10 Μαΐ 2013

Η Αγάπη εκφράζεται με Χορό και με Τραγούδι.



Πάσχα 2013

Η αγάπη εκφράζεται με χορό και με τραγούδι.
Και μετά από χρόνια πολλά, που το ένα πένθος ακολουθούσε το άλλο, και ανάμεσα σ’ αυτά και κάποια πολύ οδυνηρά, ήρθε η ώρα να καεί το πελεκούδι. Στήθηκαν κοντά δέκα αρνιά στη σειρά. Και λέω κοντά δέκα, γιατί δεν θέλω να μετρήσω εκείνα που μπήκαν στο μπάρμπεκιου, ούτε εκείνα που γύριζαν με μοτεράκι. «Α, ρε “σημιτικοί”, “εκσυγχρονιστάν”», τους φώναζα πρωί πρωί… Αλλά μετά χαιρόμουν που δεν χρειαζόταν να τα γυρίζουμε κι αυτά, αρκετά είχαμε ψηθεί με τα υπόλοιπα.

Η εικόνα ήταν, όπως πάντα, κάπως ίδια αλλά και λίγο αλλιώτικη. Για όσους δεν ξέρουν καλά τα πράγματα της στενής οικογενειακής μας παράδοσης, τους ενημερώνω ότι ο Χριστός “ανασταίνεται” μόνο σ’ εκείνο το χωριό. Κάτι που κι εγώ δεν το είχα σπουδάσει στα θρανία, αλλά το έμαθα μόλις παντρεύτηκα. Έσκισα κι εγώ το πτυχίο της θεολογίας και υποκλίθηκα στο μεταπτυχιακό επίπεδο της παντρευτικής ακαδημίας! Όμως, και να θέλεις να κρατήσεις το χρόνο, κυλάει μέσα από τα χέρια σου. Φέτος για παράδειγμα, ο παπάς, πάνω από 90 χρόνων, δεν ήταν πια μαζί μας. Ήταν στην Αθήνα με τα παιδιά του.

Οι ξάδερφοι ήταν σαν πλατάνια αγέραστα, λίγο μόνο πιο βαρείς. Οι μικρότερες ξαδέρφες, που τις θυμάμαι αρχικά χωρίς στήθος, με κάτι πόδια καλαμάκια, και μετά με λίγο στήθος, πόδια χυτά και σούπερ μίνι, και λίγο αργότερα με πολύ στήθος και ακόμα πιο μινιμαλιστική περιβολή, ενώ σχετικά πρόσφατα με υπέροχα σύνολα κολλητά αλλά πολύ εκλεκτά και κάπως σεμνότερα οριακά πάνω από το γόνατο, δεν εκτιμούσαν και τόσο τις χάρες του χωριού μέχρι τελευταία. Τώρα, ντυμένες με το απλό τους τζιν, περιστοιχίζονταν από κουτσούβελα και για πρώτη φορά μετά απ’ εκείνα τα περασμένα και σχεδόν ξεχασμένα παιδικά χρόνια έδειχναν να νιώθουν απόλυτα ενταγμένες, απόλυτα στο σπίτι τους, εδώ, στο ορεινό χωριό.

Τα δικά μου παιδιά, κατά βάση παραθεριστές στο χωριό, αλλά αληθινά δεμένα με αυτό, νεαρά ενήλικα πλάσματα, ένιωσαν παράξενα με τη δυναμική είσοδο της ακόμα νεότερης γενιάς, δίχρονων και τετράχρονων πιτσιρικάδων που πρόσθεταν κι αυτά μπόλικο χρώμα με τη φωνή και το κλάμα τους.

Κι ο παππούς, να στηρίζεται όλο και περισσότερο στη μαγκούρα του, με την προϊούσα κουφαμάρα του, δεν έλεγε καθόλου να το βάλει κάτω. Αμάραντος, ο άτιμος.

Η μια συννυφάδα, η συνονόματη, δούλευε στο νοσοκομείο και είχε βάρδια ανήμερα Πάσχα. Ήρθε μόνο για τον πρωινό καφέ. Η άλλη ήρθε τις μεγάλες ώρες, αλλά δεν χρειάστηκε και πολύ για να το στρώσει στο χορό. Η Γεωργία έχει φωνή αηδονιού, αλλά και το αγαπάει το άθλημα.

