο σχετικά καινούργιο σπίτι μας, κι εγώ που πάντα οργίαζα μαγειρικά τα Χριστούγεννα και όχι τόσο τις καθημερινές, έβαλα τα δυνατά μου γιατί ήθελα να εκπληρώσω την επιθυμία της να πάει μια φορά χορτάτη, εκείνη η γιαγιά δεν θυμόταν την επομένη το λουκούλειο γεύμα της προηγούμενης, και ήταν όλο παράπονα που η εγγόνα της την είχε, όπως νόμιζε, ξεχάσει...

Αργότερα ακόμα, τη θυμάμαι που συρρικνωνόταν, καλοφροντισμένη και πεντακάθαρη χάρη στη μάνα μου, μέχρι που το σώμα της έγινε το σώμα ενός παιδιού, και η ψυχή της μας χαιρέτησε, κι ελπίζω να ευθυμεί με τους αγγέλους και τα όμορφα τραγούδια τους.



9 Νοεμβρίου, ανήμερα του Αγίου Νεκταρίου, γιορτή ζωής για το σπίτι. Ήταν η θεία μου άρρωστη και μόλις εγχειρισμένη από καρκίνο, βαριά. Κι εγώ μόλις γεννιόμουν, γι’ αυτό και η γιαγιά με ένιωσε σαν δώρο για τη ζωή του παιδιού της που κινδύνευε να χάσει. Δεν έγιναν όμως τελικά έτσι τα πράγματα. Ο άγιος θέλησε η θεία μου να ζήσει και να μας χαριστεί για χρόνια πολλά ακόμα, όπως αφηγείται η μητέρα μου στο βιβλίο της.

9 Νοεμβρίου, γενέθλια της μάνας, μιας μάνας στην οποία εκτός από τη ζωή και όλα τα άλλα, οφείλω ειδικότερα την πρακτική σκέψη και την αγάπη στη ζωγραφική. Και καθώς δεν είχε ονομαστική γιορτή η κυρά Αμαλία, τα γενέθλια της μάνας ήτανε λαμπρή. Και νά τα δώρα, που όλο δεν τα ήθελε, και νά οι εκπλήξεις και οι χαρές, όσο ζούσε ο πατέρας.

Φέτος μας κάλεσε η μάνα, να φάμε όλοι μαζί, μέρα σημαδιακή 9 Νοεμβρίου. Και θα είμαστε όλοι εκεί, μικροί μεγάλοι να τιμήσουμε τα 83 της χρόνια, με την ευχή να την αφήσει ακόμα ο Θεός, να μην την πάρει σε τόσο ταραγμένους καιρούς... Πέρα από ό,τι μας απσχολεί ως πολίτες, εύχομαι να γλυκάνει η κατάσταση στην πατρίδα, να μη φύγουν τόσο τρομαγμένα τα γεροντάκια, νιώθοντας πως ζούνε νέα κατοχή, κάπως διαφορετική αλλά και τόσο όμοια με την πρώτη, να μη φύγουν με το αίσθημα ότι γκρεμίζονται οι κόποι μιας ζωής...

9 Νοεμβρίου και έφυγε ο πατέρας. Μέσα από την αγκαλιά μου έφυγε, τη λίγη ώρα που απομακρύναμε από το προσκεφάλι του τη μάνα. Ησύχαζα τους γιατρούς και τις νοσοκόμες που κάτι κάνανε πως κάναν... Την ώρα εκείνη ήθελα να είμαστε εγώ, κι ο πατέρας, και ο Θεός... Οι άλλοι περιττεύαν. Περάσαν 14 χρόνια, και κλαίω τώρα σαν το θυμάμαι, όσο τότε δεν έκλαψα, καθώς ήθελα να είναι όλα τόσο γαλήνια, τόσο αγγελικά, όσο του άξιζε. Ήρθε κι ο αδερφός μου και σιωπηλά αγκαλιαστήκαμε, καθησυχάζοντας τους γιατρούς για να μη φλυαρούν. Πήγαμε σπίτι, ενώ η μάνα ετοιμαζόταν να γυρίσει στο νοσοκομείο, και κατάλαβε πως δεν χρειαζόταν πια. Τον ετοιμάσαμε, οι φίλοι ήρθαν σπίτι, να είναι καλά, μας συγκίνησαν. Και τα παιδιά μου, μικρά τότε, ανάστατα, σοβαρά, ντυμένα με τα σκούρα τους, καινούργια ρουχαλάκια, ήρθαν σε πρώτη επαφή με την άλλη τούτη όψη της ζωής.

Άλλη φορά θα αφηγηθώ τα άλλα.

 Η γιαγιά, η θεία και ο πατέρας.


10 Νοέμβρη, ανάπαυλα μικρή, διάλειμμα στο κυρίως θέμα της γιορτής.

Στις 11 γεννήθηκα εγώ, και αν η μέρα δεν είναι ασφαλώς σημαδιακή για την ανθρωπότητα, είναι για την αφεντομουτσουνάρα μου, και για τους αγαπημένους ανάμεσά σας, που είστε σημαντικοί στη ζωή μου, και μάλλον έχω κι εγώ μια μικρή σημασία για σας.

Γεννήθηκα παρηγοριά σε αρρώστια, βαφτίστηκα Ευαγγελία, φορτώθηκα χίλιες ελπίδες, απ’ τις οποίες γρήγορα ξεγλίστρησα...

Αλλοπαρμένη εκ πεποιθήσεως, και τώρα που το σκέφτομαι μοναχική κι αγαπησιάρα μονομιάς. Μα δεν χρειάζεται να πω τίποτε άλλο... με ξέρετε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Για τα γενέθλιά μου αυτά και ως συμμετοχή στο post, ο άντρας μου μού χάρισε το τραγούδι του αρχάγγελου, και με έλιωσε, μ' έκανε κομμάτια, όπως μόνο αυτός ξέρει...

Τα παιδικά μου γενέθλια συνδέονταν με μεγάλο ξεφάντωμα, διότι καλούσαμε τα παιδιά ενός ιδρύματος, όπου βοηθούσε η θεία ως κοινωνική λειτουργός. Ζούσε μαζί τους. Είχαμε γίνει φίλοι, με τα θετά αδέρφια μου, και διατηρήσαμε με κάποια επαφή για χρόνια πολλά. Τα πολιτικά γεγονότα των Νοεμβρίων τα καταλάβαινα διότι ακυρώνονταν οι γιορτές γενεθλίων. Και αργότερα διότι μετείχα πάντα σε όλους τους θερμούς Νοέμβρηδες, που δεν έδιναν μονάχα επετειακές ευκαιρίες. Και τώρα ετούτη η Κυριακή στους δρόμους θα μας βρει και πάλι.

17 Νοέμβρη και ανήμερα στην επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, το 1986, πήρε ο Θεός την πεθερά μου, τη Μαρία. Μια γυναίκα, που είχα προλάβει να γνωρίσω και να αγαπήσω, καθώς με τον Δημήτρη ήμασταν χρόνια φίλοι, αλλά δεν είχα προλάβει να ζήσω ως δεύτερη μάνα. Κι αυτή βιαστική, πολύ βιαστική για πάνω.

Με τα χρόνια, έχω πιο πολλούς ανθρώπους εκεί πάνω, παρά εδώ γύρω. Οι άγγελοι ανοίγουν τις γιορτές του Νοεμβρίου, οι άγγελοι και οι άνθρωποι μας συντροφεύουν, κατά μια παράξενη, βιωματική, προσωπική πεποίθηση πιο πολύ στη λήξη του φθινοπώρου.

Έτσι, ο Νοέμβρης διατηρεί το φως του, παρ’ όλη τη σκοτεινιά, με τις γιορτές του και τις διαδηλώσεις του που γεννούν την ελπίδα, και είναι κι αυτές μια παράξενη γιορτή.

Κι αν οι άνθρωποι που μας αγκαλιάζουν δεν είναι πάντα άγγελοι, να πω κι εγώ μ' ένα τραγούδι πως είναι όμως τόσο ζεστά και αιμάτινα ανθρώπινοι! Και κοντά σ’ αυτούς οι άνθρωποί μας που έχουν γίνει άγγελοι, παρέα με τους αγγέλους, σμίγουν τις γεννήσεις με τους θανάτους μας, τις πίκρες μας με τις γιορτές μας και τις ελπίδες μας, τον ουρανό με τη γη.