Εγώ πάλι την έκανα την αμαρτία μου, καθώς βρήκα μοναδική ησυχία στο σπίτι, και διάβασα μια δυο ώρες το πρωί με ξάστερο μυαλό. Θυμήθηκα τον πατέρα μου που πάντα διάβαζε και ανήμερα Πάσχα, κι έτσι έσμιξα τα ήθη δυο τόσο διαφορετικών οικογενειών με τον άριστο τρόπο. Πλήρης ικανοποίησης, στη συνέχεια το έκαψα κι εγώ διπλά.

Ψήθηκαν τα δυο 25άρια αρνιά μας, της πιο στενής οικογένειας, και μαζευτήκαμε στο χαμηλοτάβανο ταπεινό κονάκι, όπου είχαμε στρώσει τρία μεγάλα τραπέζια. Χωρέσαμε οριακά, στριμωχτά κι αγαπημένα. Δοξάσαμε τον Κύριο, φάγαμε, ήπιαμε, και πιάσαμε το τραγούδι.

Λίγο λίγο ακολούθησαν όλα τα παιδιά.

Το πρόγραμμα βάρυνε με το κρασί, σαν ένα σωστό ρουμελιώτικο γλέντι. Κι έγινε πιο πολιτικό, όσο και κλέφτικο

Και να, ω! του θαύματος. Όλο το ευρύτερο σόι μαζεύτηκε σαν αποφάγαμε στο σπίτι μας, και γίναμε όλοι, τα παιδιά και τ’ αγγόνια κι οι νυφάδες κι οι γαμπροί από τα δέκα αδέρφια του προπάππου ένα σε μια σταλιά τόπο, ένα τσαμπί σταφύλι. Όλοι οι καλοί χωράνε, έστω και κρεμασμένοι στα παράθυρα, να μας φυσάει ο αέρας

Να είμαστε καλά και να τραγουδάμε μερακλίδικα, λαϊκά κι ερωτικά

Να υψώνουμε ποτήρια σε παλιούς καημούς που γίνονται και πάλι καινούργιοι.

*

Σε κάθε γλέντι γίνεται απαραιτήτως και μια γερή καφρίλα. Όλο και κάποιος μεθάει και δεν ξέρει τι λέει. Όλο και κάποιες πικρές αλήθειες λέγονται ανάμεσα στα τραγούδια, και τα γέλια μπλέκονται με κλάματα. Αλλά φέτος το γλέντι δεν είχε καμία πρόνοια για τον αφηγητή του. Δεν πήρε τον κατήφορο. Ένας μόνο που μέθυσε μ’ αγκάλιαζε και με ξαναγκάλιαζε και τρόμαξα να τον ξεκολλήσω από πάνω μου… Σαν βγήκε η νεολαία έξω για καφέ, εμείς ακόμα πίναμε, κι εγώ σχεδίασα με το μολύβι κάμποσα μεθυσμένα πρόχειρα σκίτσα…

Το βράδυ απομείναμε μόνοι, οι δυο μας, και συνεχίσαμε με έντεχνο. Στη βουνίσια ησυχία, ακόμη δεν χορταίναμε το τραγούδι... Η φωνή μας έκλεισε οριστικά την επομένη, που νόμιζα πως ακόμη τραγουδούσα καθώς σφουγγάριζα, αλλά πιθανότατα μάλλον γκάριζα…

Ανεβαίνω σκαλοπάτια, καθώς σφουγγαρίζω και μαζεύω, και σίγουρα δεν ετοιμάζομαι για τη Σκάλα του Μιλάνου, αλλά απλώς για το επόμενο γλέντι στις αγκάλες των Μουσών…

Με αρνιά και με κρασιά ή μόνο με κανέλα και γαρύφαλλο, με χαρές και λύπες, στα δύσκολα και τα εύκολα, Χριστός Ανέστη!

9 Μαΐ 2013

Ιστορίες του Χάροντα


όπως τις αφηγήθηκε ο παππούς ο Γιώργος

 


Είχαμε ήδη γιορτάσει την πρώτη Ανάσταση, με μια λαμπρή θεία Λειτουργία, και πίναμε τον πρωινό καφέ στην μπροστινή βεράντα. Λουσμένη σε έναν καυτό, εντελώς καλοκαιρινό ήλιο, θα έτεινε να είναι αφιλόξενη, αν μια ισχνή μηλιά δεν προσέφερε έναν οριακό ίσκιο, ο οποίος μετά βίας χωρούσε τις τρεις καρέκλες και την τέταρτη που είχε γίνει τραπεζάκι, με τους καφέδες και τα νηστίσιμα κρακεράκια. Τα νέα ήταν στην ημερήσια διάταξη, αφού τώρα πρωτομιλούσαμε ουσιαστικά μετά από τόσον καιρό. Η βρύση η μεγάλη, όπως την έλεγαν όλοι στο χωριό, μια δρασκελιά από τη βεράντα και την αυλή του σπιτιού, μας δρόσιζε με το νερό της, φρέσκο στη διάφανη κανάτα. Τα νέα ήταν το περιβόλι και η γρίπη του παππού τώρα την άνοιξη, που δεν του επέτρεψε να τελειώσει τις δουλειές. Χάντρα τη χάντρα, ακολούθησαν κομπολόι οι άλλες αρρώστιες και οι θάνατοι ένας ένας. Ήταν πολλοί, και πολλοί νέων ανθρώπων. «Από καρδιά οι περισσότεροι, να είναι καλά η καταραμένη φτώχεια», είπε ο παππούς χωρώντας σε μια του πρόταση όλη την αντίφαση της ζωής. Το θέμα «θάνατος» έδειχνε να τον συγκινεί όλο και περισσότερο, τώρα που πέρασε τα 85. Αλλά μια στέρεα γνώση της ζωής, μια φυσική αντίληψη των πραγμάτων πότιζε το λόγο του μέλι, κι ήταν χαρά να τον ακούς. Μετά την πρώτη Ανάσταση, και πριν ακούσουμε ακόμα το Χριστός Ανέστη, μου φάνηκε η ώρα κατάλληλη για λίγη ακόμα μνήμη του θανάτου, υπό το λυκαυγές της αναστάσεως. Ο Δημήτρης, κατάκοπος μετά την ολονύχτια εργασία, αποσύρθηκε για λίγη ξεκούραση, και για πολλοστή φορά πεθερός και νύφη κάτσαμε τ’ αντάμα, κι εγώ δεν χόρταινα ν’ ακούω τις ιστορίες του παππού. Ο ήλιος είχε ανέβει κι η σκιά μίκρυνε. Κολλήσαμε τις καρέκλες μας, κάτι που εξυπηρετούσε από κάθε άποψη, ακόμα κι απ’ αυτή της προϊούσας κουφαμάρας του παππού.


Ο παππούς μου αφηγήθηκε τρεις «παλιές ιστορίες» για το θάνατο, κι εγώ σε χρέη λαογράφου αποφάσισα το κατόπιν να τις καταγράψω, όσο πιο πιστά και λιτά μπορούσα. Για την ακρίβεια, μόνο οι δύο πρώτες μοιάζουν για ιστορίες, ενώ η τρίτη για ανέκδοτο. Όσο για την «παλαιότητα» είναι έννοια σχετική, χαμένη όσο η μνήμη του παππού.

1.

Μια φορά έλαβε ο Χάροντας εντολή απ’ το Θεό να πάει να πάρει μια μάνα που είχε πέντε μικρά. Από το κλάμα των μωρών και το κακό, τη σπλαχνίστηκε ο Χάροντας και την άφησε. Έχει παιδιά να θρέψει, μονολόγησε, ποιος θα τα κοιτάξει αυτά; Σαν πήγε στον Θεό με χέρια άδεια κι έδωκε απολογία για την ανυπακοή του, ο Θεός θύμωσε πολύ και του άστραψε μια γερή σφαλιάρα! Έτσι, ο Χάροντας κουφάθηκε κι έκτοτε δεν μπορεί να ακούσει μήτε φωνές μήτε κλάματα! Γι’ αυτό και δεν λυπάται κανένα το λοιπόν, αλλά τους παίρνει όλους σαν έρθει η ώρα δίχως να εξετάζει.