23 Ιουν 2013

Στὸ Ἄτι τοῦ Ἰούνη [Ὀκτώηχος σὲ Ὀκταήμερο]



Εη Βουλγαράκη-Πισίνα, Παιχνίδι το Λευκο κα το Μαύρου. 
Σπουδή. κρυλικ σ χαρτόνι. Διαστάσεις 35 x 50 κ

Ζέστη


Ἡ ζέστη ἐπικάθεται στὶς συνειδήσεις
Κι ὣς τὴ νωχέλεια γλυκὰ νὰ συνηθίσεις
Οἱ δύστηνοι ἦχοι τῆς καρδιᾶς
Ξεκούρδιστο ρολόι βαριανασαίνουν

Παρατημένη παραγκούπολη
Ρόμβοι συντρίμια ἀσυνεννόητα
Μὲ κύκλους σμίγουν ἀτελεῖς
Σὲ πλάκες καὶ λιθόστρωτα

Ὁ μάγειρας τῆς θερινῆς
Φαιοκίτρινης δροσάτης στραπατσάδας
Δὲν ὁμιλεῖ, μόνο σὲ
Ἀποστομώνει μὲ ἄφθονο φαΐ.

Ξυπνᾶς γιὰ λίγο πρὶν νὰ βυθιστεῖς
Βαθύτερα σὲ ὕπνο ἀνεπίγνωστο
Οἱ ράγες καθορίζουν
Τὴν πορεία χωρὶς ἐσέ.


Λέξη


Ἡ λέξη ψαροκόκκαλα
Πλέκει σφιχτοδεμένα
Σὲ ὑφαντὸ πολύχρωμο
Στὸ φάσμα τοῦ λευκοῦ

Κι ὁ νοικοκύρης ζηλευτοῦ
Νοικοκυριοῦ προσμένει
Τὸ νόημα ποὺ καταύγασε
Τὸ εὖρος τοῦ ἐφικτοῦ.


Σημάδια


Ξηλῶσαν τὰ παλιά μας τὰ σημάδια
Ρημάδια καταντήσανε τὰ σπίτια
Κοπῆκαν δέντρα κραταιὰ
Καὶ θαλλερὲς πλατεῖες στάχτη γινῆκαν

Ὁ νοῦς στριμώχνεται σὲ ἄθλια παραπήγματα
Ἑτοιμόρροπα τὰ δοκάρια τῆς σκεπῆς
Σὲ σβήνει ὁ φόβος μήπως καὶ χαθεῖς
Ἐλπίζεις στὸν ἐξάντα σὲ παλιὲς τεχνολογίες

Τὸ σύμπαν κατακλύστηκε ἀπὸ φλυαρίες
Οἱ μελωδίες τὸ ἄτι τοῦ ἤχου δὲν προφτάσαν
Σ’ ἀπόηχο βόμβων κι ὑπερήχων ἰαχὴ
Σιγὴ ἀσυρμάτου μᾶς συνέχει τὴν ψυχή.
 

Ἄνεμος


Ὁ ἄνεμος φυσάει
Τὰ σκόρπια φύλλα
Ἡμιτελῶν σημειώσεων

Θραύσματα ἀορίστων ἐντυπώσεων
Σηκώνονται πουλιὰ τῆς δυστυχίας
Τῆς δυστοπίας σταχτοπράσινος ὁ ἥλιος ἀνατέλλει

Κι ἀπ’ τὶς διανοιγμένες τοῦ μὴ μὲ μέλλει
Πολεμίστρες περνοῦν τὰ βέλη
Ποὺ τὸ θάνατο σκορποῦν