Αφού λοιπόν τιμώρησε τον Χάροντα ο Θεός, αποφάσισε να του δώσει και ένα μάθημα που σπλαχνίστηκε τη γυναίκα, κι αναρωτιόταν τι θ’ απογίνουν τα παιδιά της. Του λέει, λοιπόν, ο Θεός: «Πήγαινε βούτα στο βυθό της θάλασσας και φέρε μου εκείνο εκεί το πετραδάκι». Πάει ο Χάροντας και φέρνει την πέτρα. «Σπάσ’ τη στα δυο», του λέει ο Θεός. Τη σπάει ο Χάροντας και βγαίνουν από μέσα δυο έντομα ζωντανά. «Βλέπεις», του λέει ο Θεός, «εδώ δεν θα έλεγες πως μπορεί να ζήσει κανείς, αλλά έχω κάνει τα κουμάντα μου ακόμα και γι’ αυτά!»

2. Ένας άνθρωπος έκανε συμφωνία με το Χάροντα, να τον πάρει όποτε θέλει, αλλά να τον ειδοποιήσει πρώτα. Μια μέρα του πόνεσε το χέρι, αλλά δεν έδωσε σημασία. Μια άλλη μέρα του πόνεσε το πόδι, αλλά και πάλι δεν έδωσε σημασία. Κατόπιν εμφανίστηκε ο Χάροντας και του είπε, «Πάμε τώρα». «Μα δεν με ειδοποίησες», διαμαρτυρήθηκε ο άνθρωπος. «Πώς δεν σε ειδοποίησα; Και οι πόνοι στο χέρι και στο πόδι, τι ήταν;» «Μα δεν το κατάλαβα. Δω μου ακόμα 5 μέρες», παρακάλεσε ο άνθρωπος. «Πάρε 5 μέρες», του είπε ο Χάροντας. Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πήγε σε μιαν απόμερη σπηλιά. «Εδώ δεν θα με βρει ο Χάροντας», σκέφτηκε. Μόλις πέρασαν 5 μέρες, ο Χάροντας στεκόταν έξω απ’ τη σπηλιά. «Άι στο καλό σου», του είπε ο άνθρωπος. «Κανείς δεν γλιτώνει από σένα».

3. Μια φορά πήγε ο Χάροντας να πάρει ένα γέρο. Εκείνος έτρωγε αμέριμνος. Ο Χάροντας τον ρώτησε: «Τι κάνεις;» Ο γέροντας είπε να τον ξεγελάσει παριστάνοντας το μωρό. «Μαμ», του λέει. «Ε, καλά, λοιπόν!» του απαντάει ο Χάροντας. «Κάνε τώρα μαμ, και κατόπιν πάμε άτα».

8 Μαΐ 2013

Η Καρφωτή


Είχε τσακωθεί με τις αδερφές του για τα περιουσιακά τους. Έτρεχαν στα δικαστήρια. Βρέθηκε κι ένας χωριανός και πήγε μάρτυρας εναντίον του. Άλλοι έλεγαν ότι δεν είχε καμιά δουλειά να ανακατευτεί σε οικογενειακό καυγά, άλλοι όμως έλεγαν πως κάποιος έπρεπε να πει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.

Μα Μεγάλη Βδομάδα, ο αθεόφοβος αναστάτωσε το χωριό απ’ άκρη σ’ άκρη. Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Γιατί και άλλοτε, χρόνια πριν, μέρες Χριστούγεννα ήταν, είχε και πάλι αναστατώσει το χωριό, χάρη στην αδυναμία του στον ποδόγυρο. Τότε κλέφτηκε με μια παντρεμένη, που τον ακολούθησε αφήνοντας τα παιδιά της τρισάρφανα. Μια φορά ορφανά καθώς δεν είχαν πια μάνα, μια φορά που η μάνα τα εγκατέλειψε ασυλλόγιστα αφήνοντάς τα στη γειτόνισσα, και μια τρίτη, μάλλον την πικρότερη, από τα λόγια του κόσμου. Λίγο αργότερα την παράτησε κι αυτή δαρμένη, αλλά το κακό είχε γίνει.