Αἷμα καὶ κορμιὰ χυμένα
Νὰ πιῶ μοῦ δίνουν νὰ μεθύσω
Μαυλιστικὸ γλυκόπιοτο

Ἀρνοῦμαι τὸν πόνο
Νὰ μὴν ἐπαισθανθῶ
Μὲ ἕνα λαό

Σὲ δρόμους σὲ χωράφια
Μιὰ μπαλαλάικα ἠχεῖ
Σὲ σόλο ἀπόμακρο
 

Καλπασμός


Στὸν ἄγριο καλπασμὸ τῆς τρόικας τοῦ Ἰούνη
Μὲ συναντᾶ ὁ ἥλιος τοῦ μεσημεριοῦ
Τ’ ἀφηνιασμένα ἄλογα δὲν εἶναι τοῦ χεριοῦ μας
Μοῦ ψιθυρίζουνε πολύχρωμες φωνὲς πανηγυριοῦ

Κοράκια κράζουν πάν΄ ἀπ΄ τὸ πτῶμα τοῦ λαοῦ
Ποὺ σφάλισε τὰ χείλη μ’ ἁλυσίδα
Καὶ ἡ προσποίηση «δὲν ἤξερα δὲν εἶδα»
Ἔφερε τὴ θανή. Ἡ δίψα τοῦ καλοκαιριοῦ

Στὴν ἔρημο ἀνυπόφορη ἀνάξιων λογισμῶν
Χαμένων στὰ συνθετικὰ ἀπόλυτων -ισμῶν
Σὲ βλέμματα πλαγίως προσηλωμένα

Στὴ θέα τοῦ μαύρου τοῦ σκοτεινοῦ τοῦ μερικοῦ            σὲ ξένα
Χνάρια καθοδηγούμενα δὲν θὰ σταθῶ
Μόν’ ἀντικρὺ στὸν ἥλιο             ὣς νὰ σωριαστῶ


Ἰπτάμενο Ἰντερμέδιο


Τὸ νέκταρ πίνει τῆς ροδιᾶς
Σ’ ἀπόμερη ἀκρογυαλιὰ
Ἀνάμεσα στὰ βοῦρλα
Ξαγρυπνᾶ καρτερικά



Πύργος


Δὲν ξαραχνιάζω ἀκατοίκητους ἀραχλιασμένους πύργους.
Μ΄ ὅλους τοὺς θησαυρούς τους τοὺς χαρίζω.
Μὲ τὸ δισάκι μου τὸ δρόμο μου τραβῶ
Στὰ χώματα, στὶς πέτρες, στὰ χορτάρια

Μ΄ ὅση σοφία συνέλεξα, ὅση γνώση
Ὅση πίκρα καὶ γλυκόπιοτο νερὸ
Τὸ ἄγνωστο εἶναι θελκτικὸ
Κι ἡ  ὤσμωση στοῦ κόσμου τὰ παζάρια.


Ἀνατροπή


Στὸ μαῦρο μὲς στὸν κόσμο
Στὸν πυκνωτὴ τοῦ χρόνου
Λιώσαμε σὰν κεριὰ
Φωτίζοντας τὸ δρόμο

Τ’ ὁλόγιομο φεγγάρι
Ἡ Πούλια κι ὁ Αὐγερινὸς
Συνέτρεξαν χαράζοντας
Πυρακτωμένο χνάρι

 

Σημείωμα Ὑστερόγραφο


Τὶς μέρες τοῦτες τοῦ Ἰούνη ζήσαμε τὴν πιὸ σκληρὴ ἐπέλαση τοῦ μαύρου, μὰ καὶ τὸ ἄνοιγμα τῆς χαραμάδας τοῦ φωτός. Τὰ ὅσα ζήσαμε ἐκεῖ στὸ προαύλιο τοῦ ραδιομεγάρου τῆς ΕΡΤ, Ἁγία Παρασκευή, μὲ χιλιάδες γνωστὸ καὶ ἄγνωστο κόσμο, τὰ ὅσα σχολιάσαμε στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι, λιγότερο καὶ περισσότερο φίλοι, τὰ θραύσματα τῶν σκέψεων, οἱ εὔστοχες ἀτάκες, τὸ χιούμορ, τὰ συνθήματα, δὲν κατόρθωσαν νὰ γεννήσουν ἕνα συγκροτημένο πολιτικὸ κείμενο.

Ἴσως γιατὶ φλέγονταν οἱ αἰσθήσεις, κατακλυζόταν τὸ κορμὶ ἀπὸ ἤχους, μουσικὲς καὶ συναντήσεις, βγῆκε αὐτὴ ἡ συλλογή, Στὸ Ἄτι τοῦ Ἰούνη: [Ὀκτώηχος σὲ Ὀκταήμερο]. Ἀφιερώνεται σὲ ὅσες καὶ ὅσους συμπορευτήκαμε: Γιῶργο, Κέλλυ, Μαρία, Δημήτρη, Γιῶργο, Γρηγόρη, Ἔποπα, Γεωργία, Πέτρο, Γιῶργο, Ἄρτεμη, Δημήτρη, Ἀδριανό, Χρύσα, Τασούλα, Εὐάγγελο, Ρούμπη, Νέφωση, Ἕλενα, Λευτέρη, Βασίλη, Ἀντώνη, Χριστόφορο, Γιῶργο, Εὐαγγελία κι ὅσους ἦταν μαζί μας νοερά, κι ὅσους ξεχνῶ…

Ἀκόμα χορεύουν μέσα μου τὰ συνθήματα, οἱ ρυθμοί, οἱ ἀνομολόγητες σχεδὸν ἐλπίδες, ἡ ἐπιμονὴ καὶ ἡ ὁλοσχερὴς ἄρνηση παραδοχῆς τῆς ἤττας. Στέκουμε ἀκόμα ὄρθιοι.

Τὶς μέρες τῆς ἐλεύθερης τηλεόρασης χαρήκαμε πραγματικὸ πολιτισμὸ καὶ γευτήκαμε πρωτόγνωρη ποιότητα στὸν δημόσιο πολιτικὸ λόγο.

Εἴμαστε σκληρὸς λαὸς ποὺ δὲν μᾶς θέλγει εὔκολα τὸ παραμύθι μιᾶς ψευδοῦς ἐπιτυχίας. Ἀντίθετα, μᾶς συνέχει ἡ γοητεία τῆς κακοτράχαλης πορείας ἐλευθερίας.

Καὶ συνεχίζουμε στὸν μέσα μας καὶ δίπλα μας ρυθμό.


Ὑστερόγραφο 2

Εὐχαριστῶ τοὺς φίλους Πηγὴ Λ. καὶ Γρηγόρη Στ. ποὺ διάβασαν αὐτὰ τὰ ποιήματα καὶ ἐξέφρασαν τὴ γνώμη τους, τὴν ὁποία εἶχα εἰλικρινὰ ἀνάγκη, λόγω καὶ τῆς χρονικῆς ἐγγύτητας ἀλλὰ καὶ τῆς μόνιμης ἀμφιβολίας ποὺ μὲ διακατέχει. Εὐχαριστῶ ἰδιαίτερα τὴν κόρη μου Μαρία γιὰ τὴν κριτική της ματιά. Χάρηκα, Μαρία, τὸ κέφι σου γιὰ συζήτηση μεταξὺ ὁμοτέχνων, ποὺ συνέβαλε στὴν οὐσιαστικὴ βελτίωση τῆς μικρῆς αὐτῆς συλλογῆς.

Κυριακὴ 23 Ἰούνη 2013
Ἀνήμερα τῆς Πεντηκοστῆς, γιορτῆς ποὺ σφραγίζει τὸ τέλος τῆς σύγχυσης τῶν γλωσσῶν,
καὶ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

21 Μαΐ 2013

Κωνσταντίνου και Ελένης





Οι γιορτές, σταθμοί στη ζωή μας, όπου μένει κανείς για λίγο ν’ απαγκιάσει. «Βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόχευτος», λέει ένα γνωμικό που αποδίδεται στον Δημόκριτο.