Αυτόν λοιπόν τον άνθρωπο τον έβαλε και πάλι ο πειρασμός να τιμωρήσει τον εναντίον του μάρτυρα στη δίκη, καρφώνοντάς τον στο υγειονομικό, που τους ειδοποίησε εν όψει Πάσχα. Γιατί ο μάρτυρας ήταν τσοπάνος και ήταν βέβαιο ότι θα έσφαζε αρνιά, όπως έκαναν όλοι οι τσοπάνηδες τέτοιες μέρες.

Καθώς λίγα χρόνια πριν είχε κλείσει και το τελευταίο σφαγείο του νομού, όλοι μα όλοι οι τσοπαναραίοι έσφαζαν στα μαντριά και στους στάβλους τους.

Και ήτανε γιορτή. Γιατί όλοι οι ντόπιοι λαχταρούσαν τα αρνάκια από τα μέρη του Ελικώνα και εμπιστεύονταν την παραδοσιακή κτηνοτροφία. Μαζί μ’ αυτούς κι οι φίλοι τους. Έρχονταν, λοιπόν, και διάλεγαν το αρνί ζωντανό, μέσα από το κοπάδι. Διάλεγαν εκείνο που τους άρεσε από υγεία και ομορφάδα και τους ταίριαζε και στα κιλά, κατά προσέγγιση πάντα. Η σφαγή γινόταν μπροστά στον πελάτη. Κατόπιν, το φούσκωμα, το κρέμασμα, το γδάρσιμο, το πλύσιμο της αντεριάς και της κοιλιάς… [Σ’ όσους φαίνεται βάρβαρη και αποτρόπαιη τούτη η συνήθεια, ας αναλάβουν τις ευθύνες τους κι ας μην φάνε κρέας, ούτε καν χάμπουργκερ εις τον αιώνα – γιατί η αλλοτρίωση, η αποξένωση από τις βασικές διαδικασίες της ζωής και η υποκρισία έχουν περισσέψει]. Κι ανάμεσα στις δουλειές, εκεί στα ορεινά, με πλέρια θέα, τρώγαν και πίναν ένα γεμάτο ποτήρι στο Πάσχα που έρχεται και στη χαρά. Και οι γυναίκες έστελναν νηστήσιμους μεζέδες, αντικέρασμα στον κόπο των ανδρών. Εκεί, στα μαντριά και τους στάβλους, ξεκινούσε και το πασχαλινό ξεφάντωμα, καθώς έσμιγαν, μια φορά τουλάχιστον το χρόνο, ξαδέρφια, γείτονες και ξενιτεμένοι συγγενείς, αυτοί που οι εντελώς ντόπιοι και μόνιμοι κάτοικοι των βουνών τους ονόμαζαν καταχρηστικά «Αθηναίους».

Εκεί εξάλλου, μέσα στις τρεις τελευταίες μέρες της Μεγάλης Βδομάδας, παίζεται και το βασικότερο μέρος του ετήσιου εισοδήματος όλων των κτηνοτρόφων και των οικογενειών τους.

Γι’ αυτό και οι οικογένειες είναι επί ποδός πολέμου, και όσοι μπορούν σπεύδουν να βοηθήσουν τον τσοπάνο… Αυτές οι δουλειές θέλουν χέρια.

Μα φέτος όχι. Γιατί η καρφωτή έκανε τη ζημιά της. Αγωνία στους τσοπάνηδες. Σίγησαν τα μαντριά. Η αλληλεγγύη λειτούργησε και ειδοποιήθηκαν όλοι με τα κινητά σε χρόνο μηδέν. Μπορεί η καρφωτή να αφορούσε έναν συγκεκριμένο, αλλά αν ερχόταν το υγειονομικό δεν θα πήγαινε και πιο εδώ ή πιο εκεί;

Η διαδικασία της σφαγής από πανηγύρι έγινε εναγώνια ολονυχτία. Πήγε όντως το υγειονομικό σε ένα δυο σημεία, αλλά οι τσοπάνηδες έσφαζαν αλλού, και είχαν μαζέψει και τα σφάγια από όλα τα πιθανά μέρη.

Οι πελάτες όμως δεν διάλεξαν το αρνί τους φέτος. Εμπιστεύθηκαν με μάτια κλειστά, χάρη στη στέρεα γνώση και την πλέρια ικανοποίηση της προηγούμενης χρονιάς. Ταλαιπωρήθηκαν για να παραλάβουν, σε συνθήκες άκρας προφύλαξης και ημιπαρανομίας.

Οι τσοπάνηδες κοψομεσιάστηκαν δουλεύοντας όλη νύχτα. Τους έπεσαν οι πλάτες, και η ψυχή τους ανέβηκε πολλές φορές στο στόμα. Κανένας δεν έπαθε ζημιά. Κάτι αντεριές ξεχάστηκαν μέσα στη νύχτα, και φέτος δεν έφαγαν όλοι κοκορέτσι. Αυτό ήταν όλο. Αφού τέλειωσαν και άρμεξαν για πρωί, γύρισαν σπίτια τους, πλύθηκαν και συγυρίστηκαν ακριβώς πάνω στην ώρα που ξεκινούσε η θεία Λειτουργία του Σαββάτου, η πρώτη Ανάσταση.

Η θεία αυτή Λειτουργία παρηγόρησε όλες τις ελλείψεις. Γιατί ο «δανεικός» παπάς του μικρού χωριού, ο καινούργιος παπάς που είναι και άμισθος μάλιστα, ήταν το καλύτερο δώρο!

Με βάση τυπικό που κληρονόμησε από τον «γέροντά» του, ευχή και εντολή, η θεία Λειτουργία τελέστηκε πάνω στον στολισμένο επιτάφιο, που ήταν τοποθετημένος στο κέντρο του ναού. Εκεί ήταν το ιερό, εκεί ο Χριστός, κι εμείς ολόγυρα. Με δυο λόγια εξήγησε το νόημα του τυπικού και του μυστηρίου, και συγκλονίστηκε πάσα ψυχή ζώσα. Μετά τις αιματηρές θυσίες των αμνών και τις υποχθόνιες δολοπλοκίες κάποιων χωριανών, ήρθε η ώρα της αναίμακτης θυσίας του Κυρίου και Θεού μας. Εκεί δίπλα μας, ανάμεσά μας, σε απόσταση που θα άγγιζαν τα χέρια μας. Περάσαμε από τον βαρβαρισμό στον πολιτισμό, το χαμόγελο και οι ευχές ήταν πηγαίες. «Τὸν ληστὴν αὐθημερὸν τοῦ Παραδείσου ἠξίωσας», νιώσαμε στα σπλάχνα μας, και ευχόμενοι ο ένας στον άλλο «Καλή Ανάσταση» συγχωρήσαμε «πάντα τῇ Αναστάσει».

26 Απρ 2013

Και τα Κουδούνια χτυπούν σε Ήχο Αναστάσιμο!





Μάθημα στην αυλή. Ποίηση και δοκίμιο για την πορεία στο Γολγοθά, για την ανάδυση της ζωής εκ του θανάτου. Δεν θέλουμε σχολικά βιβλία, θέλουμε τέχνη και στοχασμό σήμερα.

Για την ανάσταση του Λαζάρου ως προμήνυμα. Για την παρωδία ενός θριάμβου την Κυριακή των Βαΐων. Για την ολόπλευρη νίκη του Χριστού σ’ έναν πόλεμο δίχως ηττημένους, λάφυρα, σκλάβους, αιχμαλώτους… Για την κατά κράτος συντριβή του κράτους του θανάτου. Για την τελική επικράτηση της ζωής…

Για το φτωχό γαϊδούρι, τον απόλυτο περίγελο του σκηνικού θριάμβου. Για την εσώτατη γνώση της προδοσίας που έρχεται. Γι’ αυτούς που υποκινούσαν τον όχλο στο χαμό. Για τη μετάλλαξη του ευλογημένος ο ερχόμενος σε άρον άρον σταύρωσον αυτόν.

Για τις διαφορές που επισημάναμε παίζοντας ανάμεσα στην ανάσταση του Λαζάρου και αυτή του Χριστού. Τι θα πει η απαρχή των κεκοιμημένων; Τι θα πει ο πρωτότοκος των νεκρών; Τι θα πει θανάτω θάνατον;

Μου πήρατε τις τσάντες, τον καφέ, τα βιβλία. Σας έδωσα το παλιό μπουφάν για να καθίσετε. Το δέντρο μας φιλοξένησε. Σήμερα αναζητήσατε μια επαφή πιο κοντινή, πιο σωματική κάποιοι. Μου άρεσε. Μακριά απ’ τη νοσηρότητα αποστειρωμένων αιθουσών, σωματοφοβικών σχέσεων, αποστάσεων ασφαλείας και φοβίας. Οκλαδόν, ένα με τη γη, ο κύκλος είναι κάπως αλλιώς.