Γιορτή στην καρδιά της άνοιξης, πάντα φέρνει εαρινές μοσχοβολιές, μαυλιστικές θύμησες και αναμνήσεις γλυκιές. Μα δεν θα σταθώ στις πάμπολλες αναμνήσεις αυτής της γιορτής, αλλά σε μια μέρα που έβρεχε και ήμουν στην Καλλιδρομίου, σε ένα από τα γνωστά μπαράκια με τους συνήθως εκλεκτούς θαμώνες. Μόλις είχα γυρίσει από εκδήλωση βιβλιοπαρουσίασης, όπου ήμουν ομιλήτρια. Μια κριτική αποτύπωση του έργου του Χρήστου Γιανναρά ήταν το θέμα μου, και το τιμώμενο πρόσωπο συγκινημένο. Ο εκδότης Δ.Κ. μας τραπέζωσε πλουσιοπάροχα, και κατόπιν ένας φίλος συνάδελφος κι εγώ ανηφορίσαμε προς την Καλλιδρομίου. Ψιλοκουβεντιάζαμε οι δυο μας για λίγο μέχρι που έσκασε μύτη ο πρώτος γνωστός μου. Συγγραφέας, θεατροκριτικός, οξυνούστατος στοχαστής και σπαρταριστός αφηγητής, «διανοούμενος ελευθέρας βοσκής», όπως περιέγραφε ο ίδιος τον εαυτό του. Τις μικρές ώρες μαζευόταν αυτή η παρέα. Κάθισε μαζί μας και λίγο λίγο ήρθαν κι άλλοι, οι περισσότεροι άγνωστοι και μιλούσαμε και γελάγαμε με αμεριμνησία. Πρώτη φορά συνάντησα και τον τελευταίο που στρώθηκε απρόσκλητος στο τραπέζι μας, γνωστό ποιητή και γνωστό επίσης για τα φαρμακερά του σχόλια. Έκτοτε τον συνάντησα και άλλες πολλές φορές και εκτίμησα το σπιρτόζο πνεύμα του, που όμως ξεδιπλωνόταν μετά το πρώτο ποτήρι ουίσκι και έσβηνε γρήγορα μετά το τέταρτο.

Η γνωριμία μας ήταν επεισοδιακή. Γιατί μόλις έτυχε να πληροφορηθεί ότι είμαι θεολόγος, κάτι που ήταν αναπόφευκτο αφού ακόμα σχολιάζαμε τα της βιβλιοπαρουσίασης, και θεώρησε πρέπον να εκφράσει με πάσα πληρότητα την άποψή του για τη θεολογία και τον χριστιανισμό. «Η καταστροφή της αρχαίας κουλτούρας» ήταν με λίγα λόγια ο χριστιανισμός, και με υπεροψία που θα ζήλευαν πολλοί διανοούμενοι αλλά και με τη βεβαιότητα ότι η άποψή του συνοψίζει το άκρον άωτον της καινοτομίας και την αιχμή της προόδου, συνέχιζε ακάθεκτος. Τώρα όμως, του πνεύματος βοηθουμένου υπό του οινοπνεύματος, η ιδεολογική διαφώτιση διολίσθαινε σε αστεία με τα οποία κακάριζε το φιλοθεάμον ακροατήριο, πλην όμως όλο και πιο χοντροκομμένα. Οι θύραθεν φίλοι μου δεν ήταν διόλου υποψιασμένοι για κάποιες ολισθηρές γωνιές της αρχαιολατρίας, όπως είμαστε εν μέρει σήμερα. Ο θεολόγος συνάδελφός μου είχε προσβληθεί, κυρίως για χάρη μου, η θερμοκρασία ανέβαινε επικίνδυνα. Προσωπικά δεν μιλώ σχεδόν ποτέ για θεολογικά ζητήματα σε μεγάλες παρέες και ποτέ αν δεν ρωτηθώ με πραγματικό ενδιαφέρον. Έτσι, γελούσα, ανταπαντούσα με αστεία μέχρις ενός σημείου, μέχρι το σημείο που σηκώθηκε όρθιος και με περισσό ζήλο δήλωσε: «Πόσο κρίμα είναι που οι χριστιανοί δεν εξοντώθηκαν όλοι στους διωγμούς του Νέρωνα, του Δεκίου και του Διοκλητιανού!» Η παρέα πάγωσε. «Άντε βρε παιδί μου, μολόγα το επιτέλους ποια είναι τα πρότυπά σου. Πες ότι πίσω από το διαφωτισμό κρύβεται ένας Ροβεσπιέρος! Παράτα τον ανθρωπισμό, το διαφωτισμό, την αρχαιότητα και πήγαινε στη Ρώμη! Εκεί το θέαμα, εκεί το αίμα, εκεί η δύναμη, εκεί το Κολοσσαίο…».