Για την αναστάτωση της εξουσίας. Για το φονικό μίσος των Φαρισαίων. Για το νίπτω τας χείρας, τη σιωπηλή συνενοχή του Ποντίου Πιλάτου. Για τον εμπαιγμό του πάντων βασιλέα. Για τον γυμνό στο σταυρό περιβάλλοντα τον ουρανόν εν νεφέλαις. Για τον ληστή που ηνέωξε του Παραδείσου τας πύλας. Για τον Άδη που επικράνθη. Για τη ζωή που πολιτεύεται. Για την απαντοχή της Βασιλείας.

Για τη συνοδεία μας στην πορεία του Γολγοθά, για τη συμπόρευση στα βήματά Του, για την ανηφόρα της ζωής, για το ρεαλισμό της πίστης, για την αντισυστημική κατεξοχήν πράξη, για την ελευθερία απ’ τα δεσμά, το κέντρον του θανάτου.

Μικρά μου, αγάπες μου, χαρές μου, καλές διακοπές, καλή ξεκούραση. Ευχαριστώ για τη βόλτα με το BMX! Ραντεβού στη συνάντηση με την όντως Χαρά.

21 Απρ 2013

Μαρίας της Αιγυπτίας


Καθολικό Μεγάλου Μετεώρου, 16ος αι.


Ήλιος λαμπρός
Εν μέσω δυστοπίας
Κυριακή Μαρίας της Αιγυπτίας

Γυμνοί στην έρημο
Ντυμένοι στην πορφύρα
Του έρωτά σου οι ανάξιοι εραστές

Θωπεύοντας
Τους κάκτους της ερήμου
Σε κομποσχοίνι κατοστάρι λογιστές

Οι Φαρισαίοι
Της αστικής μας σωτηρίας
Ζητούμε την τροφή της Βασιλείας

20 Απρ 2013

Θερισμένα Στάχυα


Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα, Χρυσά Στάχυα (Λεπτομέρεια).
Ακρυλικό σε χαρτόνι. Διαστάσεις 14Χ20,5. Μάρτιος 2010.


Θερίζει ο φόβος
Πέφτουνε ένα ένα τα κορμιά
Θερισμένα στάχυα

18 Απρ 2013

Έκκληση προς την Ιερά Σύνοδο. [Φράουλες και Αίμα]


 
Πρωτοβουλία Χριστιανών κατά του Εθνοφυλετισμού, Νεοφασισμού, Νεοναζισμού

 

Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμε, 

Άγιοι Συνοδικοί,

σεβόμαστε το χρόνο σας και θα είμαστε σύντομοι. Ταπεινά φρονούμε ότι είναι πλέον επιτακτική η επίσημη και απερίφραστη συνοδική καταδίκη των κρουσμάτων ωμής βίας και των πρακτικών φυλετικού μίσους και αισχροκέρδειας σε βάρος μεταναστών. Μια τέτοια συνοδική απόφαση θα αποτρέψει την περαιτέρω διάχυση της ιδεολογίας του μίσους και κατ' επέκταση νέους ποταμούς αίματος.

Γνωρίζοντας με ποια πλευρά είστε, Μακαριώτατε, σας παρακαλούμε να υψώστε τη φωνή. 

Παρακαλούμε επίσης να ασκήσετε την επιρροή σας προκειμένου να μην απελαθεί κανένας μετανάστης, θύμα ή αυτόπτης μάρτυρας της επίθεσης στη Μανωλάδα Ηλείας, μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση και να τελεσιδικήσει.

Ευλογείτε,

Πρωτοβουλία Χριστιανών κατά του Εθνοφυλετισμού, Νεοφασισμού, Νεοναζισμού
http://www.gopetition.com/petitions/πρωτοβουλία-χριστιανών-κατά-τ.html