Είχα τραβήξει σπαθί. Και ετοιμαζόμουν για κανονική μονομαχία μέχρι τελικής πτώσεως. Όμως τότε, ο «διανοούμενος ελευθέρας βοσκής» έπρεπε να φύγει, γιατί είχε άλλο ραντεβού σε άλλο μπαράκι, και η παρέα διάλυσε. Μείναμε οι δυο συνάδελφοι, ο «ανθρωπιστής» ποιητής και η φίλη του. «Και τώρα οι δυο μας», του είπα με στόμφο, αφού κρατιόμουν τόση ώρα, σεβόμενη την παρέα. Μα εκείνος γέλασε γλυκά και μου υπέδειξε με τον τρόπο του ότι η παράσταση δεν ανεβαίνει δίχως θεατές. Από τότε δεν έχουμε ξανατσακωθεί ποτέ.

Αυτό το επεισόδιο, το χαμένο στη μνήμη, το θυμήθηκα σήμερα, ανήμερα του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

«Ένας φονιάς, ένας πολυδολοφόνος ήταν», έλεγε η φιλόλογος του σχολείου. Ναι, αλλά αυτό ισχύει για κάθε πολιτικό ηγέτη, σκεφτόμουν! Και το μεγαλείο του κρίνεται όχι από την άσπιλη και αμόλυντη διαγωγή του σε βίο και πολιτεία, αλλά από το αποτέλεσμα της διακυβέρνησής του και μάλιστα σε ιστορική διάσταση.

Ξένη προς τους μεμψίμοιρους λογισμούς νομικιστών ηθικολόγων φιλολόγων (και ω! ας μου συγχωρεθεί αυτή η μειωτική χρήση της υπέροχης λέξης «φιλολογία», που έχει όμως καταβαραθρωθεί στο βωμό της μιζέριας μιας σχολαίας καθημερινότητας, καταντώντας σκέτος ευφημισμός), η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και μάλιστα ισαπόστολο. Γιατί πάνω και πέρα από τους πολέμους του με τρόπο μειλίχιο άλλαξε το ρου της ιστορίας.

Κατά τρόπο παράδοξο όμως, ο Μ. Κωνσταντίνος τιμήθηκε και από τον επίγονό του Ιουλιανό, τον επιλεγόμενο και Παραβάτη ή Αποστάτη. Ο Ιουλιανός, αν και θέλησε να αναστήσει την αρχαία λατρεία, ποτέ δεν ξεπέρασε τη μορφή-ορόσημο του Κωνσταντίνου Χλωρού. Αντιθέτως, είχε πάντα ως πρότυπο τις μεθόδους και τη συμπεριφορά του, οι οποίες ήταν οδηγητικές για την πορεία του, έστω στο αντίθετο ρεύμα.

Κάποια φορά θα γράψω για όλα αυτά κάτι παραπάνω από σημείωμα, αλλά την ώρα τούτη σκέφτομαι απλώς, πως ο Κωνσταντίνος έμπαινε στη Ρώμη, αλλά ποτέ δεν πήγε στο Κολοσσαίο, όπου του ετοιμαζόταν θριαμβευτική υποδοχή. Και μόνο γι’ αυτό ήταν παλικάρι.

Όσο για την αγιοποίησή του από την Εκκλησία, που αποδίδεται από όλους αυτούς τους Τζέκιλ και Χάιντ της Ιστορίας σε επιλογή συμφέροντος, νομίζω ότι πέρα από οτιδήποτε άλλο δείχνει μια μοναδική αλήθεια της χριστιανικής σκέψης. Η αγιότητα δεν είναι ένα ισοζύγιο πράξεων, ενάρετων και αμαρτωλών, αλλά είναι η βαθύτατη υπαρκτική σπουδαιότητα του προσώπου. Όχι τι έχεις, όχι τι κάνεις, όχι πόσο μάλλον τι λάθη έχεις κάνει, αλλά ποιος είσαι.

Και υπ’ αυτή την έννοια παραμένουμε ξένοι προς κάθε ηθικισμό, και εραστές του όντος πολιτισμού.

Χρόνια πολλά, Κωνσταντίνε, χρόνια πολλά, Ελένη!